
«Ήταν παρούσα δίπλα μας, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη εκεί όπου όλοι λαχταρούμε να φτάσουμε.» — η μοναχή Νεκταρία, η αδελφή της κατά σάρκα
Γεννήθηκε το έτος 1970, σύγχρονή μας με τους περισσότερους από εμάς. Κι όμως ο δρόμος που ακολούθησε ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν που θα περιμέναμε από έναν άνθρωπο της εποχής μας: άφησε τον κόσμο κι ανέβηκε να ασκηθεί στο βουνό, με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, όπως άλλοτε η Οσία Θεοδώρα της Σίχλας. Το επίγειο όνομά της ήταν Ροντίκα Λαζάρ· η Εκκλησία επρόκειτο να την τιμήσει ως Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα.
Υπάρχουν καιροί που η έρημος μοιάζει να έχει αδειάσει από ασκητές. Οι μεγάλοι ερημίτες του περασμένου αιώνα έφυγαν ένας ένας, κι ο κόσμος, παρασυρμένος από τον θόρυβό του, άρχισε να πιστεύει ότι η αδιάλειπτη προσευχή των βουνών έμεινε μια ιστορία του Γεροντικού, ωραία, αλλά τελειωμένη. Κι όμως, ακριβώς στα χρόνια μας, σε μια βουνοκορφή της Μπουκοβίνας, μέσα σε χιονοθύελλα και παγετό, μια νεαρή γυναίκα συνέχισε το αδιάκοπο νήμα της ησυχίας, μέσα στη σιωπή και τα δάκρυα, σχεδόν άγνωστη σε όλους. Το έτος 2025 η Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά της, καταγράφοντάς την στη χορεία των οσίων.
Η ζωή της δεν μας άφησε πολλά λόγια. Οι ερημίτες δεν γράφουν απομνημονεύματα. Αλλά τα λίγα που έμειναν — συγκεντρωμένα από τις μαρτυρίες της αδελφής της, της μαθήτριάς της στην έρημο, των πνευματικών της και του ιεράρχη που έκανε την ανακομιδή των οστών της — αρκούν για να μας δείξουν πόσο βαθιά μπορεί να είναι η δίψα μιας ψυχής για τον Θεό.
Η παιδική ηλικία στις όχθες του ρυακιού Μπένι
Γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1970, στο χωριό Μπένια της κοινότητας Μόλντοβα-Σουλίτσα του νομού Σουτσεάβα, σε πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια, από τους γονείς Βασίλειο και Μαρία Λαζάρ. Ήταν έντεκα παιδιά, από τα οποία δύο πέθαναν μικρά· εννέα μεγάλωσαν μαζί. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ροντίκα.
Την πρώτη της ανατροφή την ανέλαβε η γιαγιά Ευδοκία, γυναίκα αυστηρή στα του αγιασμού, που ήταν όμως συνάμα και η χαρά των παιδιών, επειδή τα έπαιρνε πάντοτε μαζί της στην εκκλησία. Οι γονείς τα πήγαιναν συχνά στα μοναστήρια, ιδίως στις μεγάλες εορτές, και κάποτε πήγαιναν με τα πόδια από το ένα μοναστήρι στο άλλο — ένας δρόμος που ήταν από μόνος του προσκύνημα, όπου ο κόπος γινόταν ευλογία. Έτσι έμαθε από μικρή τον δρόμο προς τους μεγάλους πατέρες της περιοχής του Νεάμτς, συνήθεια που δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει ποτέ.
Γύρω στα δέκα της χρόνια βρήκε στο σπίτι ένα Ωρολόγιο. Άρχισε να διαβάζει από αυτό και δεν αποχωρίστηκε πια από αυτό: πήγαινε τις δύο αγελάδες του σπιτιού να βοσκήσουν και διάβαζε στην όχθη του νερού. Το πρώτο προσκύνημα που άναψε την καρδιά της το έκανε όταν ήταν στην έβδομη τάξη, στη Μονή Αγάπια· από εκεί γύρισε με ακόμη πιο δυνατό τον πόθο για τον Θεό. Η αδελφή της θυμάται ότι, όσο περνούσαν τα χρόνια, ένιωθε την Ελισάβετ να αρχίζει να ζει έναν άλλο κόσμο — ήταν δίπλα τους, αλλά η καρδιά της βρισκόταν ήδη αλλού.
