Όσιος Ονούφριος ο Μέγας: το παιδί που το έθρεψε ο Χριστός

Στις 12 Ιουνίου, η Εκκλησία τιμά τον Όσιο Ονούφριο τον Μέγα — έναν ασκητή που έζησε εξήντα χρόνια στην πιο εσωτερική έρημο της Αιγύπτου, αθέατος σε κάθε άνθρωπο, τρεφόμενος από έναν φοίνικα και κοινωνούμενος από άγγελο. Όλα όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν μάς έρχονται από έναν και μόνο μάρτυρα.

Ο μικρός Ονούφριος δέχεται ψωμί από τον Χριστό, με την έρημο της ζωής του στο βάθος

Υπάρχουν άγιοι που η Εκκλησία τους γνωρίζει από τα βιβλία που έγραψαν, από τα λόγια που άφησαν, από τους μαθητές που διέσωσαν τη μνήμη τους. Και υπάρχουν άλλοι, λιγότεροι, για τους οποίους δεν θα ξέραμε απολύτως τίποτα, αν ο Θεός δεν είχε στείλει, μία και μόνη φορά, έναν και μόνο άνθρωπο να τους δει. Ο Όσιος Ονούφριος ο Μέγας, που τιμάται στις 12 Ιουνίου, είναι από αυτούς τους τελευταίους. Δεν μας άφησε κανένα σύγγραμμα, κανένα απόφθεγμα στο Γεροντικό, κανένα λόγο καταχωρισμένο με το όνομά του σε κάποια συλλογή διδαχών. Έζησε εξήντα χρόνια σε ένα μέρος όπου, κατά τη δική του μαρτυρία, δεν είδε ανθρώπινο πρόσωπο. Όσα έφτασαν ως εμάς πέρασαν από το στόμα ενός μόνου μάρτυρα, που στάλθηκε εκεί από μια πρόνοια την οποία εκείνος δεν αναζητούσε.

Αυτή η σιωπή δεν είναι ατύχημα της ιστορίας. Είναι η ίδια η μορφή της αγιότητάς του. Και για τον σημερινό αναγνώστη, συνηθισμένο να μετρά την αξία ενός ανθρώπου με τα ίχνη που αφήνει — κείμενα, εικόνες, αναγνώριση —, η ζωή του Ονουφρίου θέτει ένα ερώτημα άβολο και καθαρτικό: τι είναι μια ζωή που τη βλέπει μόνο ο Θεός;

Το βρέφος που βγήκε από τη φωτιά

Η αρχή της ζωής του φέρει ήδη το σημάδι αυτού του παραδόξου. Σύμφωνα με την αφήγηση που διασώζεται στους βίους των αγίων του μηνός Ιουνίου, ο Ονούφριος γεννήθηκε γιος βασιλιά — ενός βασιλιά των Περσών, που οι ιστορικοί τον ονομάζουν Ναρσίτα, ο οποίος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού της Ρώμης. Πριν όμως γίνει βρέφος βασιλικού οίκου, ήταν ένα βρέφος στο οποίο έπεσε μια υποψία, σπαρμένη από μια διαβολική συκοφαντία. Ο εχθρός, «που μισεί το ανθρώπινο γένος», παίρνοντας μορφή ξένου ανθρώπου, έπεισε τον πατέρα ότι το παιδί που είχε συλληφθεί δεν είναι δικό του. Και του έδωσε ένα φρικτό σημάδι: να το ρίξει στη φωτιά, κι αν δεν καεί, μόνο τότε να πιστέψει ότι είναι δικό του.

Ο πατέρας πίστεψε τη συκοφαντία, όχι τη γυναίκα του. Άναψε τη φωτιά και έριξε το βρέφος. Αλλά — λέει το κείμενο — «ο Παντοδύναμος Θεός, που φυλάγει τα βρέφη με την υπέροχη δύναμή Του, φύλαξε και αυτό το βρέφος άκαυτο από τη φωτιά, ζωντανό και ακέραιο». Και όχι μόνο αυτό: μέσα στις φλόγες, το βρέφος «σήκωσε προς τον ουρανό τα μικρά και αδύναμα χεράκια του, σαν να προσευχόταν στον Θεό». Τότε ο πατέρας κατάλαβε ότι είχε εξαπατηθεί, κι ο άγγελος του Κυρίου του φανερώθηκε και του πρόσταξε να βαπτίσει το βρέφος, να το ονομάσει Ονούφριο και να το πάει στην έρημο, «γιατί το βρέφος θα είναι μέγας φίλος και ευάρεστος του Κυρίου».

