
Υπάρχουν άγιοι τους οποίους η Εκκλησία τιμά μέσα στο πλήρες φως των Συνάξεων, με ακολουθίες συντεταγμένες από νωρίς και με εορτασμό καθιερωμένο χωρίς δισταγμό. Και υπάρχουν άλλοι, η τιμή των οποίων πέρασε η ίδια μέσα από ένα είδος ερήμου: μέσα από τη σιωπή, τη λήθη, ακόμη και μια περίοδο απαγόρευσης, προτού εδραιωθεί ξανά, ενισχυμένη. Ο Όσιος Νίκανδρος, ο ερημίτης του Πσκοφ, ανήκει σε αυτούς τους τελευταίους. Η επίγεια ζωή του κύλησε σχεδόν ολόκληρη στην απόλυτη μοναξιά των δασών και των ελών της βόρειας Ρωσίας· και η ιστορία της τιμής του, μετά τον θάνατό του, ακολούθησε μια πορεία όχι λιγότερο δύσβατη, την οποία αξίζει να παρατηρήσουμε με προσοχή, επειδή μας διδάσκει κάτι για τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία διακρίνει την αληθινή αγιότητα.
Η βόρεια έρημος, προέκταση της Αιγύπτου
Για έναν ορθόδοξο αναγνώστη, το όνομα «ερημίτης» φέρνει αμέσως στον νου την εικόνα της πρώτης Αιγύπτου: ο Μέγας Αντώνιος, ο Μακάριος, οι Πατέρες της Σκήτεως. Είναι εύκολο να θεωρήσουμε εκείνον τον αγώνα δεμένο με μια συγκεκριμένη γη και μια συγκεκριμένη εποχή, πέρα από τις δυνατότητες των μεταγενέστερων χριστιανών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία των βόρειων ερημιτών της Ρωσίας. Στην περιοχή του Πσκοφ, τον 15ο και τον 16ο αιώνα, το αναχωρητικό ιδανικό βιώθηκε εκ νέου, με όλη του την αυστηρότητα, σε άλλο κλίμα και κάτω από άλλον ουρανό — όχι στην ξερή καυτή άμμο, αλλά στο κρύο έλος, στο πυκνό δάσος, στον μακρύ χειμώνα.
Ο πρώτος από αυτούς τους ερημίτες του Πσκοφ υπήρξε ο Όσιος Ευφροσύνος, ιδρυτής της μονής του Ελεάζαρ, τον οποίο διαδέχθηκε ο μαθητής του, ο Όσιος Σάββας του Κρυπέτσκ. Σε αυτή τη γραμμή εντάσσεται ο Νίκανδρος, ως πνευματικός τους γιος μετά από πολλά χρόνια: από παιδί λαχταρούσε να ακολουθήσει τον αγώνα τους και να προσκυνήσει τα λείψανά τους. Ο ιστορικός Νικολάι Σερεμπριάνσκι, ο σημαντικότερος μελετητής της ζωής του, τον αποκάλεσε «έναν θαυμαστό ασκητή, ασυνήθιστο όχι μόνο στην ιστορία του μοναχισμού του Πσκοφ, αλλά και σε εκείνη του μοναχισμού ολόκληρης της Ρωσίας», επισημαίνοντας ότι εκείνος «θύμισε ξανά τις παρακαταθήκες των ιδρυτών της ερημικής ζωής και με τη ζωή του απέδειξε ότι ακόμη και η υψηλότερη απαίτησή τους — η ησυχία του ερημίτη μέσα στη μοναξιά — δεν μπορεί να θεωρηθεί αγώνας πέρα από τις δυνάμεις του αληθινού μοναχού».
Αυτή είναι η πρώτη διδασκαλία της ζωής του: η έρημος δεν έκλεισε μαζί με την Αίγυπτο. Εκεί όπου βρίσκεται μια ψυχή που την αναζητά αληθινά, ανοίγει ξανά.
Ο δρόμος προς τη μοναξιά
Ο Όσιος Νίκανδρος — με βαπτιστικό όνομα Νίκων — γεννήθηκε στις 24 Ιουλίου 1507, στο χωριό Βιντέλεμπο της γης του Πσκοφ, περίπου τριάντα πέντε βέρστια από την πόλη, σε οικογένεια αγροτών, του Φιλίππου και της Αναστασίας. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς και το βρέφος έμεινε στη φροντίδα της μητέρας του. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Αρσένιος, είχε ήδη μπει σε μοναστήρι· και η μητέρα του, έχοντας μείνει χήρα, θα γινόταν αργότερα μοναχή με το όνομα Ναταλία.
