
8 Αυγούστου
Στις οκτώ του μηνός Αυγούστου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Μύρωνος, επισκόπου Κρήτης και θαυματουργού, που εκοιμήθη γύρω στο 350, σε ηλικία κοντά στα εκατό χρόνια. Ήταν παντρεμένος και εργάτης της γης, και το όνομά του έμεινε συνδεδεμένο με την ελεημοσύνη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το χωριό όπου γεννήθηκε φέρει το όνομά του μέχρι σήμερα.
Το χωράφι
Γεννήθηκε στο Ραύκο, αρχαίο οικισμό στην καρδιά του νησιού, δυτικά της Κνωσού. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και τον ανέθρεψαν με φόβο Θεού. Έμεινε δεμένος σε εκείνη τη γη όλη του τη ζωή: δεν έφυγε προς την πόλη ούτε προς τα μεγάλα κέντρα του χριστιανικού κόσμου, αλλά απέκτησε την αγιότητα εκεί όπου είχε γεννηθεί.
Παντρεύτηκε νέος και καλλιεργούσε τη γη. Από όσα έβγαζε από το αυλάκι έδινε ένα μέρος στους έχοντες ανάγκη, και το συναξάρι διασώζει μια λεπτομέρεια που πρέπει να τη ζυγίσουμε: όσο περισσότερα έδινε, τόσο μεγάλωνε ο καρπός των χωραριών του. Δεν ήταν υπολογισμός. Ήταν η τάξη που ο Θεός ενεργεί στον ελεήμονα: όσο περισσότερο άνοιγε το χέρι προς τον έχοντα ανάγκη, τόσο πιο πλούσια καρποφορούσε το χωράφι.
Διηγούνται γι’ αυτόν δύο περιστατικά με κλέφτες.
Το πρώτο έγινε στον κήπο του. Κάποιοι άνθρωποι είχαν μπει να του κλέψουν τα ρεβίθια, αλλά ό,τι προλάβαιναν να μαζέψουν γινόταν στα χέρια τους σαν αγκάθια και δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν τίποτα. Μαθαίνοντάς το, ο άγιος ήρθε ο ίδιος, τους έδωσε ρεβίθια με το χέρι του και τους άφησε να φύγουν.
Το δεύτερο έγινε μια νύχτα θερισμού, στο αλώνι. Ο Μύρων βρήκε εκεί κλέφτες που σήκωναν το στάρι του σε σάκους. Δεν τους φώναξε και δεν όρμησε επάνω τους. Πλησίασε σιωπηλά, είδε ότι στον τελευταίο απ’ αυτούς δεν υπήρχε κανείς να του σηκώσει το σακί στον ώμο, και του το σήκωσε ο ίδιος. Έπειτα τους είπε να πάνε στο καλό και να μην ξανακλέψουν. Λέγεται ότι εκείνοι οι άνθρωποι διόρθωσαν τη ζωή τους από εκείνη την ώρα.
Δεν λογάριασε τη ζημιά, αλλά την έλλειψη που τους είχε ωθήσει να κλέψουν. Λέγεται ότι έλεγε γι’ αυτό πως εκεί όπου εμφανίζονται κλέφτες, η πλεονεξία έχει προηγηθεί.
Η ιερωσύνη και ο θρόνος
Η σύζυγός του πέθανε νωρίς. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, αλλά δέχτηκε την ιερωσύνη, κατόπιν αιτήματος των πιστών του τόπου, που είχαν δει τη ζωή του.
Υπηρέτησε ως ιερέας στα δύσκολα χρόνια του διωγμού του Δεκίου, όταν στην Κρήτη χυνόταν χριστιανικό αίμα και όποιος αναλάμβανε το θυσιαστήριο αναλάμβανε εξίσου και τον κίνδυνο. Εκείνη την εποχή ενίσχυσε τον λαό στην ομολογία και τίμησε τη μνήμη όσων έπασχαν για τον Χριστό. Όταν ο διωγμός έπαυσε και η Εκκλησία ανέπνευσε, ανυψώθηκε στον επισκοπικό θρόνο της Κρήτης.
Έμεινε αυτό που ήταν. Γύριζε στην επαρχία για να γνωρίσει ο ίδιος τις ανάγκες του ποιμνίου και να φτάσει σε όσους είχε πλήξει η φτώχεια, και οι ναοί γέμιζαν όταν λειτουργούσε, γιατί ο κόσμος ήθελε να δει το πρόσωπό του και να ακούσει τον λόγο του.
Ο ποταμός και το θηρίο
Ο Κύριος του έδωσε το χάρισμα της θαυματουργίας, και η Κρήτη τον γνώρισε ως θαυματουργό ήδη εν ζωή.