Έτσι ξεκίνησε ένας βασιλιάς, με το βρέφος στην αγκαλιά, για τα βουνά της Αιγύπτου. Στον δρόμο τούς βγήκε μια λευκή ελαφίνα, σταλμένη να θρέψει το παιδί με το γάλα της ως το μοναστήρι όπου θα το άφηναν. Είναι μια λεπτομέρεια που εύκολα τη διαβάζεις ως στολίδι της αφήγησης· λέει όμως κάτι ακριβές για ολόκληρη τη ζωή που ακολουθεί. Από την πρώτη μέρα, ο Ονούφριος τρέφεται από μια πρόνοια που έρχεται από έξω από κάθε ανθρώπινη τάξη. Η ελαφίνα της αρχής είναι ο φοίνικας της υστερότερης ζωής, είναι ο άγγελος με το ψωμί, είναι το Ποτήριο που φέρνεται από τον ουρανό. Η ερημική του ζωή δεν θα είναι ποτέ έξοδος από τη φροντίδα του Θεού, αλλά είσοδος ολοένα βαθύτερη σε αυτήν.

Το ψωμί από το χέρι του Βρέφους

Το παιδί αφέθηκε στο μοναστήρι του Έριτ, κοντά στην πόλη Ερμούπολη, στα μέρη της Θηβαΐδας — μια αδελφότητα εκατό μοναχών, «όλων με μία ψυχή, που ζούσαν κοινοβιακή ζωή οργανωμένη με πολλή αγάπη». Εκεί έγινε το θαύμα που σφραγίζει την παιδική του ηλικία και που, για τον αναγνώστη που προσέχει τη θεολογία της Λειτουργίας, τα λέει ήδη όλα.

Το αγόρι, σε ηλικία επτά ετών, ζητούσε στην τράπεζα ένα κομματάκι ψωμί και πήγαινε μαζί του στον νάρθηκα του ναού, όπου ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα της Θεοτόκου που κρατούσε στην αγκαλιά της το Βρέφος Χριστό. Και μιλούσε στο Βρέφος της εικόνας «σαν σε ζωντανό», με την αθωότητα μιας «αγίας άγνοιας»: «Κι Εσύ είσαι μικρός όπως κι εγώ, όμως εγώ πηγαίνω στην τράπεζα, ζητώ ψωμί από τον τραπεζάρη και τρώω, ενώ Εσύ δεν τρως ποτέ. Γιατί βασανίζεσαι έτσι, χωρίς να τρως τίποτα; Να, πάρε το δικό μου μερίδιο και φάε». Και το Βρέφος Χριστός της εικόνας «άπλωνε το χεράκι Του και έπαιρνε το ψωμί από τα χέρια του Ονουφρίου».

Όταν ο τραπεζάρης, ενημερωμένος, εμπόδισε το παιδί να παίρνει άλλο ψωμί και του είπε να ζητά «από Εκείνον στον Οποίο έδωσες πολλές φορές», το αγόρι πήγε κλαίγοντας στην εικόνα: «Ο τραπεζάρης δεν θέλει να μου δώσει ψωμί από το δικό του, κι εγώ πεινώ· δώσε μου Εσύ από το δικό Σου, γιατί κι εγώ Σου έδωσα πολλές φορές!» Και αμέσως το Βρέφος Χριστός του έδωσε «ένα ψωμί μεγάλο, ωραίο, καθαρό, άσπρο σαν το χιόνι και ζεστό», τόσο μεγάλο που μόλις μπορούσε να το σηκώσει ένα παιδί επτά ετών. Το μοιράστηκαν οι μοναχοί μεταξύ τους «για την ευλογία και τον αγιασμό όλων».

Είναι μια εικόνα μέσα στην εικόνα. Ένα παιδί δίνει ψωμί στον Χριστό και παίρνει πίσω από Εκείνον ένα ουράνιο ψωμί, ζεστό, που μοιράζεται σε ολόκληρη την αδελφότητα. Όποιος έχει σταθεί σε μια Λειτουργία αναγνωρίζει αμέσως την κίνηση: εμείς προσφέρουμε το ψωμί, Εκείνος μας το επιστρέφει αγιασμένο, και κόβεται για όλους. Ολόκληρη η μετέπειτα ζωή του Ονουφρίου θα είναι μια διεύρυνση αυτής της μιας σκηνής της παιδικής του ηλικίας — ένας άνθρωπος που δίνει στον Θεό το λίγο που έχει και παίρνει πίσω τον Άρτο τον αληθινό, φερμένο στην έρημο από το χέρι ενός αγγέλου.

Οι μεγαλύτεροι από τους ασκητές

Και στο μοναστήρι του Έριτ άναψε μέσα του ο πόθος της ερήμου, και είναι σημαντικό με ποιον τρόπο. Ο ίδιος ο Ονούφριος λέει, αργότερα, ότι άκουγε τους Αγίους Πατέρες να διηγούνται για τον Άγιο Προφήτη Ηλία, που ενισχύθηκε από τον Θεό και έζησε νηστεύοντας στην έρημο, και για τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, «στον οποίο κανένας από τους ανθρώπους δεν έμοιασε ποτέ». Η ερημική ζωή δεν του παρουσιάστηκε ως καινοτομία, αλλά ως κληρονομιά: η γραμμή του Ηλία και του Ιωάννη, ο δρόμος όσων αναζήτησαν τον Θεό στη μοναξιά.