Η είσοδος στη Μονή Πασαρέα
Τον Σεπτέμβριο του 1986, στα δεκαέξι της, ξεκίνησε για προσκύνημα με δύο ξαδέλφες, αναζητώντας δρόμο και συμβουλή σε αρκετούς πνευματικούς. Έλαβε συμβουλή από τον π. Κλεόπα της Σιχαστρίας, προσκύνησε στην Τσέρνικα, και ο π. Αρσένιος Παπατσιόκ τις κατεύθυνε προς τη Μονή Πασαρέα, κοντά στο Βουκουρέστι. Εκεί, ο πόθος για τον Θεό την κυρίεψε ολότελα και έμεινε, δεκτή στην αρχή ως αδελφή, στον καιρό της υπακοής και της δοκιμής. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα πρώτα βήματά της προς τον μοναχικό βίο βρισκόταν υπό την καθοδήγηση των ίδιων μεγάλων πνευματικών που επρόκειτο αργότερα να την ευλογήσουν για την έρημο.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1990, την εορτή του Αγίου Ιεράρχη Σπυρίδωνος, εκάρη ρασοφόρος από τον αρχιμανδρίτη Μακάριο Ιονίτσα, πνευματικό της μονής, και έλαβε το όνομα Ελισάβετ. Η κύρια υπακοή της ήταν η εργασία στο εργαστήριο μεταλλοτεχνικής σμίλευσης του Ρουμανικού Πατριαρχείου, που βρισκόταν μέσα στον περίβολο της μονής, όπου κατασκευάζονταν λατρευτικά αντικείμενα. Την ίδια εποχή έμαθε και την εκκλησιαστική ψαλτική, παρακολουθώντας τη Σχολή Ψαλτικής Μουσικής του Βουκουρεστίου.
Τα Ιεροσόλυμα και η δοκιμασία του θανάτου
Το 1996, έπειτα από πρόσκληση της μοναχής Τιμοθέας, στάλθηκε να υπηρετήσει μακριά από τη χώρα, στην Αντιπροσωπεία του Ρουμανικού Πατριαρχείου στους Αγίους Τόπους, στη Ρουμανική Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Εκεί ήταν παρεκκλησιάρισσα και ψάλτρια στο αναλόγιο. Ήταν τότε είκοσι έξι ετών και είχε πίσω της σχεδόν μία δεκαετία μοναχικής ζωής.
Στην Αγία Γη αρρώστησε βαριά. Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της ζωής της, η δοκιμασία από την οποία πήγασαν όλα τα υπόλοιπα. Έπειτα από μια δυνατή κρίση έπεσε σε κατάσταση παρόμοια με τον κλινικό θάνατο. Οι μοναχές που την παρακολουθούσαν μαρτυρούν ότι επί τρεις μέρες δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της με κανέναν τρόπο, και οι γιατροί δεν της έδιναν πια ελπίδα ζωής.
Η μαρτυρία που έδωσε αφού συνήλθε τους κατέπληξε όλους. Τη γνωρίζουμε από δύο διακριτές μαρτυρίες, μία παλαιότερη και μία μεταγενέστερη: μια επιστολή ενός μοναχού που τη συνάντησε χρόνια αργότερα και τη διήγηση της μαθήτριάς της στην έρημο, της μοναχής Πελαγίας. Οι δύο συμπίπτουν σε όλα τα ουσιώδη.
Μια μοναχή είχε έρθει στο κρεβάτι της και την είχε προτρέψει: προσευχήσου στον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ τον Χοζεβίτη του Νεάμτς, γιατί κι εκείνος βασανίστηκε από την ίδια αρρώστια και πέρασε τον ίδιο πόνο σε αυτό το νοσοκομείο. Εκείνη άρχισε να προσεύχεται με δύναμη, σχεδόν με απόγνωση. Τότε η ψυχή της βγήκε από το σώμα. Θα διηγούνταν αργότερα, κλαίγοντας κάθε φορά που το έκανε, ότι δαίμονες την άρπαξαν και την οδήγησαν στην κόλαση, όπου ένιωσε τα βασανιστήρια και όπου είδε, ανάμεσα στους βασανιζόμενους, αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς — όσους γνώριζαν το θέλημα του Δεσπότη και ραθύμησαν. Εκείνη δεν θέλησε ποτέ να πει τα ονόματα όσων είδε εκεί, παρά μόνο να προσεύχεται γι’ αυτούς.