Από παιδί ο Νίκων πήγαινε στον πέτρινο ναό του χωριού, αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, και — όπως λέει ο Βίος — «θαύμαζε το ψάλσιμο και το ανάγνωσμα της εκκλησίας». Ο πόθος να διαβάζει ο ίδιος τον λόγο του Θεού τον ώθησε σε μια απόφαση ασυνήθιστη για ένα παιδί αγροτών: πήγε στο Πσκοφ και προσλήφθηκε υπηρέτης σε έναν έμπορο ονόματι Φίλιππο, ο οποίος τον έστειλε να μάθει γράμματα σε έναν διάκονο. Αφού έμαθε να διαβάζει, ο νέος περιήλθε πολλά μοναστήρια, αναζητώντας έναν τόπο ερήμου όπου θα περνούσε τη ζωή του.
Τον τόπο τον βρήκε μαζί με έναν σύντροφο, τον Θεόδωρο, σε μια μικρή νησίδα «μέσα στο δάσος και στα βρύα, ανάμεσα στον δρόμο του Πσκοφ και του Πορχόφ», σε απόσταση δεκαπέντε βερστίων από την πόλη Πορχόφ. Εκεί έζησε πολλά χρόνια, τρεφόμενος — σύμφωνα με τη συγκλονιστική μαρτυρία του Βίου — με ένα βαλτόχορτο που φύτρωνε γύρω από την καλύβα του.
Ο δρόμος του ως ερημίτη δεν υπήρξε ωστόσο μία συνεχής, αδιάκοπη γραμμή. Μετά την πρώτη μακρά παραμονή στην έρημο, καθώς πήγαινε κάποτε στο Πσκοφ, ο Νίκων πήγε στη μονή του Αγίου Σάββα του Κρυπέτσκ. Ο ηγούμενος, βλέποντας το εξασθενημένο σώμα του, φοβήθηκε στην αρχή να τον δεχθεί, θεωρώντας ότι η αυστηρότητα της κοινοβιακής ζωής θα ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Τότε — διηγείται ο Βίος — ο Νίκων έπεσε μπροστά στη λάρνακα του Αγίου Σάββα και άρχισε να τον παρακαλεί, σαν να ήταν ζωντανός, να τον πάρει στην αδελφότητά του. Ο ηγούμενος υποχώρησε και τον έκειρε μοναχό, δίνοντάς του το όνομα Νίκανδρος.
Δεν έμεινε πολύ καιρό στο Κρυπέτσκ. Ένιωσε ξανά την κλήση της ερήμου και επέστρεψε στη μοναξιά του. Ακολούθησε μια δεύτερη περίοδος ερημικής ζωής, επίσης περίπου δεκαπέντε ετών, γεμάτη βαριές δοκιμασίες. Έπειτα, μετά από μια νέα επιστροφή στο μοναστήρι — όπου υπηρέτησε ως εκκλησιάρχης και κατόπιν ως κελλάριος — αναχώρησε πάλι, ζώντας για ένα διάστημα σε απόσταση τριών βερστίων από την αδελφότητα. Στο τέλος επέστρεψε οριστικά στην έρημό του, όπου επρόκειτο να περάσει το μακρύτερο μέρος της ζωής του.
Αυτή η εναλλαγή — έρημος, κοινόβιο, έρημος — δεν πρέπει να διαβαστεί ως αστάθεια. Δείχνει, αντίθετα, τον αγώνα μιας ψυχής που γνωρίζει την κλήση της προς την τέλεια ησυχία, αλλά που υποτάσσεται και στην υπακοή, και που επιστρέφει κάθε φορά στον τόπο που ο Θεός της όρισε. Διότι όταν κάποια στιγμή ο Νίκων βρισκόταν στο Πσκοφ, στη θεία Λειτουργία, άκουσε — λέει ο Βίος — μια φωνή που τον έστελνε πίσω στην έρημο που του είχε υποδειχθεί προηγουμένως, υποσχόμενη ότι εκεί θα βρει ανάπαυση και ότι, μετά από αυτόν, ο τόπος εκείνος θα πλατύνει και πολλοί θα σωθούν σε αυτόν.
Νήψη, πένθος και εργασία
Εδώ βρίσκεται η καρδιά της ζωής του και ο πυρήνας όλων όσων μπορούμε να μάθουμε από αυτόν. Διότι ο Νίκανδρος δεν άφησε πίσω του εκτεταμένα συγγράμματα, παρά μερικά λόγια και ένα παράδειγμα ζωής. Και από αυτή την ολιγότητα λάμπει μια καθαρή ησυχαστική διδασκαλία.