Κάποτε, πηγαίνοντας προς την Κνωσό σε καιρό χειμώνα, βρήκε τον ποταμό Τρίτωνα να έχει ξεχειλίσει πάνω στον δρόμο. Αυτός που σήμερα ονομάζεται Γεωφύρι έρρεε τότε μεγάλος και θολός, και κανείς δεν μπορούσε να περάσει. Ο άγιος σημείωσε το νερό με την αρχιερατική ράβδο, και το ρεύμα σταμάτησε και στάθηκε ακίνητο, σαν τείχος, ώσπου πέρασε εκείνος με όλους όσοι τον συνόδευαν. Φτάνοντας στο σπίτι, έστειλε τη ράβδο πίσω με έναν από τους διακόνους, για να αγγίξει το νερό και να του δώσει πάλι διέξοδο, και μόνο τότε ο ποταμός πήρε την πορεία του.
Οι σκηνές που είναι ζωγραφισμένες στον τάφο του τοποθετούν το θαύμα αυτό κάτω από μια επιγραφή που τον μνημονεύει μαζί με τον Μωυσή, που διέσχισε τη θάλασσα, και με τον Ελισσαιέ, που χτύπησε τον Ιορδάνη με τη μηλωτή του Ηλία.
Άλλη φορά, ένα φοβερό θηρίο ερήμωνε τον τόπο και οι άνθρωποι δεν τολμούσαν πια να βγουν στα χωράφια. Το θηρίο το είδαν να κατεβαίνει προς το χωριό ακριβώς τη στιγμή που ο άγιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Ο Μύρων δεν βγήκε από το ιερό. Έστειλε τον διάκονο με τη δική του ράβδο, και με το άγγιγμα της ράβδου το θηρίο έπεσε νεκρό στην πλαγιά του λόφου. Όταν τελείωσε η ακολουθία, ο άγιος βγήκε μαζί με όλο τον λαό, έριξε εκείνος πρώτος μια πέτρα πάνω στο σώμα του, και μετά την πέτρα του έπεσαν τόσες που το σκέπασαν ολότελα. Ο σωρός των λίθων δείχνεται και σήμερα.
Εκοιμήθη εν ειρήνη, σε βαθιά γεράματα, συμπληρώνοντας σχεδόν εκατό χρόνια.
Ο τάφος και το χωριό
Στον τόπο του αρχαίου Ραύκου ανεγέρθηκε ο ναός του. Στην αρχή υπήρχε εδώ μια βασιλική των πρώτων χριστιανικών αιώνων, από την οποία σώζεται μέχρι σήμερα η μεγάλη αψίδα του ιερού με το σύνθρονο, το πέτρινο κάθισμα του επισκόπου. Τον ενδέκατο και τον δωδέκατο αιώνα η βασιλική μετατράπηκε σε βυζαντινό ναό, σταυροειδή εγγεγραμμένο, με τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερις πεσσούς και με οκτώ παράθυρα στο τύμπανο, από τα οποία το φως πέφτει σε ολόκληρο τον ναό.
Στο εσωτερικό βρίσκονται ο τάφος του αγίου και η θαυματουργή εικόνα του, ζωγραφισμένη τον δέκατο έκτο αιώνα. Κάτω από τον ναό, προς τα δυτικά, σώζεται το κελί του, που έγινε παρεκκλήσι, και από εκεί αναβλύζει ο αγιασμός στον οποίο έρχονται προσκυνητές εδώ και αιώνες.
Ο τόπος αυτός δοκιμάστηκε σκληρά. Στις 4 Νοεμβρίου 1866, την εποχή της κρητικής επανάστασης, οι άνθρωποι του Ρεσίτ Πασά ερήμωσαν το χωριό, βεβήλωσαν τους ναούς και κατέστρεψαν τον τάφο του αγίου. Στις βεβηλώσεις και στις ταραχές εκείνης της εποχής διασκορπίστηκε ένα σημαντικό μέρος των λειψάνων.
Αλλά ο άγιος δεν εγκατέλειψε τον τόπο του. Στις 12 Μαΐου 2014, έπειτα από σχεδόν δεκαέξι αιώνες, βρέθηκαν κάτω από τον ναό τα θραύσματα των λειψάνων του. Όσοι ήταν παρόντες μαρτυρούν ότι ο ναός και η αυλή γέμισαν από μια ανέκφραστη ευωδία. Τα λείψανα βρίσκονται σήμερα σε λάρνακα, προς προσκύνηση, ενώ ένα μικρό τμήμα τους φυλάσσεται και στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα.