Κραύγασε προς την Παναγία και τον Όσιο Ιωάννη Ιάκωβ να την βγάλουν από εκεί. Εκείνοι ήρθαν, επέπληξαν τους δαίμονες — γιατί αρπάξατε μια ψυχή που δεν έχει κριθεί; — έπειτα η Παναγία έφυγε, και ο Όσιος Ιωάννης την οδήγησε μέσα από τις ομορφιές του Παραδείσου. Πέρασε, έλεγε, από ένα λιβάδι με πρασινάδα και λουλούδια, όπου κάθε φύλλο χλόης, όταν το άγγιζε, έβγαζε έναν ήχο ουράνιας αρμονίας, ήχους που δεν λέγονται με λόγια. Όταν διηγούνταν αυτό, το πρόσωπό της φωτιζόταν. Αλλά, στις πύλες της Βασιλείας, ακούστηκε μια φωνή σαν βροντή: δεν είναι άξια να μπει εδώ· πηγαίνετέ την πίσω στη γη, να μετανοήσει. Και ο Όσιος Ιωάννης, επιστρέφοντάς την στο σώμα της, της είπε: Ο Θεός σου χάρισε ακόμη χρόνια ζωής, για να μετανοήσεις· πρόσεξε πώς θα τα περάσεις.
Εδώ αξίζει να σταθούμε για μια στιγμή, με την ίδια νήψη με την οποία στάθηκε και η ίδια. Διότι, πράγμα άξιο προσοχής, η Γερόντισσα δεν σταμάτησε ποτέ στην ομορφιά όσων είδε. Κάθε φορά που η χαρά της ανάμνησης του Παραδείσου άρχιζε να φωτίζει το πρόσωπό της, εκείνη συγκρατούσε αμέσως τον νου της, κατηγορώντας τον εαυτό της: αυτή η ταλαίπωρη, αντί να σκέφτεται τα βασανιστήρια που την περιμένουν, ονειρεύεται τον Παράδεισο! — και ξεσπούσε σε κλάματα. Ήταν ακριβώς σύμφωνα με τον λόγο του αββά Βησσαρίωνος, που ο π. Κλεόπας επαναλάμβανε: αν είσαι σε ειρήνη και ησυχία, τότε να ταπεινώνεσαι περισσότερο, μήπως μπει ξένη χαρά στην ψυχή σου. Η πατερική Παράδοση, από τον Άγιο Ιγνάτιο Μπριαντσανίνωφ ως τους μεγάλους ασκητές της εποχής μας, αντιμετωπίζει με μεγάλη προσοχή τα οράματα για τον άλλο κόσμο, γνωρίζοντας ότι ο εχθρός μεταμορφώνεται συχνά σε άγγελο φωτός. Το ασφαλέστερο σημάδι ότι μια τέτοια δοκιμασία προέρχεται από τον Θεό δεν βρίσκεται στη λαμπρότητα του οράματος, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος περνά τις ημέρες που ακολουθούν: αν εισέλθει σε βαθιά μετάνοια, τότε ήταν προς σωτηρία. Και η ζωή της Γερόντισσας Ελισάβετ είναι ακριβώς η απόδειξη αυτού του σημαδιού. Όταν συνήλθε, η αρρώστια είχε εξαφανιστεί — αλλά σηκώθηκε από το κρεβάτι για να κάνει μετάνοιες και να κλάψει, λέγοντας ότι πρέπει να μετανοήσει. Μερικοί νόμισαν ότι παραμιλά εξαιτίας της αρρώστιας. Μόνο μία μοναχή την κατάλαβε.
Η επιστροφή και η αναζήτηση της ευλογίας
Επέστρεψε στη χώρα το 1997. Η αδελφή της θυμάται ένα περιστατικό εκείνων των ημερών, που δείχνει ποια εσωτερική αλλαγή είχε επιφέρει μέσα της η δοκιμασία των Ιεροσολύμων: καταλαμβανόμενη ξαφνικά από μια αρπαγή της καρδιάς, έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στην εικόνα του Σωτήρος επί μία ημέρα και ολόκληρη νύχτα, χωρίς να κινηθεί. Εκπλήρωσε για λίγο καιρό ακόμη υπακοές στην Πασαρέα, αλλά η κοινοβιακή ζωή δεν ήταν πια στα μέτρα όσων έφερε στην ψυχή της. Βαθιά σημαδεμένη από τη δοκιμασία που είχε περάσει, διάλεξε τον δρόμο της ερήμου — όχι κατά το θέλημά της, αλλά με τον ίσιο δρόμο της υπακοής.