Και το ερώτημα που έθεσε στους Πατέρες είναι ακριβως το ερώτημα γύρω από το οποίο συγκροτείται ολόκληρη η ζωή του. Τους ρώτησε: «Είναι μεγαλύτεροι ενώπιον του Θεού όσοι ζουν στην έρημο από εσάς;» Και η απάντησή τους αξίζει να ακουστεί ολόκληρη, γιατί δεν είναι μια εύκολη δοξολογία της ερημικής ζωής, αλλά μια πνευματική κρίση ζυγισμένη: «Παιδί μου, εκείνοι είναι μεγαλύτεροι από εμάς, γιατί εμείς βλεπόμαστε ο ένας τον άλλον κάθε μέρα και ψάλλουμε με χαρά την καθολική εκκλησιαστική ψαλμωδία· κι αν πεινάσουμε, βρίσκουμε έτοιμο ψωμί, και το ίδιο αν διψάσουμε, έχουμε νερό αρκετό. Αν τύχει να αρρωστήσει κάποιος από εμάς, παρηγορείται από τους άλλους αδελφούς». Αυτός που βρίσκεται στην έρημο δεν έχει τίποτε από αυτά. Στη θλίψη, ποιος να τον παρηγορήσει; Στην αρρώστια, ποιος να τον υπηρετήσει; Στον αόρατο πόλεμο, ποιος να του αλλάξει τον λογισμό; Γι’ αυτό, έλεγαν οι Πατέρες, «ασύγκριτα μεγαλύτερος είναι ο κόπος» εκείνου που μπαίνει στην έρημο.

Στο τέλος όμως αυτού του κόπου οι Πατέρες τοποθετούν ακριβως το δώρο που θα θρέψει ολόκληρη τη ζωή του Ονουφρίου: «Γι’ αυτό τους στέλνει ο Θεός αγίους αγγέλους να τους φέρνουν τροφή, να βγάζουν νερό από την πέτρα», ώστε να εκπληρωθεί ο λόγος του Ησαΐα — όσοι περιμένουν τον Κύριο «πτεροφυήσουσιν ως αετοί, δραμούνται και ου κοπιάσουσιν». Κι εκεί όπου κάποιος δεν αξιώνεται να δει αγγέλους με τα μάτια, «δεν στερείται την αόρατη παρουσία εκείνων». Αυτό άκουσε ο Ονούφριος παιδί. Αυτό θα ζούσε ο Ονούφριος γέρος. Η έρημος δεν είναι εγκατάλειψη· είναι ο τόπος όπου ο ουρανός υπηρετεί τη γη, ορατά ή αόρατα.

Ακούγοντας αυτά, «γλυκαινόμουν στην ψυχή και στην καρδιά μου περισσότερο από το μέλι, και μου φαινόταν ότι βρισκόμουν σε άλλον κόσμο». Βγήκε νύχτα από το μοναστήρι, με ψωμί για τέσσερις ημέρες. Και στον δρόμο του φάνηκε μια ακτίνα φωτός, από την οποία άκουσε μια φωνή: «Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι ο άγγελος που περπατώ μαζί σου από τη γέννησή σου, βάλθηκα από τον Θεό δίπλα σου για να σε φυλάω». Ο ίδιος άγγελος που τον είχε βγάλει από τη φωτιά τον οδηγούσε τώρα στην έρημο. Ένας γέροντας ασκητής τον δέχτηκε, τον δίδαξε τους κανόνες της ερημικής ζωής, τον οδήγησε στη σπηλιά τη βαθύτερη και έμεινε μαζί του τριάντα ημέρες· έπειτα τον επισκεπτόταν μία φορά τον χρόνο, ως την κοίμησή του. Μετά, ο Ονούφριος έμεινε μόνος.

Εξήντα χρόνια, ένας φοίνικας και το ψωμί του αγγέλου

Μόνος — κι όμως ποτέ μόνος. Εδώ βρίσκεται η καρδιά της ζωής του, και εδώ πρέπει να τον αφήσουμε να μιλήσει ο ίδιος, μέσα από τα λόγια που διέσωσε εκείνος που τον βρήκε.