Ο λόγος που διατηρήθηκε και που πέρασε ακόμη και στην εικονογραφία του είναι η παρομοίωση της μοναχικής ζωής με ένα χωράφι σιταριού. Η μοναχική ζωή, έλεγε, είναι όμοια με το σταροχώραφο: έχει ανάγκη από πυκνή βροχή δακρύων και από πολύ κόπο. Αν θέλεις να φέρεις πλούσιο καρπό και όχι αγκάθια, να είσαι άγρυπνος στον νου και να κοπιάζεις. Φρόντισε να γίνεις γη καλή και όχι πετρώδης τόπος, ώστε να μπορέσει να καρποφορήσει ό,τι σπάρθηκε άνωθεν στην καρδιά σου, και να μη ξεραθεί από τον καύσωνα της οκνηρίας και της αδιαφορίας.
Είναι λίγα λόγια, αλλά μέσα τους περιέχεται ολόκληρη η εσωτερική τάξη του αγώνα: η νήψη του νου (επαγρύπνηση πάνω στους λογισμούς, ώστε η γη να καλλιεργείται), το πένθος (η βροχή των δακρύων, χωρίς την οποία ο σπόρος δεν βλασταίνει) και ο διαρκής κόπος (το έργο που δεν γνωρίζει οκνηρία). Είναι η ακριβής εικόνα του έργου που οι Άγιοι Πατέρες ονομάζουν νήψη και φύλαξη της καρδιάς — ένδειξη ότι ο Νίκανδρος, αν και αγράμματος χωρικός που μόλις είχε μάθει να διαβάζει, είχε πιει από την αληθινή πηγή της Φιλοκαλίας μέσα από την ίδια του τη ζωή.
Και έζησε αυτό που είπε. Η πιο εκπληκτική μαρτυρία του Βίου είναι ότι, στην τελευταία και μακρύτερη περίοδο του ερημικού του βίου, επί δεκαπέντε χρόνια «κανένας άνθρωπος δεν είδε το πρόσωπό του». Τόσο τέλεια ήταν η κρυφή ζωή του, ώστε οι άνθρωποι δεν ήξεραν καν γι’ αυτόν. Ο αγώνας του αποκαλύφθηκε τυχαία: κάποιος Πέτρος Εσιούκοφ, καθώς κυνηγούσε μέσα στο δάσος έναν άλκη που είχε πλησιάσει το κτήμα του, βυθίστηκε δέκα βέρστια μέσα στο δάσος και είδε, στα βρύα, ίχνη ανθρώπινου ποδιού. Ακολουθώντας τα, έφτασε σε μια μικρή καλύβα, περιφραγμένη με φράχτη από βέργες. Αφού είπε τρεις φορές την προσευχή, ο ερημίτης τον φώναξε με το όνομά του από μέσα — διότι είχε το χάρισμα της διόρασης.
Στον δρόμο αυτού του αγώνα, ο Βίος διηγείται πολλούς πειρασμούς και φαντάσματα του πονηρού, τα οποία ο Νίκανδρος νίκησε με τη δύναμη της προσευχής. Δύο φορές φέρεται να του εμφανίστηκε σε όραμα ο Άγιος Αλέξανδρος του Σβιρ, ενισχύοντάς τον, μετά από το οποίο — λέει ο Βίος — «ο άγιος λυτρώθηκε από όλες τις παγίδες του εχθρού». Ο Βίος διασώζει επίσης ένα επεισόδιο με ληστές που λεηλάτησαν την καλύβα του και τον ξυλοκόπησαν σκληρά, από τους οποίους δύο, καθώς περιπλανήθηκαν στην επιστροφή μέσα στο δάσος, γύρισαν πίσω και του επέστρεψαν όσα είχαν πάρει, ενώ οι άλλοι δύο χάθηκαν πνιγμένοι στον ποταμό Ντεμιάνκα.
Αυτές οι διηγήσεις πρέπει να γίνονται δεκτές όπως είναι: ως αγιολογική παράδοση, διατηρημένη στον Βίο του αγίου, και όχι ως ιστορικά επαληθευμένα γεγονότα. Θα δούμε σύντομα γιατί αυτή η διάκριση είναι, στην περίπτωση του Νικάνδρου, ιδιαίτερα σημαντική. Παραμένουν ωστόσο η μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο οι σύγχρονοι και οι άμεσοι διάδοχοί του κατάλαβαν τον αγώνα του: ως πραγματική πάλη με τις δυνάμεις του σκότους, που νικήθηκαν με την προσευχή και τη χάρη.