Έκανε αυτό που είχε μάθει από παιδί: πήγε και συμβουλεύτηκε τους μεγάλους πνευματικούς, ζητώντας ευλογία. Ήδη από τα νιάτα της είχε για κάποιο διάστημα καθοδηγητή τον π. Παΐσιο Ολάρου της Σιχαστρίας. Τώρα ζήτησε ευλογία από τον π. Κλεόπα Ηλίε της Σιχαστρίας, από τον π. Αρσένιο Παπατσιόκ του Τεκιργκιόλ και από άλλους δοκιμασμένους πατέρες. Στον Κλεόπα και στον Αρσένιο διηγήθηκε την ίδια την εμπειρία του κλινικού θανάτου, κι εκείνοι της έδωσαν την ευλογία τους, διαβεβαιώνοντάς την ότι όλα προέρχονται από τον Θεό. Ο τελευταίος λόγος του π. Αρσενίου έμεινε περίφημος: Πήγαινε, γενναία, στην έρημο!
Όχι τυχαία αναζήτησε τον Αρσένιο Παπατσιόκ. Εκείνος, όπως και άλλοι μεγάλοι μοναχοί, είχε ζήσει ο ίδιος τη «ζωή των βουνών» στα δύσκολα χρόνια του κομμουνιστικού διωγμού, όταν τα μοναστήρια ήταν κλειστά και οι ασκητές διώκονταν. Όποιος είχε γνωρίσει την τραχύτητα της κρυψώνας μπορούσε να ευλογήσει εν γνώσει του έναν τέτοιο δρόμο.
Έφερε από τα Ιεροσόλυμα και ένα πολύτιμο κειμήλιο: τη ζώνη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ του Χοζεβίτη, που έλαβε, κατά τη μαρτυρία της μαθήτριάς της, από τη μοναχή Μαγδαληνή, αδελφή του π. Ιωαννικίου, μαθητή του οσίου. Η Γερόντισσα κόλλησε τη ζώνη πάνω σε μια άλλη, για να μη φθαρεί, και τη φορούσε σε όλη της τη ζωή. Με αυτήν επρόκειτο κάποτε να αμυνθεί απέναντι σε μια αρκούδα· και μέσω αυτής έγιναν, κατά μαρτυρίες, θεραπείες, ιδίως για γυναίκες που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά.
Η έρημος του Τζιουμαλάου
Διάλεξε τον ορεινό όγκο Ραράου-Τζιουμαλάου, που γνώριζε από την παιδική της ηλικία, με την ησυχία και την αγριότητά του. Στο όρος Τζιουμαλάου έσκαψε μια υπόγεια καλύβα στον βράχο, βοηθούμενη από έναν αδελφό, τον Ιωάννη, και από τον π. Βαρλαάμ της Μονής «Όσιος Ιωάννης Ιάκωβ ο Χοζεβίτης» στο Κορλάτσενι-Ποζορίτα — αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πνευματικός της στα χρόνια του βουνού. Σε αυτούς τους πρώτους καιρούς άσκησης, στις 6 Αυγούστου 1998, την εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, έλαβε το μικρό σχήμα, παίρνοντας το όνομα Θεοδώρα — «δώρο του Θεού».
Σε λίγο κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνη σε εκείνο το βουνό: υπήρχαν και μερικοί μοναχοί και μερικές μοναχές, που ασκούνταν κρυμμένοι. Σκέφτηκε τότε μια μικρή σκήτη σκαμμένη στον βράχο, όπου οι ερημίτες θα μπορούσαν να συγκεντρώνονται στην ακολουθία. Με τη βοήθεια του π. Βαρλαάμ, μερικών αδελφών και ορισμένων καλόκαρδων χριστιανών, κουβάλησαν τα υλικά στο βουνό και έσκαψαν στην πέτρα ένα μικρό κατάλυμα — θαμμένο περισσότερο από το μισό μέσα στον βράχο — με ένα εκκλησάκι, έναν προθάλαμο και δύο κελιά. Η σκήτη ήταν έτοιμη το 2004· την πρώτη ακολουθία τέλεσε ο επίσκοπος Γεράσιμος, την εορτή του Αγίου Προφήτη Ηλία. Στα εγκαίνια παρευρέθηκε και ο Αρχιεπίσκοπος Πίμεν Σουτσεάβας, ο οποίος είπε στην ερημίτισσα λόγια που εκείνη θα δέχθηκε με δέος: Μητέρα Θεοδώρα, προσευχήσου και για μένα τον αμαρτωλό!
