
Στις έξι Αυγούστου η Εκκλησία εορτάζει όσα έγιναν στο όρος Θαβώρ, όταν ο Κύριος, παίρνοντας μαζί Του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, μεταμορφώθηκε μπροστά τους, και το πρόσωπό Του έλαμψε ως ο ήλιος, ενώ τα ιμάτιά Του έγιναν λευκά ως το φως. Το Ευαγγέλιο λέει καθαρά τι είδαν οι μαθητές. Η εορτή όμως θέτει μπροστά μας ένα ερώτημα που αφορά τον καθένα μας: τι συμβαίνει με την όραση του ανθρώπου όταν ο Θεός αποκαλύπτεται.
Η Εκκλησία ομολογεί στο απολυτίκιο της εορτής ότι ο Κύριος έδειξε στους μαθητές Του τη δόξα Του, ως εδύναντο. Τα τελευταία αυτά λόγια δείχνουν ότι ο Κύριος δεν φανέρωσε τη δόξα Του απερίσκεπτα, αλλά την προσάρμοσε σε όσο μπορούσαν οι τρεις να βαστάξουν.
Η αποκάλυψη και η όραση
Εκείνος που ανέβηκε στο όρος ήταν ο ίδιος με Εκείνον που είχε κατέβει πρωτύτερα από τη Ναζαρέτ και που σύντομα θα κατέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα. Το σώμα που πήρε από την Παρθένο ήταν από την ώρα της σύλληψης σώμα του Θεού Λόγου, επειδή Εκείνος προσέλαβε ολόκληρη τη φύση μας, με ψυχή και με σώμα, και την ένωσε με τον Εαυτό Του καθ’ υπόσταση. Η φύση αυτή ούτε αναμείχθηκε με τη θεότητα ούτε αναλώθηκε από αυτήν, αλλά έμεινε ακέραιη, όπως η βάτος έκαιγε μέσα στις φλόγες και δεν κατακαιγόταν. Η δόξα που έλαμψε στο Θαβώρ ήταν λοιπόν δική Του ανέκαθεν, και δεν προστέθηκε τότε σε Αυτόν.
Σε όλη Του την επίγεια ζωή ο Κύριος την είχε όμως καλυμμένη. Κρυβόταν όχι από αδυναμία, αλλά από συγκατάβαση, για να μπορούν οι άνθρωποι να Τον πλησιάζουν και να περπατά ανάμεσά τους χωρίς να τους αφανίζει. Στο όρος σήκωσε για μια στιγμή αυτό το κάλυμμα. Εδώ βρίσκεται το πρώτο έργο της εορτής, που το επιτέλεσε Εκείνος την ώρα που ο ίδιος διάλεξε: το φως πήγασε από μέσα, διαπέρασε το σώμα και πέρασε ως και στα ιμάτια, για να φανεί ότι δεν ερχόταν από κάπου απ’ έξω πάνω Του.
Το δεύτερο έργο επιτελέστηκε στους μαθητές, και πάλι Εκείνος το επιτέλεσε. Τα μάτια τους ενισχύθηκαν για να αντέξουν ό,τι η φύση, εξασθενημένη από την αμαρτία, δεν μπορεί να αντέξει, και ανοίχτηκαν για να δουν ό,τι ήταν εκεί ανέκαθεν, αλλά έμενε πέραν από τη δύναμη της όρασής τους. Η αποκάλυψη και η όραση δόθηκαν την ίδια ώρα, από την ίδια φιλανθρωπία.
Πρέπει να κρατούμε και τα δύο. Όποιος θα έλεγε ότι άνοιξαν μόνο τα μάτια των μαθητών μεταφέρει το φως μέσα στον άνθρωπο και το κάνει αίσθημα, και η εορτή μεταβάλλεται σε ψυχική εμπειρία τριών ανθρώπων. Όποιος θα έλεγε ότι φανερώθηκε μόνο ο Κύριος, χωρίς να ενεργήσει τίποτε μέσα τους, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί οδηγήθηκαν πρώτα στο όρος, και γιατί ήταν τρεις. Η δόξα αποκαλύπτεται, και το μάτι προετοιμάζεται να τη δεχθεί, και το ένα χωρίς το άλλο δεν αρκεί.
Ο 14ος αιώνας αναγκάστηκε να διατυπώσει με λόγια ό,τι οι ασκητές γνώριζαν από την εμπειρία. Όταν το φως του Θαβώρ άρχισε να θεωρείται κτιστό σημάδι, γεγονός και φθαρτό, που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια για να μεσολαβήσει μια παράσταση του Θεού, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπερασπίστηκε τη μαρτυρία όσων προσεύχονταν, και οι Σύνοδοι της Κωνσταντινουπόλεως διατύπωσαν την απόφαση της Εκκλησίας: το φως εκείνο είναι άκτιστο, ενέργεια της θείας φύσεως, και όχι κτίσμα που παρουσιάστηκε για να το κατανοήσουμε.
Η διάκριση δεν είναι σχολική, ούτε αφορά μόνο όσους ασχολούνται με τη διδασκαλία. Αν το φως ήταν κτιστό, τότε οι μαθητές θα είχαν δει στο Θαβώρ ένα σημάδι για τον Θεό, και ανάμεσα σε αυτούς και τον Θεό θα στεκόταν ακόμη κάτι δημιουργημένο. Επειδή είναι άκτιστο, είδαν τον ίδιο τον Θεό να ενεργεί και να δίνεται, ενώ Εκείνος παρέμενε απλησίαστος κατά την ουσία Του. Εδώ βρίσκεται το θεμέλιο για το οποίο η Εκκλησία τολμά να λέει ότι ο άνθρωπος μπορεί να μετάσχει πραγματικά στον Θεό, και όχι απλώς να σκέφτεται γι’ Αυτόν.