Η σωματική αυστηρότητα αυτού του αγώνα ήταν πραγματική. Ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, τον επισκέφθηκε ο Πέτρος, διάκονος ενός μοναστηριού κοντά στο Πορχόφ. Στη συζήτηση μαζί του, ο ερημίτης του είπε ότι επί τρία χρόνια τον πονούσαν τα πόδια, «αλλά τώρα βρήκα ανακούφιση». Όταν ο διάκονος κοίταξε τα πόδια του, είδε — λέει ο Βίος — ότι οι κνήμες είχαν πέσει και είχε μείνει μόνο το γυμνό οστό. Αυτός ο σιωπηλός, εξαντλητικός αγώνας, που διεξήχθη χωρίς μάρτυρα και χωρίς ανθρώπινη παρηγοριά, είναι το μέτρο του τι υπήρξε ο Νίκανδρος.
Κι όμως — και αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία για να τον κατανοήσουμε σωστά — η μοναξιά του δεν υπήρξε ποτέ ρήξη με την Εκκλησία. Όσο βαθιά κι αν κρυβόταν μέσα στο δάσος, ο Νίκανδρος παρέμενε δεμένος με την μυστηριακή πηγή της ζωής: τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ερχόταν από την έρημό του στη μονή της Γεννήσεως του Κυρίου στον Ντεμιάνκα, για να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει, και οκτώ χρόνια πριν από την κοίμησή του δέχθηκε εκεί το μεγάλο σχήμα. Ο ερημικός βίος του δεν ήταν πνευματική αυτονομία, ούτε αναζήτηση μιας αυτόνομης εμπειρίας έξω από την εκκλησιαστική τάξη, αλλά υπακοή που έφτανε ως τα πέρατα του κόσμου. Αυτή είναι η σφραγίδα του αληθινού ορθόδοξου ερημιτισμού και το όριο που τον χωρίζει από κάθε μορφή υπερήφανης απομόνωσης: ο αληθινός αναχωρητής φεύγει από τον κόσμο, αλλά όχι από την Εκκλησία· στερείται τα πάντα, αλλά όχι τα Άγια Μυστήρια.
Η προφητεία που εκπληρώθηκε
Ο άγιος γνώριζε από πριν το τέλος του. Προφήτευσε ότι θα πεθάνει όταν οι εχθροί θα εισβάλουν στην πατρίδα, προλέγοντας συνάμα και την επικείμενη ήττα τους. Και έτσι έγινε. Το 1581, ο στρατός του βασιλιά της Πολωνίας Στεφάνου Μπατόρι εισέβαλε στη γη του Πσκοφ και η πόλη πολιορκήθηκε από τον Αύγουστο του 1581 έως τον Φεβρουάριο του 1582. Εκείνη την εποχή πολέμου ο Νίκανδρος εκοιμήθη, μόνος στην καλύβα του, σύμφωνα με την τάξη ολόκληρης της ζωής του.
Το σώμα του το βρήκε ένας χωρικός από το Μπορόβιτσι, ο Ιβάν Ντόλγκι, που είχε έρθει να ζητήσει την ευλογία του· τον βρήκε να κείτεται στο κρεβάτι, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Οι κάτοικοι του Πορχόφ, μαθαίνοντας για την κοίμησή του, ξεκίνησαν για την ταφή του, αν και γύρω από το Πσκοφ και το Πορχόφ γίνονταν μάχες. Περνώντας αβλαβείς ανάμεσα από τα στίφη του Μπατόρι, έφτασαν στην έρημο. Ο Νίκανδρος θάφτηκε την εορτή της Σκέπης της Θεοτόκου, κοντά στο κελί του, κάτω από μια βαλανιδιά.
Ο άγιος είχε αφήσει εντολή, πριν από τον θάνατό του, να μην εγκαταλειφθεί ο τόπος του αγώνα του, υποσχόμενος την προστασία του σε όσους θα εγκαθίσταντο εκεί. Ο διάκονος Πέτρος ανήγειρε πάνω από τον τάφο έναν ναό αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και το 1584, στον τόπο που αγιάστηκε από σχεδόν μισό αιώνα προσευχής, ιδρύθηκε μοναστήρι, που ονομάστηκε Ερημητήριο του Νικάνδρου. Ο πρώτος κάτοικος και κτήτοράς του ήταν ο ηγούμενος Ησαΐας, για τον οποίο ο Βίος λέει ότι είχε θεραπευθεί με τις προσευχές του αγίου.