Σε εκείνο το βουνό δεν έμεινε χωρίς καθοδήγηση. Για την πνευματική της φροντίδα φρόντισε πρώτα ο π. Βησσαρίων Μπρεαμπάν — ο ιερομόναχος Βαρσανούφιος — από την Ποζορίτα, ένας από τους πατέρες που γνώριζαν τα μυστικά του Τζιουμαλάου· και μετά την εκδημία του προς τον Κύριο, τη φροντίδα ανέλαβε ο π. Βαρλαάμ, ηγούμενος της Μονής του Κορλάτσενι-Ποζορίτα. Έτσι φαίνεται ότι η ζωή της, όσο κρυμμένη κι αν ήταν, βρισκόταν κάτω από την τάξη της υπακοής και μιας σαφούς πνευματικής γενεαλογίας, όχι κάτω από το θέλημα του εαυτού. Όταν ήρθε ο καιρός του μεγάλου σχήματος, ο π. Βαρλαάμ, γνωρίζοντας την επιθυμία της Γερόντισσας, ζήτησε από τη σταυροφόρο Μαρίνα Αντρεΐκα, ηγουμένη της Μονής Τεοντορένι, να κεντήσει τα δύο σχήματα· κι εκείνη, ως ευχαριστία, της έστειλε ένα εσώρασο και ένα γιλέκο που φορούσε, και όσοι τα παρέλαβαν τα θεώρησαν ευλογίες.
Στις 19 Απριλίου 2006 έλαβε το μεγάλο σχήμα, τον υψηλότερο βαθμό του μοναχισμού, ανακτώντας το όνομα της ρασοφορίας: Ελισάβετ. Η αλλαγή του ονόματος — από Θεοδώρα πάλι σε Ελισάβετ — ήταν και ένας τρόπος να χαθούν τα ίχνη της, διότι άρχισαν να την αναζητούν οι άνθρωποι, και η απόκρυψη είναι η ίδια η καρδιά αυτής της κλήσης. Το μεγάλο σχήμα απαιτεί ακόμη πιο αυστηρή άσκηση, στο κελί, με κύριο δώρο την σχεδόν αδιάλειπτη προσευχή και τη σιωπή. Κατά τον λόγο του επισκόπου που επρόκειτο να κάνει την ανακομιδή της, στην τάξη του μεγάλου σχήματος επιτρέπεται στους μεγαλόσχημους να λένε μόνο επτά λέξεις την ημέρα. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί δεν μας έμειναν πολλά λόγια γι’ αυτήν: τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε σιωπώντας.
Έζησε στο βουνό, στη σιωπή, την προσευχή και την πλήρη αφιέρωση, επί δεκαεπτά χρόνια. Κάποτε, εξαιτίας δασικών υλοτομιών που διατάραξαν την ησυχία του Τζιουμαλάου, αναγκάστηκε να μετακινηθεί στα βουνά του Νεάμτς, στον τόπο που ονομάζεται «Ράπα λουι Κορόι», επιστρέφοντας έπειτα στο κελί της στον βράχο. Με τι τράφηκε σε εκείνο το κρύο, πώς νίκησε τη χιονοθύελλα με τη θέρμη της προσευχής — ερωτήματα στα οποία μόνο εκείνη θα μπορούσε να απαντήσει, κι εκείνη σώπασε. Δέχτηκε επιθέσεις από θηρία και βασανίστηκε από τους αόρατους εχθρούς, αλλά φυλάχθηκε, έλεγε, από τη χάρη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ, που ξεχυνόταν πάνω στη ζώνη που φορούσε. Είχε και μαθήτριες· μία από αυτές, η μοναχή Πελαγία, έζησε δίπλα της στο Τζιουμαλάου τα τελευταία της χρόνια, μαρτυρώντας ότι η Γερόντισσα την ευλογούσε για κάθε πράγμα που έκανε.