Το βράδυ της 7ης Αυγούστου και την ημέρα της 8ης, το χωριό γεμίζει από προσκυνητές που έρχονται απ’ όλο το νησί. Το πανηγύρι του Αγίου Μύρωνος είναι ένα από τα πιο γνωστά σε αυτό το μέρος της Κρήτης.
Ένας κοσμικός άνθρωπος πριν γίνει ιεράρχης
Το συναξάρι δεν αρχίζει με τον επίσκοπο. Αρχίζει με τον παντρεμένο και τον γεωργό, και η αρχιερατική ράβδος έρχεται μόνο μετά το χωράφι, μετά το σπίτι και μετά τα χρόνια της ελεημοσύνης. Η σειρά της αφήγησης λέει κάτι για τη σειρά της ζωής: ο Μύρων δεν άρχισε να αγιάζεται όταν δέχτηκε τη χειροτονία.
Όταν ήρθε η χειροτονία, δεν του άρχισε τη ζωή με τον Θεό, αλλά τοποθέτησε κάτω από τη χάρη και την ευθύνη της ιερωσύνης έναν άνθρωπο που το χωράφι, το σπίτι και το έλεος τον είχαν ήδη δοκιμάσει. Για όποιον ζει στον κόσμο, αυτή η μορφή είναι ίσως η πιο κοντινή: η αγιότητα δεν αρχίζει αφού εγκαταλείψουμε τον τόπο όπου μας έβαλε ο Θεός, αλλά ακριβώς εκεί, αν ο τόπος αυτός καλλιεργείται με πίστη.
Ο λόγος της εορτής
Η μνήμη του πέφτει στις ημέρες μετά τη Μεταμόρφωση, όταν η Εκκλησία εορτάζει ακόμη το φως του Θαβώρ. Το φως που είδαν οι απόστολοι στο όρος είναι η άκτιστη χάρη που μετέχουν οι άγιοι, και ο βίος του Αγίου Μύρωνος τον δείχνει να ενεργεί όχι σε μια οπτασία, αλλά σε ένα αλώνι, τη νύχτα, όπου ένας άνθρωπος σηκώνει το κλεμμένο σακί στον ώμο του κλέφτη.
Δύο πράγματα πρέπει να κρατήσουμε από τη ζωή του.
Πρώτον, ότι η ελεημοσύνη του δεν ήταν υπολογισμός. Δεν έδινε από το περίσσευμα, αλλά από όσα είχε, και δεν εξέταζε πρώτα πόσο αξίζει αυτός που στεκόταν μπροστά του. Έβλεπε τον άνθρωπο και την ανάγκη του.
Δεύτερον, ότι η πραότητα ελέγχει χωρίς να ταπεινώνει. Ο άγιος δεν απάντησε στους κλέφτες με οργή, αλλά με μια καλοσύνη τόσο απροσδόκητη που ντράπηκαν μόνοι τους γι’ αυτό που έκαναν. Η πραότητα δεν ονομάζει το κακό καλό· ζητά τη διόρθωση εκείνου που το έκανε, όχι μόνο την τιμωρία του.
Με τις πρεσβείες του, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς.
Από την ακολουθία του αγίου
Ο στίχος του συναξαρίου
Μύρων ο θείος αρετής μύρου πνέων, Ευωδίας πρόσεισιν οσμή Κυρίω.
Ο θείος Μύρων, το μύρο της αρετής αναπνέοντας, / πλησιάζει τον Κύριο ως οσμή ευωδίας.
Ο στίχος παίζει με το όνομα του αγίου, Μύρων και μύρον. Και το τέλος του, «οσμή ευωδίας», είναι βιβλικός τύπος για τη θυσία που είναι ευάρεστη στον Θεό.
Απολυτίκιο, ήχος γ΄
Μέγας ήλιος εν Κρήτη, Πάτερ, ανατέταλκας, θαυμάτων πλήθει καταφωτίζων αυτήν, ιερώτατε· ως ουν ορμήν ποταμού διεκώλυσας, και τον όλεθρον δράκοντα ελίθωσας, ούτως Άγιε Χριστώ, θείε Μύρων πρέσβευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Μεγάλος ήλιος ανέτειλες στην Κρήτη, Πατέρα, φωτίζοντάς την με το πλήθος των θαυμάτων, ιερώτατε· και όπως ανέκοψες την ορμή του ποταμού και απολίθωσες τον όλεθρο δράκοντα, έτσι, Άγιε, πρέσβευε στον Χριστό, θείε Μύρων, να μας δωρίσει το μέγα έλεος.
Εικόνα: εικόνα του Αγίου Μύρωνος (κοινό κτήμα) και ναός του Αγίου Μύρωνος στον Άγιο Μύρωνα, φωτογραφία του C messier, CC BY-SA 3.0, μέσω Wikimedia Commons.