Η τιμή και η δοκιμασία της
Εδώ αρχίζει το λιγότερο γνωστό — και πιο διδακτικό — μέρος της ιστορίας. Διότι ο δρόμος της τιμής του Νικάνδρου δεν υπήρξε ομαλός, και το να τον παρακολουθήσουμε με ακρίβεια μας προφυλάσσει από μια υπεραπλουστευμένη αντίληψη για το πώς ένας άγιος φτάνει να εορτάζεται στην Εκκλησία.
Η τιμή άρχισε αμέσως μετά την κοίμηση, με φυσικό τρόπο, στον τάφο μέσα στην έρημο. Το πρώτο θαύμα μετά τον θάνατο, που διηγείται ο Βίος, αφορά τον ίδιο τον ηγούμενο Ησαΐα. Κανονικά, με τη μεσολάβηση του μητροπολίτη Νόβγκοροντ Νίκωνα — του μετέπειτα πατριάρχη πάσης Ρωσίας, που τιμούσε τον άγιο — τελέστηκε, κατά την εκτίμηση του ιστορικού Γκολουμπίνσκι, μια τοπική αγιοκατάταξη, κάποτε ανάμεσα στα έτη 1649 και 1652. Το 1652, ένας βογιάρος, ο Ιάκωβος Μουραβίοφ, που δεν είχε παιδιά, έχτισε κατόπιν τάματος έναν ναό στο όνομα του Οσίου Νικάνδρου κοντά στην αυλή του, και λίγο αργότερα γεννήθηκε ένας γιος. Στο ίδιο το μοναστήρι της ερήμου, ο Νίκανδρος τιμούνταν ως άγιος: στη λάρνακά του τελούνταν ακολουθίες, άναβαν καντήλια, αγιογραφούνταν εικόνες.
Κι όμως, όταν τα πράγματα φαινόταν να οδεύουν προς πλήρη εδραίωση, ήρθε μια απροσδόκητη παύση.
Το 1687 έγινε η ανεύρεση των λειψάνων του αγίου. Στις 29 Ιουνίου εκείνου του έτους, με την ευλογία του πατριάρχη Ιωακείμ, μια επιτροπή αποτελούμενη από τον επίσκοπο Λεόντιο του Ταμπόφ, τον αρχιμανδρίτη Ευθύμιο του Χουτίν, τον ηγούμενο Γερμανό και τον κελλάριο του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ εξέτασε τα λείψανα, τα έπλυνε και τα τοποθέτησε ξανά, με τιμή, στον τοίχο. Ο μητροπολίτης Κορνήλιος έστειλε στη Μόσχα τον Βίο και την «πρόσφατα συντεταγμένη ακολουθία» του αγίου, «για αληθινή γνώση και βεβαίωση».
Αυτό που ακολούθησε στη Σύνοδο της Μόσχας, στις 7 Οκτωβρίου 1687, είναι ο πυρήνας ολόκληρης της ιστορίας. Αφού ο ιερομόναχος Καρίων Ιστόμιν διάβασε τον Βίο μπροστά στη σύνοδο, ο πατριάρχης Ιωακείμ δεν επικύρωσε την τιμή — αλλά την απαγόρευσε. Διέταξε να αποσυρθεί η πρόσφατα συντεταγμένη ακολουθία, με το αιτιολογικό ότι την είχε συντάξει ο μοναχός Ανδρόνικος χωρίς αρχιερατική ευλογία· απαγόρευσε τον εορτασμό του αγίου· και όρισε, στη θέση του, να ψάλλονται μνημόσυνα — δηλαδή ακολουθίες μνήμης των κεκοιμημένων, και όχι τιμής ενός αγίου. Την ημέρα της κοίμησής του θα εορταζόταν ο Ευαγγελισμός, με την ακολουθία όλων των αγίων.