Από τη μαρτυρία αυτής της μαθήτριας γνωρίζουμε και την τάξη των ημερών τους, που μας δίνει μια καθαρή εικόνα της αυστηρότητας και της ομορφιάς εκείνης της ζωής. Η ημέρα ξεκινούσε γύρω στις τρεις το απόγευμα, με τον Εσπερινό και το Απόδειπνο, η κάθε μοναχή στο κελί της· ακολουθούσε ο βραδινός κανόνας, μεταξύ οκτώ και δέκα, και έπειτα η νυχτερινή αγρυπνία, που με τον καιρό αυξήθηκε από δύο σε τέσσερις ώρες. Έτρωγαν μία φορά την ημέρα, και ο ύπνος, κατακερματισμένος ανάμεσα στις προσευχές, συμπληρωνόταν μόλις σε πέντε περίπου ώρες. Η Γερόντισσα την προέτρεπε να προσεύχεται ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στο κοινόβιο, «διότι εδώ, στην ησυχία, δεν έχουμε ούτε τις φροντίδες του κόσμου ούτε καν εκείνες του μοναστηριού».
Η ίδια μαθήτρια διηγείται πόσο ήπια ήταν με τα άγρια πλάσματα του βουνού. Η Οσία έλεγε ότι φοβάται περισσότερο τους ανθρώπους παρά τα θηρία. Ένα ελάφι ερχόταν να φάει από την παλάμη της· κι όταν ένα φίδι έμπαινε κάποτε στο κελί, εκείνη το έβγαζε έξω με πραότητα, χωρίς φόβο. Η αδελφή της προσθέτει ότι, όταν συναντούσε θηρία του βουνού — αρκούδα, λύκους ή τσοπανόσκυλα — τα απομάκρυνε με την προσευχή και με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Όποιος είχε συμφιλιωθεί με τον Θεό είχε συμφιλιωθεί, σαν να λέμε, και με ολόκληρη την κτίση — όπως διαβάζουμε για τους αρχαίους οσίους, μπροστά στους οποίους τα θηρία έχαναν την αγριότητά τους.
Είχε λάβει από τον Θεό και το χάρισμα να βλέπει τα κρυμμένα. Η αδελφή της μαρτυρεί, από περιστατικό που έζησε η ίδια, πώς η Οσία γνώρισε διά της χάριτος ότι η Νεκταρία δεν έπρεπε να δεχθεί τη βαριά χειρουργική επέμβαση που της είχε προταθεί — και ο λόγος της αποδείχθηκε σωτήριος. Τέτοια χαρίσματα ούτε τα αναζητούσε ούτε τα επιδείκνυε· φανερώνονταν από μόνα τους, στην υπηρεσία της αγάπης προς τους γύρω της.
Ήταν ταπεινή μέχρι του σημείου να αρνείται να καθοδηγεί. Όταν ο μοναχός που τη συνάντησε στη Σίχλα προσπάθησε να την κάνει να μιλήσει για την προσευχή, εκείνη δεν βιάστηκε να δώσει συμβουλές, ούτε να καθίσει στη θέση του καθοδηγητή — σημάδι όσων έχουν πέσει σε οίηση — αλλά τον έστειλε να διαβάσει το Σμπόρνικ. Κι όταν εκείνος επέμεινε, ζητώντας τη γνώμη της πέρα από τον λόγο του ίδιου του πνευματικού του, του απάντησε: αν ο πνευματικός σε συμβούλεψε, ο ίδιος ο Θεός τον ενέπνευσε· ποια είμαι εγώ, η αμαρτωλή, για να βάλω τον λόγο μου πάνω από πνευματικό;
Η κάθοδος από τα βουνά και η εκδημία προς τον Κύριο
Το 2014, ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε της εξάντλησε τις δυνάμεις, και ο πνευματικός ευλόγησε τη Γερόντισσα και τις μαθήτριές της να κατέβουν από το βουνό και να πάνε σε μοναστήρι. Με την ψυχή καμένη από τον πόθο της ερήμου όπου πέρασε τόσα χρόνια, η Ελισάβετ δέχθηκε εντούτοις με ταπείνωση να επιστρέψει στη μονή της μετανοίας της, όπου συνέχισε την ίδια τάξη προσευχής και άσκησης που είχε αποκτήσει στην έρημο.