Στην αρχή οι κόποι ήταν συντριπτικοί. «Τόσους κόπους υπέφερα σε αυτόν τον τόπο, ώστε πολλές φορές, απελπισμένος για τη ζωή μου, μου φαινόταν ότι ήμουν κοντά στον θάνατο. Πολλές φορές λιπόθυμούσα από την πείνα και τη δίψα.» Έτρωγε χόρτα της ερήμου· τη δίψα του την έσβηνε μόνο η ουράνια δροσιά· τη μέρα καιγόταν από τον ήλιο, τη νύχτα τον έπιανε η παγωνιά. Για τους βαθύτερους αγώνες του όμως αρνήθηκε να μιλήσει, με μια συστολή που λέει περισσότερα από οποιαδήποτε περιγραφή: «δεν ταιριάζει να φανερώνονται όσα οφείλει ο άνθρωπος να κάνει στη μοναξιά, για την αγάπη του Θεού».

Βλέποντάς τον να έχει δοθεί ολοκληρωτικά στον αγώνα, ο Θεός πρόσταξε τον άγγελό Του να του φέρνει κάθε μέρα λίγο ψωμί και νερό. «Έτσι με τάιζε ο άγγελος τριάντα χρόνια.» Έπειτα από αυτά τα τριάντα χρόνια προστέθηκε μια παρηγοριά: κοντά στη σπηλιά του φύτρωσε ένας φοίνικας που είχε δώδεκα κλαδιά, «και κάθε κλαδί ξεχωριστά, σε έναν μήνα του χρόνου, έδινε τους καρπούς του» — όταν τέλειωνε ένας μήνας, τέλειωνε ο καρπός ενός κλαδιού· όταν ερχόταν ο άλλος, ερχόταν ο καρπός του άλλου. Ένα δέντρο-ημερολόγιο, που χάριζε τροφή μήνα με τον μήνα, χρόνο με τον χρόνο, μετρώντας τον χρόνο όχι σε χαμένες μέρες, αλλά σε καρπούς που δέχτηκε. Και μια πηγή ζωντανού νερού ανάβλυσε με θεϊκή πρόσταξη. «Τώρα έχω άλλα τριάντα χρόνια με μια τέτοια αφθονία.»

Ούτε όμως το ψωμί του αγγέλου ούτε ο καρπός του φοίνικα ήταν για εκείνον η πρώτη τροφή. «Κυρίως τρέφομαι και ποτίζομαι με γλυκύτητα από τα λόγια του Θεού, όπως είναι γραμμένο: Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού.» Αυτό είναι το κλειδί ολόκληρης της ζωής του, και δεν είναι ευσεβής φράση: είναι η ακριβής περιγραφή μιας ζωής στην οποία η Γραφή κρατούσε τη θέση όλων όσων εμείς ονομάζουμε τροφή, συντροφιά, ενίσχυση. Ένας άνθρωπος μόνος σε μια έρημο, ζωντανός εξήντα χρόνια, τρεφόμενος εξίσου από το ψωμί του ουρανού και από τον λόγο του ουρανού.

Το Ποτήριο που έφερε ο άγγελος

Κι όμως μένει ένα ερώτημα, εκείνο που του έθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας, και που αγγίζει την καρδιά όλων όσων πιστεύουμε για την Εκκλησία. Ένας άνθρωπος χωρίς ιερέα, χωρίς θυσιαστήριο, χωρίς αδελφότητα — από πού κοινωνεί; Τον ρώτησε ευθέως: «Πάτερ, από πού κοινωνείς το Σάββατο και την Κυριακή τα Πανάχραντα Μυστήρια του Χριστού;»

Η απάντηση του Ονουφρίου είναι ίσως ο πιο πολύτιμος λόγος ολόκληρου του βίου του: «Ο άγγελος του Κυρίου έρχεται σε μένα και μου φέρνει τα Πανάχραντα Μυστήρια του Χριστού και με κοινωνεί.» Και όχι μόνο αυτόν, αλλά όλους όσοι ζουν στην έρημο για τον Θεό και «ανθρώπινο πρόσωπο δεν βλέπουν»· αυτούς, κοινωνώντας τους, ο άγγελος «τους γεμίζει με ανέκφραστη χαρά».

Ας ζυγίσουμε τι λέγεται εδώ. Ο τέλειος ερημίτης δεν είναι ένας άνθρωπος που βγήκε από την Εκκλησία, αλλά ένας άνθρωπος που μπήκε τόσο βαθιά μέσα της, ώστε ο ίδιος ο ουρανός κατεβαίνει να τον κοινωνήσει. Και ακριβως εδώ φαίνεται η αλήθεια: ο Ονούφριος δεν στερείται την Ευχαριστία επειδή θα ήταν περιττή σε κάποιον που έφτασε σε τέτοιο ύψος — αντίθετα, επειδή ούτε ο πιο υψηλός ασκητής μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν, ο Θεός στέλνει τον άγγελο με το Ποτήριο εκεί όπου δεν υπάρχει ιερέας. Η απουσία θυσιαστηρίου στην έρημο δεν γεννά έναν παράδρομο γύρω από τα Μυστήρια, αλλά μια κάθοδο του ουρανού, ώστε τα Μυστήρια να μη λείπουν. Η μοναξιά του δεν τον κόβει από το Σώμα του Χριστού — τον τοποθετεί στην καρδιά της αόρατης Λειτουργίας, εκείνης που οι άγγελοι λειτουργούν ακατάπαυστα ενώπιον του θείου Θρόνου. Ο Ονούφριος δεν εγκατέλειψε τη Λειτουργία όταν εγκατέλειψε τον κόσμο. Έγινε δεκτός στο βάθος της, εκεί όπου η αγγελική λειτουργία δεν παύει ποτέ.