Το γεγονός αυτό είναι τόσο σημαντικό, ώστε αξίζει να ειπωθεί καθαρά: στη Σύνοδο του 1687, ο Όσιος Νίκανδρος, σύμφωνα με τη μαρτυρία της συνοδικής εκδοχής του Βίου, ουσιαστικά αποαγιοκατατάχθηκε. Πρέπει ωστόσο να διακρίνουμε με προσοχή τι σήμαινε και τι δεν σήμαινε αυτό. Δεν υπήρξε δογματική άρνηση της αγιότητάς του — η Εκκλησία δεν αποφάσισε ότι ο Νίκανδρος δεν είναι άγιος, πράγμα που ούτε θα ήταν στη δύναμή της —, αλλά μια διοικητική και λειτουργική απαγόρευση του επίσημου εορτασμού, για λόγους που αφορούσαν την καλή τάξη: η ακολουθία είχε συνταχθεί χωρίς αρχιερατική ευλογία, και η τοπική λατρεία δεν είχε ακόμη εξεταστεί και εγκριθεί πλήρως από τη Μεγάλη Εκκλησία. Ήταν, με άλλα λόγια, μια πράξη κανονικής σύνεσης, και όχι μια κρίση για την αξία του αγίου ενώπιον του Θεού. Ο ιστορικός Γκολουμπίνσκι θεώρησε εσφαλμένα ότι ο πατριάρχης είχε τότε επικυρώσει την τοπική τιμή· βασιζόταν, φαίνεται, στην έντυπη έκδοση του Βίου των ετών 1801–1805, στην οποία το αρχικό κείμενο για την εξέταση των λειψάνων είχε αλλαχθεί σημαντικά, ώστε να μοιάζει με έγκριση. Η παλαιά πηγή λέει όμως κάτι άλλο.
Πώς φτάσαμε λοιπόν να τιμάται σήμερα ξανά ο Όσιος Νίκανδρος; Η απάντηση είναι εξίσου εύγλωττη με την ίδια την απαγόρευση: η εντολή του πατριάρχη απλώς δεν εφαρμόστηκε. Παρά την επίσημη απαγόρευση, η τοπική τιμή δεν έσβησε, αλλά συνεχίστηκε με φυσικό τρόπο στον χώρο του μοναστηριού, όπου ο Νίκανδρος μνημονευόταν ως όσιος και όπου η καταγραφή των θαυμάτων συνεχίστηκε. Το 1697, μια γυναίκα που θεραπεύτηκε με τις προσευχές του αγίου, η Άννα Κρεκσίνα, έφερε στο μοναστήρι ένα κάλυμμα και το τοποθέτησε στη λάρνακά του. Η αληθινή τιμή, που γεννήθηκε από τον πνευματικό καρπό του αγίου, περίμενε έτσι υπομονετικά την ώρα που το όνομά του θα επανατοποθετούνταν καθαρά στην εκκλησιαστική τάξη.
Και η επανατοποθέτηση στην πλήρη τάξη της Εκκλησίας δεν έγινε με μια νέα πανηγυρική πράξη αγιοκατάταξης, αλλά με τον πιο φυσικό δρόμο της Ορθοδοξίας: με την εγγραφή του ονόματος στις Συνάξεις των αγίων. Η τιμή του ενισχύθηκε με την ένταξή του στη Σύναξη των Αγίων του Νόβγκοροντ — που καθιερώθηκε γύρω στο 1831 και ανανεώθηκε το 1981 — και στη Σύναξη των Αγίων του Πσκοφ, που θεσπίστηκε το 1987. Έτσι, μετά από περισσότερο από έναν αιώνα από την απαγόρευση του 1687, η Εκκλησία αναγνώρισε καθαρά αυτό που δεν είχε πάψει ποτέ να ομολογείται ζωντανά στον τάφο του αγίου.
Το κοσκίνισμα της ευλάβειας: η πέτρα του προσκεφαλαίου
Η ιστορία της τιμής του Νικάνδρου περιλαμβάνει ακόμη ένα επεισόδιο που αξίζει να ειπωθεί, επειδή αγγίζει ένα άλλο είδος διάκρισης από το πρώτο. Διότι άλλο είναι το κοσκίνισμα των γραπτών πηγών και άλλο το κοσκίνισμα των μορφών ευλάβειας που γεννιούνται, με τον καιρό, γύρω από έναν άγιο. Δεν είναι όλα όσα βλασταίνουν από την αγάπη του λαού για έναν άγιο, μόνο και μόνο λόγω της παλαιότητας ή του ζήλου, και υγιή.
Στο Ερημητήριο του Νικάνδρου φυλασσόταν μια πέτρα που θεωρούνταν, κατά την παράδοση, το προσκέφαλο στο οποίο ακουμπούσε το κεφάλι του ο άγιος την ώρα του ύπνου. Με τον καιρό, γύρω από αυτήν διαμορφώθηκε ένα έθιμο: οι προσκυνητές την έφεραν στους ώμους τους, περιφέροντάς την γύρω από τον ναό του μοναστηριού, «προς τιμή και δόξα του Οσίου Νικάνδρου». Και στην ίδια τη συνοδική εκδοχή του Βίου διηγείται, ως θαύμα, πώς ένας άνθρωπος που φέρεται να είχε χλευάσει όσους κουβαλούσαν την πέτρα έπεσε αμέσως σε παράλυση, θεραπευόμενος μόνο αφού ο ηγούμενος τέλεσε την ακολουθία του αγιασμού των υδάτων στον τάφο του αγίου.