Εξεδήμησε προς τον Κύριο στις 5 Ιουνίου 2014, λίγο πριν συμπληρώσει σαράντα τέσσερα χρόνια — με το σώμα εξασθενημένο από την αρρώστια και τους κόπους της άσκησης, αλλά, όπως ειπώθηκε, με ψυχή νεανική και φωτισμένη από τον πόθο του Θεού. Ετάφη την επομένη στη Μονή Πασαρέα, τη μονή της μετανοίας της, όπου ασκείται και η αδελφή της κατά σάρκα, η μοναχή Νεκταρία.
Η ένταξη στη χορεία των αγίων
Στη συνεδρία εργασίας της 1ης Ιουλίου 2025, στη Μεγάλη Αίθουσα (Aula Magna) «Πατριάρχης Θεόκτιστος» του Πατριαρχικού Μεγάρου, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη Δανιήλ, η Αγία Σύνοδος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ενέκρινε την αγιοκατάταξη της μεγαλόσχημης μοναχής Ελισάβετ Λαζάρ, με τον τίτλο Οσία Ελισάβετ της Πασαρέα και με ημέρα εορτασμού την 5η Ιουνίου. Η γενική ανακήρυξη της αγιοκατάταξης έγινε στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Ναό του Βουκουρεστίου στις 6 Φεβρουαρίου 2026, μαζί με τη χορεία των δεκαέξι Ρουμάνων γυναικών με αγία ζωή, ενώ η τοπική ανακήρυξη στη Μονή Πασαρέα ορίστηκε για την ημέρα της εορτής της, 5 Ιουνίου 2026, μαζί με την Οσία Φιλοθέη της Πασαρέα.
Πριν από αυτό, στις 16 Ιανουαρίου 2026, ο Θεοφιλέστατος Τιμόθεος Πραχοβεάνουλ, βοηθός επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Βουκουρεστίου, τέλεσε την ακολουθία της ανακομιδής των οστών της, ώστε να τοποθετηθούν προς προσκύνηση στον ναό της μονής. Ο ιεράρχης μαρτυρούσε ότι, αν δυσκολεύτηκε να σταθεί μία μόνο ώρα στο κρύο του νεκροταφείου της Πασαρέα μέσα σε μια χειμωνιάτικη μέρα, τόσο περισσότερο του αποκαλυπτόταν η αυστηρότητα της ζωής εκείνης που είχε ασκηθεί επί χρόνια μέσα στη χιονοθύελλα του βουνού. Στην ακολουθία εκείνη ευχαρίστησε την οικογένεια της Οσίας, επισημαίνοντας ότι ο πατέρας και τα αδέλφια της είναι ακόμη εν ζωή — σημάδι του πόσο κοντά μας έζησε αυτή η οσία.
Σήμερα, στο πρώην κελί της Οσίας Ελισάβετ της Πασαρέα ζει η αδελφή της, η μοναχή Νεκταρία, μαζί με μια ανιψιά που διάλεξε κι αυτή τον μοναχικό δρόμο. Η αδελφή θυμάται ότι η Οσία τη δίδασκε να μην μένει ποτέ χωρίς τη φροντίδα της προσευχής, λέγοντας ότι η μεγαλύτερη πλάνη των καιρών μας είναι η αναβολή της προσευχής. Τη δίδασκε ακόμη, για τους ταραγμένους καιρούς μας, να μην απαντούμε στις προκλήσεις της ημέρας με θόρυβο και αντίσταση, αλλά να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλον και να αναζητούμε την ειρήνη πριν από τη δικαιοσύνη, διότι τότε είμαστε με τον Θεό και έχουμε χαρά και ειρήνη μέσα στην προσευχή και στην καρδιά. Και όταν μιλά γι’ αυτήν, το κάνει με τρόμο: σήμερα, που η Εκκλησία την ονομάζει Αγία, εγώ την αποκαλώ αγία αδελφούλα μου — αλλά το κάνω με δέος, γιατί καταλαβαίνω ότι ο Θεός ενήργησε μέσα της περισσότερο από όσο θα μπορούσαμε εμείς να πούμε, να δούμε ή να καταλάβουμε.