Οι αναγνώστες που παρακολούθησαν σε αυτόν τον ιστότοπο τη σειρά για το βιβλίο της Αποκάλυψης θα αναγνωρίσουν αμέσως το τοπίο: η ίδια ουράνια Λειτουργία, το ίδιο Ποτήριο, η ίδια αγγελική λειτουργία μπροστά στο Αρνίο. Η έρημος του Ονουφρίου και το ουράνιο θυσιαστήριο της Αποκάλυψης είναι ο ίδιος τόπος, που φαίνεται από δύο παράθυρα — και ο παλιός δεσμός ανάμεσα στη νηστεία και τη Λειτουργία βρίσκει εδώ την πιο καθαρή του μορφή: ένας άνθρωπος που, με τη νηστεία εξήντα χρόνων, δεν απομακρύνθηκε από τον Δείπνο του Κυρίου, αλλά οδηγήθηκε στο ουράνιο τραπέζι του από το χέρι ενός αγγέλου.

«Εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου»

Η συνάντησή τους ήταν σύντομη και ήταν αποχωρισμός. Την επομένη το πρωί, μετά την ψαλμωδία του Όρθρου, ο μάρτυρας είδε το πρόσωπο του γέροντα αλλαγμένο και φοβήθηκε. Ο Ονούφριος όμως του είπε: «Μη φοβάσαι, αδελφέ, γιατί ο Θεός, που προς όλους είναι εύσπλαχνος, σε έστειλε σε μένα για να θάψεις το σώμα μου· γιατί σήμερα τελειώνω την πρόσκαιρη ζωή μου.» Ήταν η δωδέκατη ημέρα του μηνός Ιουνίου — η ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τον τιμά ως σήμερα.

Του άφησε ένα μόνο αίτημα, εκείνο στο οποίο οφείλουμε το ότι τον γνωρίζουμε: «Αγαπητέ αδελφέ, αν επιστρέψεις στην Αίγυπτο, να με μνημονεύσεις στους αδελφούς και σε όλους τους χριστιανούς.» Έπειτα, γονατίζοντας στη γη, είπε τον τελευταίο λόγο: «Εις χείρας σου, Θεέ, παραθήσομαι το πνεύμα μου!» Και εκείνη τη στιγμή «τον περιέλαμψε από τον ουρανό ένα θαυμαστό φως και, μέσα στη λάμψη εκείνου του φωτός, χαρούμενος στο πρόσωπο, παρέδωσε το πνεύμα του». Ακούστηκε στον αέρα αγγελική φωνή, που έψαλλε και ευλογούσε τον Θεό, γιατί οι άγγελοι έπαιρναν την ψυχή του οσίου και «την ανέβαζαν με χαρά στον Θεό».

Έπειτα έρχεται το σημάδι στο οποίο πρέπει να σταθούμε. Ο μάρτυρας έθαψε τον άγιο σε έναν λάκκο που βρέθηκε έτοιμος σε μια πέτρα, «όχι με ανθρώπινα χέρια, αλλά με την πρόνοια του Θεού». Και ήθελε να μείνει εκεί, σε εκείνο τον ευλογημένο τόπο, για να συνεχίσει τη ζωή του ερημίτη. Αλλά «αμέσως μπροστά στα μάτια μου έπεσε η σπηλιά, ο φοίνικας που έτρεφε τον άγιο έπεσε ξεριζωμένος, και η πηγή με το ζωντανό νερό στέρεψε».

Ο φοίνικας δεν γέρασε και η πηγή δεν στέρεψε από μόνη της. Έπεσαν τη στιγμή που ο άνθρωπος θέλησε να τα κληρονομήσει. Και το μάθημα είναι φανερό σαν το φως: το δώρο δεν δένεται με τον τόπο, με το δέντρο, με την πηγή, με τη σπηλιά. Δένεται με τη ζωή του αγίου. Την αγιότητα δεν την κληρονομείς μετακομίζοντας στο κελί κάποιου άλλου. Ο φοίνικας καρποφορούσε δώδεκα μήνες τον χρόνο για τον Ονούφριο, όχι για τον τόπο καθαυτόν· κι όταν ο Ονούφριος έφυγε, ο φοίνικας δεν είχε πια ποιον να θρέψει. Ο Θεός δεν αφήνει ίχνη που μπορεί κάποιος να τα μαζέψει φτηνά. Αφήνει ζωές, και οι ζωές θέλουν να τις ζήσεις, όχι να τις μαζεύεις από το έδαφος.