Το 1735, ο αρχιεπίσκοπος Θεοφάνης Προκόποβιτς, βλέποντας σε αυτή την πρακτική «μόνο μια άσκοπη δεισιδαιμονία», έστειλε την πέτρα στη Σύνοδο για εξέταση. Και στις 9 Απριλίου 1736, η Σύνοδος αποφάσισε να ριχτεί η πέτρα στα νερά του Νέβα. Η απόφαση, όπως και εκείνη του 1687, δεν εκτελέστηκε — η πέτρα φυλασσόταν ακόμη στις αρχές του 20ού αιώνα στο συνοδικό αρχείο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σερεμπριάνσκι.
Αυτό το επεισόδιο δεν μειώνει σε τίποτα την τιμή του αγίου. Αντίθετα, φωτίζει ακριβώς την ευαισθησία με την οποία η Εκκλησία διακρίνει ανάμεσα στην αληθινή τιμή ενός αγίου και στα έθιμα που, προσκολλώμενα σε αυτήν, μπορούν να ολισθήσουν προς τη δεισιδαιμονία. Άλλο είναι η αγιότητα του Νικάνδρου, που μαρτυρείται με τα λείψανα και με τον καρπό· και άλλο μια πέτρα με την οποία περιφέρεται κανείς γύρω από έναν ναό. Η πρώτη παραμένει· η δεύτερη μπορεί να έχει ανάγκη από καθαρισμό. Ακριβώς εδώ φαίνεται ότι η ορθόδοξη διάκριση δεν είναι εχθρότητα προς την ευλάβεια, αλλά φροντίδα ώστε η ευλάβεια να παραμένει καθαρή, αναμεμιγμένη με τίποτα που θα μπορούσε να την σκοτίσει.
Μια διαπίστωση για τη μετάδοση των πηγών
Η περίπτωση του Νικάνδρου θέτει μπροστά μας και ένα μάθημα μετριοφροσύνης ως προς τις πηγές, το οποίο ένας σοβαρός ορθόδοξος αναγνώστης οφείλει να δεχθεί. Ο Βίος του αγίου δεν διασώθηκε σε μία μόνη μορφή, αλλά σε έξι διαφορετικές εκδοχές, γνωστές από δεκατέσσερα χειρόγραφα: την εκδοχή του Πσκοφ (δεκαετία του 1580), τη μοναστηριακή (αρχές του 17ου αιώνα), την του Νόβγκοροντ, τη συνοδική, τη ρητορική και την έντυπη (τέλη του 18ου αιώνα). Αυτές οι εκδοχές δεν είναι απλά αντίγραφα, αλλά διαδοχικές επεξεργασίες, που προσθέτουν, αλλάζουν και κάποτε διορθώνουν το κείμενο.
Ο μελετητής Σερεμπριάνσκι έδειξε ότι όλα τα στοιχεία του Βίου, εκτός από το έτος της κοίμησης — 1581 —, φέρουν τα σημάδια μεταγενέστερης διευθέτησης· ακόμη και ο υπολογισμός των ετών της ζωής δεν συμφωνεί από εκδοχή σε εκδοχή. Επιπλέον, η πνευματική λογοκρισία στα τέλη του 18ου αιώνα αφαίρεσε από την έντυπη έκδοση τα επεισόδια που «έμοιαζαν λίγο με θαύμα», μαλάκωσε την τραχύτητα ορισμένων διηγήσεων και εξομάλυνε ό,τι μπορούσε να φανεί αμφίβολο. Έτσι γεννήθηκε και η εσφαλμένη αντίληψη για τη Σύνοδο του 1687, με την αλλαγή του κειμένου στην έντυπη έκδοση.
Αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την αγιότητα του Νικάνδρου. Αντίθετα: μας διδάσκει ότι το αληθινό θεμέλιο της τιμής ενός αγίου δεν βρίσκεται στην ομαλότητα ενός φακέλου, ούτε στην παλαιότητα ενός έντυπου φύλλου, αλλά στον πνευματικό καρπό που διασχίζει τους αιώνες και που ο λαός του Θεού αισθάνεται και ομολογεί. Για όποιον αναζητά την αλήθεια, η πιο αξιόπιστη πηγή είναι η παλαιότερη και πλησιέστερη στα γεγονότα — εδώ, οι εκδοχές του Πσκοφ και του μοναστηριού —, ενώ οι όψιμες επεξεργασίες πρέπει να ζυγίζονται με προσοχή.