Η Οσία Ελισάβετ δεν μας άφησε γραπτή διδασκαλία, ούτε πολλά λόγια. Μας άφησε μια ζωή. Σε έναν κόσμο της άνεσης, όπου ξεχνούμε συχνά τα πραγματικά αναγκαία, λάμπει σαν τους ερημίτες των παλιών καιρών και μας καλεί να εκτιμούμε τον χρόνο και να αφιερώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από αυτόν στον Θεό. Μας δείχνει ότι η έρημος δεν έμεινε χωρίς ασκητές, ότι το νήμα της αδιάλειπτης προσευχής δεν έχει κοπεί, και ότι, όσο υπάρχουν ψυχές που «ουκ έκαμψαν γόνυ τη Βάαλ», ο κόσμος δεν είναι χαμένος.
Οσία Ελισάβετ, πρέσβευε στον Θεό υπέρ ημών!
Σημείωση για τις πηγές
Ο παρών βίος συντάχθηκε από τις μαρτυρίες όσων τη γνώρισαν άμεσα, με προσπάθεια να διακριθούν τα καλά θεμελιωμένα από τις αβέβαιες λεπτομέρειες.
Για τα χρονολογικά και κανονικά στοιχεία ακολουθήθηκε το συναξάρι που δημοσίευσε η Αρχιεπισκοπή Βουκουρεστίου με αφορμή την ανακομιδή της 16ης Ιανουαρίου 2026. Μεταξύ των κύριων πηγών συγκαταλέγεται και ο λόγος του Θεοφιλεστάτου Τιμοθέου Πραχοβεάνουλ, βοηθού επισκόπου της Αρχιεπισκοπής Βουκουρεστίου, που έκανε την ανακομιδή των οστών της Οσίας (Εφημερίδα Λουμίνα, 20 Ιανουαρίου 2026)· οι μαρτυρίες της μοναχής Νεκταρίας Λαζάρ, της αδελφής της κατά σάρκα, από τη Μονή Πασαρέα, που εκφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, στο συνέδριο «Η κλήση στην αγιότητα — Η κληρονομιά της Οσίας Ελισάβετ της Πασαρέα» (Επαρχιακό Κέντρο Σουτσεάβας, 28 Απριλίου 2026)· και η διήγηση της μοναχής Πελαγίας, της μαθήτριάς της στην έρημο, σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε από το Πρακτορείο Μπασίλικα. Σε αυτά προστίθεται η επιστολή ενός μοναχού που τη συνάντησε στη Σκήτη Σίχλα το 1999 (δημοσιευμένη στο περιοδικό Φαμίλια Ορτοντόξα), η βιογραφική διήγηση του Στέφαν Πόπα, που τη γνώρισε προσωπικά, και οι αναμνήσεις της σταυροφόρου Μαρίνας Αντρεΐκα, ηγουμένης της Μονής Τεοντορένι.
Οι λεπτομέρειες που αφορούν τα οράματα, τα θαύματα, τις συναντήσεις με τα θηρία του βουνού, τη ζώνη του Οσίου Ιωάννη Ιάκωβ και το χάρισμα της προόρασης αποδίδονται εδώ ως μαρτυρίες όσων τη γνώρισαν άμεσα, όχι ως τεκμηριωμένα στοιχεία της ίδιας βαρύτητας με εκείνα του συναξαρίου. Από τις αναμνήσεις της σταυροφόρου Μαρίνας κρατήθηκαν ιδίως εκείνες που αφορούν τους πνευματικούς του βουνού και την προετοιμασία του σχήματος.
Όπου οι παλαιότερες μαρτυρίες ήταν αντιφατικές — η ημέρα της γέννησης, το έτος εισόδου στη μονή, οι ημερομηνίες των κουρών — ακολουθήθηκε το επίσημο συναξάρι της Αρχιεπισκοπής, ως το πιο αξιόπιστο. Η σειρά των ονομάτων της, που συχνά μπερδεύεται στις βιαστικές διηγήσεις, είναι η εξής: Ροντίκα (στο βάπτισμα) — Ελισάβετ (ρασοφορία, 12 Δεκεμβρίου 1990) — Θεοδώρα (μικρό σχήμα, 6 Αυγούστου 1998) — Ελισάβετ (μεγάλο σχήμα, 19 Απριλίου 2006). Παραλείφθηκαν ορισμένες προσθήκες που δεν επιβεβαιώνονται από καμία εκκλησιαστική πηγή.
Στην ίδια γραμμή των αγίων γυναικών που σήκωσαν κρυφά τον πόνο και την άσκηση, μπορεί να διαβαστεί και ο βίος της Οσίας Ματρώνας της Χιοπολίτισσας και των λοιπών αγίων Ματρωνών (στα αγγλικά).