Γνωστοί μόνο στον Θεό

Ο Ονούφριος δεν είναι, σε αυτή την έρημο, ο μόνος του είδους του. Εκείνος που τον βρήκε συνάντησε, στο ίδιο ταξίδι, και άλλους δούλους του Θεού άγνωστους στον κόσμο — ασκητές που ο άγγελος κοινωνούσε με τον ίδιο τρόπο, κρυφά, μακριά από κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Και όταν ο μάρτυρας τους παρακάλεσε να πουν τα ονόματά τους, για να τα μνημονεύσει στους αδελφούς, μερικοί αρνήθηκαν, με ένα λόγο που θα έπρεπε να χαραχτεί πάνω από ολόκληρη τη συζήτησή μας για την αγιότητα: «Ο Θεός, που τα ξέρει όλα, ξέρει και το όνομά μας.»

Εδώ πρέπει να σταθούμε και να κοιτάξουμε με προσοχή, χωρίς να πιέσουμε τίποτα. Ζούμε σε μια εποχή όπου η αγιότητα θέλει συχνά να φαίνεται, να ονομάζεται, να καθηλώνεται γρήγορα σε εικόνες και ακολουθίες. Η έρημος του Ονουφρίου μάς θέτει μπροστά το ακριβως αντίθετο πρόσωπο: ανθρώπους που ξέφευγαν από το να γίνονται γνωστοί, των οποίων η μόνη επιθυμία ήταν το όνομά τους να μένει γραμμένο μόνο στο βιβλίο του ουρανού. Δεν λέμε με αυτό τίποτα εναντίον της κανονικής τιμής των αγίων — η μνήμη του ίδιου του Ονουφρίου μάς ήρθε ακριβως από μια τέτοια τιμή. Λέμε μόνο ό,τι λέει η ίδια η ζωή: ότι το αληθινό μέτρο ενός ανθρώπου ενώπιον του Θεού δεν είναι η αναγνώριση που απόλαυσε ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά η ζωή που έζησε όταν δεν τον έβλεπε κανείς.

Και εδώ κλείνει ο κύκλος. Οι Πατέρες του Έριτ είχαν πει στο παιδί Ονούφριο ότι ο ασκητής της ερήμου είναι μεγαλύτερος από εκείνους της αδελφότητας ακριβως επειδή κανείς δεν τον βλέπει, κανείς δεν τον παρηγορεί, κανείς δεν υπολογίζει τον κόπο του — και ότι σε εκείνον, τον αόρατο στους ανθρώπους, ο Θεός στέλνει τους αγγέλους Του. Ο Ονούφριος πήρε εκείνον τον λόγο ως νόμο της ζωής του και τον εκπλήρωσε ως το τέλος: ήταν αυτός για τον οποίο μιλούσαν οι Πατέρες, ο άνθρωπος που δεν τον έβλεπε κανείς και που τον έτρεφε ο άγγελος. Αυτή η φωνή της ερήμου — που εκτιμά την αφάνεια σαν θησαυρό και τη φυγή από την ανθρώπινη δόξα ως τον ορθό δρόμο — δεν είναι λόγος μόνο του Ονουφρίου, αλλά γλώσσα ολόκληρης της ησυχαστικής παράδοσης, από τους Πατέρες της Θηβαΐδας ως σήμερα. Ο Ονούφριος υπήρξε μέγας όχι επειδή τον είδαν, αλλά πολύ πριν τον δουν, στα εξήντα χρόνια που δεν τον είδε κανείς καθόλου.

Μια σημείωση για εκείνον που έγραψε

Και εδώ κρύβεται ένα δώρο που μας κάνει η ίδια η ζωή, για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να χειριζόμαστε τις πηγές. Όλα όσα γνωρίζουμε για τον Ονούφριο μάς έρχονται, όπως είπαμε, από έναν μόνο μάρτυρα: έναν ασκητή ονόματι Παφνούτιο, που βγήκε από το μοναστήρι του ακριβως για να μάθει αν υπάρχει στην έρημο κάποιος μοναχός «που να υπηρετεί τον Κύριο περισσότερο από εμένα». Εκείνος έγραψε όσα είδε και άκουσε, και από το γραπτό του διασώθηκε η μνήμη.