Επίλογος
Ο Όσιος Νίκανδρος του Πσκοφ μας αφήνει, λοιπόν, μια διπλή διδασκαλία. Η πρώτη, μέσα από τη ζωή του: ότι η τέλεια έρημος παραμένει δυνατή και σήμερα, παντού όπου υπάρχει μια ψυχή που την αναζητά με νήψη, με πένθος και με διαρκή κόπο· ότι ένας αγράμματος χωρικός, που μόλις έμαθε να διαβάζει, μπορεί να φτάσει στα υψηλά μέτρα της Φιλοκαλίας μέσα από το ίδιο το έργο της καρδιάς του· και ότι ο σιωπηλός αγώνας, χωρίς μάρτυρα και χωρίς παρηγοριά, έχει περισσότερη αξία ενώπιον του Θεού από κάθε ορατή λάμψη.
Και η δεύτερη, μέσα από την ιστορία της τιμής του: ότι η αναγνώριση ενός αγίου από την Εκκλησία μπορεί να περάσει η ίδια μέσα από μια έρημο — μέσα από τη σιωπή, την απαγόρευση, ακόμη και μια περίοδο αναίρεσης της αγιοκατάταξης — χωρίς να θιγεί με αυτό η αγιότητα. Διότι ό,τι είναι αληθινά από τον Θεό δεν σβήνει με διαταγή μιας ώρας, αλλά ανατέλλει ξανά, όπως το στάρι από τη γη την καλή, για την οποία μιλούσε ο ίδιος ο ερημίτης, και φέρνει καρπό στον καιρό του.
Η μνήμη του Οσίου Νικάνδρου του Πσκοφ τελείται στις 24 Σεπτεμβρίου / 7 Οκτωβρίου (ημέρα της κοίμησής του, σύμφωνα με την αντιστοιχία του ρωσικού ημερολογίου), ενώ η ανεύρεση των λειψάνων του εορτάζεται στις 29 Ιουνίου. Μνημονεύεται επίσης στη Σύναξη των Αγίων του Πσκοφ και στη Σύναξη των Αγίων του Νόβγκοροντ, την Κυριακή Γ΄ μετά την Πεντηκοστή. Με τις άγιες προσευχές του, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και σώσον ημάς.
Σημειώσεις για τις πηγές
Τα βιογραφικά και ιστορικά στοιχεία αυτού του άρθρου βασίζονται στο κριτικό άρθρο Nikandr της Pravoslavnaya entsiklopediya (τόμος 49, 2022, σ. 376–388, υπογεγραμμένο από τους Β. Ι. Οχότνικοβα και Ε. Β. Ρομανένκο), το οποίο αποτελεί την ακαδημαϊκή έρευνα αναφοράς για τις έξι εκδοχές του Βίου. Για την ιστορική ανάλυση και για το επεισόδιο της πέτρας του προσκεφαλαίου χρησιμοποιήθηκε ο Ν. Ι. Σερεμπριάνσκι, Ocherki po istorii monastyrskoy zhizni v Pskovskoy zemle (Μόσχα, 1908), και η μελέτη του ίδιου συγγραφέα για τον αγώνα κατά των λαϊκών δεισιδαιμονιών (Pskovskie eparkhialnye vedomosti, 1905). Το κριτικό κείμενο των εκδοχών βρίσκεται στο έργο της Β. Ι. Οχότνικοβα, Pskovskaya agiografiya XIV–XVII vv., τόμος 2 (Αγία Πετρούπολη, 2007), και στη Biblioteka literatury Drevney Rusi, τόμος 13 (2005). Τα στοιχεία για τη μυστηριακή ζωή του αγίου (η εξομολόγηση, η κοινωνία και η λήψη του μεγάλου σχήματος στη μονή της Γεννήσεως του Κυρίου στον Ντεμιάνκα) είναι καταγεγραμμένα στις παλαιές εκδοχές του Βίου, σύμφωνα με την κριτική έκδοση που αναφέρθηκε. Τα επεισόδια και τα θαύματα αποδόθηκαν ως αγιολογική παράδοση, σύμφωνα με τις πηγές, και όχι ως ιστορικά επαληθευμένα γεγονότα.