Η ορθόδοξη έρημος διατηρεί ένα μόνο πρότυπο τέτοιων αποκαλύψεων. Όπως η Οσία Μαρία η Αιγυπτία δεν θα είχε γίνει ποτέ γνωστή αν ο Θεός δεν είχε στείλει τον Όσιο Ζωσιμά να την βρει πέρα από τον Ιορδάνη, έτσι και ο Ονούφριος μάς έμεινε μόνο μέσω του Παφνουτίου — ενός μάρτυρα που βγήκε στην έρημο πιστεύοντας ότι είχε φτάσει στο μεγάλο μέτρο, και βρήκε κάποιον πολύ ανώτερό του. Η ομοιότητα φτάνει ως την καρδιά του Μυστηρίου: όπως ο Ζωσιμάς γύρισε στην έρημο ακριβως για να κοινωνήσει τη Μαρία, εκείνη που ήταν χωρίς ιερέα και χωρίς θυσιαστήριο, έτσι και στον Ονούφριο ο άγγελος έφερνε το Άγιο Ποτήριο. Η ίδια πείνα για την Ευχαριστία εκείνων που αποσύρθηκαν στη μοναξιά για τον Θεό, εκπληρωμένη από τον ουρανό με τους άγνωστους δρόμους του.

Ποιος όμως Παφνούτιος; Εκείνος που τοποθέτησε αυτόν τον βίο στη συλλογή των αγίων δεν προσπερνά το ερώτημα, αλλά το θέτει ο ίδιος, με μια επιμέλεια που θα έπρεπε να έχουμε όλοι. Γιατί, όπως παρατηρεί, «στις Εκκλησιαστικές Ιστορίες και στα Γεροντικά βρίσκονται πολλοί με το όνομα Παφνούτιος». Είναι ο Παφνούτιος ο επίσκοπος και ομολογητής, εκείνος στον οποίο βγάλανε το δεξί μάτι στα χρόνια του Μαξιμιανού και που, στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, σηκώθηκε να υπερασπιστεί τον γάμο των ιερέων — τον μνημονεύουν οι ιστορικοί Σωκράτης, Σωζομενός και Νικηφόρος. Υπάρχουν κι άλλοι μερικοί: ο Παφνούτιος ο μάρτυρας, ο Παφνούτιος ο πατέρας της Οσίας Ευφροσύνης, ο Παφνούτιος της μετανοίας της Θαΐδος, ο Παφνούτιος ο μαθητής του Οσίου Μακαρίου. Εκείνος όμως που βρήκε τον Ονούφριο δεν είναι, διευκρινίζει ο συγγραφέας, κανένας από τους ονομαστούς, αλλά ένας άλλος Παφνούτιος, «όπως αποδεικνύεται από ένα παλιό ελληνικό χειρόγραφο γεροντικό».

Αξίζει να επιμείνουμε σε αυτή τη λεπτομέρεια, γιατί είναι από μόνη της ένα μάθημα. Ένας άγιος συγγραφέας, έχοντας μπροστά του μια θαυμαστή ζωή, δεν βιάζεται να την συνδέσει με το πιο γνωστό ταιριαστό όνομα. Ζυγίζει, διακρίνει, παραθέτει τις πηγές, ομολογεί πού στηρίζεται και πού δεν μπορεί να ξέρει περισσότερα. Αυτή είναι η ίδια η συνήθεια που η πίστη ζητά από όποιον χειρίζεται τα άγια πράγματα: όχι να στολίζει, αλλά να επιβεβαιώνει.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί και πως διαβάζει η Εκκλησία έναν τέτοιο βίο. Το Συναξάρι δεν είναι χρονικό, αλλά εικόνα σε λόγο. Όπως η εικόνα δεν φωτογραφεί το πρόσωπο του αγίου, αλλά δείχνει τη δόξα του, έτσι και ο βίος του Ονουφρίου δεν μας δίνει το πρακτικό των εξήντα χρόνων στην έρημο, αλλά την αλήθειά τους: ότι ο Θεός τρέφει εκείνον που Τον αναζητά, ότι η έρημος είναι τόπος της Λειτουργίας, ότι η αγιότητα καρποφορεί αόρατη. Όποιος ρωτά αν ο φοίνικας καρποφορούσε πράγματι δώδεκα μήνες τον χρόνο, θέτει το ερώτημα που θέτεις σε μια φωτογραφία, όχι σε μια εικόνα. Η αλήθεια του φοίνικα δεν είναι βοτανική, αλλά πνευματική — λέει ότι, εκεί όπου ένας άνθρωπος δίνεται ολόκληρος στον Θεό, η ίδια η γη γίνεται τροφοδότης με την πρόσταξη του Πλάστη. Έτσι έγραψαν οι Πατέρες αυτούς τους βίους και έτσι τους δέχεται η Εκκλησία: όχι ζυγίζοντας κάθε λεπτομέρεια στη ζυγαριά της ιστορίας, αλλά διαβάζοντας μέσα της την αρχαία μαρτυρία της θείας πρόνοιας.

Ο βίος του Ονουφρίου μάς διδάσκει για την αγιότητα· η σημείωση για τον Παφνούτιο μάς διδάσκει για την αλήθεια. Και τα δύο πηγαίνουν μαζί, γιατί ένας άγιος δεν τιμάται με παραμύθια, αλλά με επιβεβαιωμένα γεγονότα.

Ένα παράθυρο: ο Όσιος Πέτρος ο Αθωνίτης

Στην ίδια σελίδα του ημερολογίου, στις 12 Ιουνίου, η Εκκλησία μνημονεύει έναν ακόμη μεγάλο ασκητή: τον Όσιο Πέτρο τον Αθωνίτη, που τιμάται ως ο πρώτος γνωστός ερημίτης του Αγίου Όρους. Η γειτνίαση των δύο στην ίδια ημέρα δεν είναι τυχαία. Συνδέει, πάνω από τους αιώνες και τις θάλασσες, την έρημο της Αιγύπτου με τον Κήπο της Θεοτόκου — τον ίδιο δρόμο της μοναξιάς για τον Θεό, που περπατήθηκε πρώτα στις άμμους της Θηβαΐδας και ύστερα στους βράχους του Άθω.

Ο Πέτρος υπήρξε στρατιώτης και Έλληνας στρατηγός. Αιχμαλωτίστηκε σε μια μάχη στη Συρία και ρίχτηκε σε αλυσίδες στην πόλη Σαμάρα, στον Ευφράτη, και θυμήθηκε ότι πολλές φορές είχε αποφασίσει να αποκηρύξει τον κόσμο και δεν το είχε κάνει — και κατάλαβε την αιχμαλωσία ως μια αναβληθείσα πρόσκληση. Προσευχήθηκε με ζέση στον Άγιο Νικόλαο, και με τη μεσιτεία του και του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου απελευθερώθηκε από τη φυλακή. Από εκεί ξεκίνησε τον δρόμο που θα τον οδηγούσε στην έρημο του Άθω, όπου έζησε, όπως ο Ονούφριος, πολλά χρόνια μοναξιάς δοσμένης ολόκληρης στον Θεό. Για εκείνον — και για τη σύνδεση ανάμεσα στην αιγυπτιακή ησυχία και τις απαρχές της αθωνικής ζωής — θα υπάρξει, ίσως, ένας ξεχωριστός λόγος.

Προς το παρόν μάς αρκεί να τοποθετήσουμε τις δύο μορφές η μία δίπλα στην άλλη, στο φως της ίδιας ημέρας: δύο άνθρωποι που πίστεψαν ότι ο καλύτερος τόπος μιας ζωής είναι εκεί όπου τη βλέπει μόνο ο Θεός.

Επίλογος, στις ημέρες της Νηστείας των Αποστόλων

Η μνήμη του Οσίου Ονουφρίου πέφτει μέσα στις ημέρες της Νηστείας των Αγίων Αποστόλων — μιας νηστείας που θεσπίστηκε ακριβως στα ίχνη εκείνων που τα άφησαν όλα και ακολούθησαν τον Χριστό. Δεν είναι μια ασήμαντη σύμπτωση. Ο Ονούφριος έφερε, στην έρημό του, ως το πιο απομακρυσμένο σημείο, ό,τι η νηστεία ζητά από τον καθένα μας κατά το μέτρο μας: να αποσπαστούμε από όσα τρέφουν το σώμα, για να μάθουμε να τρεφόμαστε από όσα τρέφουν την ψυχή. Πήρε ψωμί από το χέρι του αγγέλου, γιατί πήρε πρώτα, ως τροφή, τον λόγο από το στόμα του Θεού.

Λίγοι από εμάς καλούμαστε στην έρημο. Όλοι όμως καλούμαστε στο τραπέζι που ο άγγελος έφερνε στον Ονούφριο — στο Ποτήριο που έρχεται από τον ουρανό και που στην Εκκλησία μάς προσφέρεται όχι με αγγελικά χέρια, αλλά με τα χέρια των ιερέων, κι όμως από το ίδιο επάνω θυσιαστήριο. Και ίσως αυτή να είναι η πρώτη διδασκαλία μιας ζωής που έζησε εξήντα χρόνια κάτω από το μοναδικό βλέμμα του Θεού: ότι τίποτα από όσα κάνουμε στα κρυφά δεν χάνεται, και ότι η αληθινή μας ζωή είναι ακριβως εκείνη που δεν την βλέπει κανείς.

Όσιε Πάτερ Ονούφριε, πρέσβευε στον Θεό υπέρ ημών.


Τα αποσπάσματα παρατίθενται από τους Βίους των Αγίων του μηνός Ιουνίου, ημέρα 12η (σσ. 106–117). Η Αγία Γραφή: Συνοδική Βίβλος.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.