Η ανάβαση πριν από την όραση
Το Ευαγγέλιο δεν παραλείπει τη λεπτομέρεια της πορείας. Ο Κύριος πήρε τους τρεις και τους ανέβασε σε όρος υψηλό, κατ’ ιδίαν. Δεν φανερώθηκε εκεί όπου βρίσκονταν, αλλά τους ανέβασε πρώτα. Η όραση ήρθε μετά την ανάβαση, και η ανάβαση απαίτησε κόπο, σιωπή και απομάκρυνση από τα κάτω.
Η τάξη αυτή διατηρείται ολόκληρη. Η κάθαρση προηγείται του φωτισμού, και κανείς δεν φτάνει ψηλά παρά μόνο ανεβαίνοντας. Όποιος θέλει να δει έχει να διανύσει πρώτα το δρόμο που γνωρίζει όλη η παράδοση: την τήρηση των εντολών, που κόβει το θέλημα το δικό μας· τη νηστεία, που υποτάσσει το σώμα· την επίμονη προσευχή, που συγκεντρώνει τον διεσπαρμένο νου· το πένθος για τις αμαρτίες, που πλένει το εσωτερικό μάτι· την υπακοή, που γκρεμίζει την καλή γνώμη για τον εαυτό. Χωρίς αυτά, ο λόγος για το άκτιστο φως μένει μια είδηση που ακούστηκε από μακριά, και μάλιστα επικίνδυνη, επειδή γεμίζει τον νου με φαντασίες για μια όραση που η καρδιά δεν έχει αρχίσει να τη ζητά.
Πρέπει ωστόσο να ειπωθεί αμέσως ότι ο κόπος αυτός προετοιμάζει, αλλά δεν εξαναγκάζει. Κανείς δεν ανεβαίνει στο όρος για να πάρει το φως, επειδή το φως δεν το παίρνει κανείς. Οι μαθητές οδηγήθηκαν, δεν πήγαν μόνοι τους· και το ίδιο συμβαίνει και σήμερα με όσους αγωνίζονται. Ο αγώνας καθαρίζει το μάτι και το καθιστά ικανό να αντέξει την αποκάλυψη, όμως η ώρα της μένει στον Αποκαλυπτόμενο, και γι’ αυτό όσοι έφτασαν πραγματικά στην όραση δεν την θεώρησαν ποτέ αμοιβή για τους κόπους τους.
Δεν τους πήρε και τους δώδεκα, αλλά τους τρεις. Ούτε αυτό έγινε από μεροληψία, αλλά πάλι κατά το μέτρο, επειδή η όραση δίνεται ανάλογα με τη δύναμη να τη βαστάξει κανείς, και ό,τι για τον έναν είναι φως, για τον άλλον που δεν είναι ακόμη έτοιμος θα ήταν φωτιά που κατακαίει. Και η φράση κατ’ ιδίαν δείχνει ότι η όραση απαιτεί αποχωρισμό, και ότι ο νους που παρασύρεται από τη φασαρία του κόσμου δεν μπορεί να δεχθεί ό,τι δίνεται μέσα στην ησυχία.
Οι σκηνές του Πέτρου
Ο Πέτρος μίλησε πρώτος, όπως συχνά μιλούσε. Είπε «Καλόν εστιν ημάς ώδε είναι» και ζήτησε να γίνουν τρεις σκηνές. Και ο ευαγγελιστής, που θα μπορούσε να προχωρήσει παρακάτω, προσθέτει τη φράση που κρίνει ολόκληρη την ορμή αυτή: δεν ήξερε τι έλεγε.
Αυτό που ζήτησε ο απόστολος φαίνεται καλό, και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να το εξετάσουμε με προσοχή. Ήθελε να σταματήσει την όραση στη θέση της, να της φτιάξει καταφύγιο, να μείνει μέσα σε αυτήν και να μην κατέβει πια. Πήρε το δώρο για τέρμα του δρόμου και προσπάθησε να το τοποθετήσει σε ένα δικό του κατοικητήριο. Εδώ κρύβεται μια πτώση που πολλοί τη θεωρούν πρόοδο: ο άνθρωπος που γεύτηκε την παρηγοριά αρχίζει να ζητά αυτήν αντί Εκείνου που την έδωσε, κάνει την εμπειρία περιουσία του, εγκαθίσταται σε αυτήν σαν σε σκηνή και από εκεί κοιτάζει με οίκτο όσους έμειναν στους πρόποδες του όρους. Ό,τι άρχισε ως δώρο καταλήγει σε καλή γνώμη για τον εαυτό.
Η φωνή του Πατρός διέκοψε τον λόγο του Πέτρου και δεν απάντησε στο αίτημα. Ομολόγησε τον αγαπητό Υιό και πρόσταξε: Αυτού ακούετε. Οι μαθητές στράφηκαν από το φως προς Εκείνον από τον οποίο προερχόταν το φως, και από την όραση προς την υπακοή. Εδώ βρίσκεται η λυδία λίθος κάθε πνευματικής εμπειρίας. Δεν ζυγίζεται με τη λάμψη της, ούτε με τη χαρά που αφήνει πίσω της, αλλά με αυτό: ποιον ακούει ο άνθρωπος αφού περάσει η εμπειρία, και αν κατέβηκε από το όρος πιο υποταγμένος από ό,τι είχε ανεβεί. Όποιος είδε φως και έμεινε ανυπάκουος δεν είδε ό,τι νομίζει ότι είδε.
Και οι μαθητές, ακούγοντας τη φωνή, έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και φοβήθηκαν πολύ. Το πρώτο σημάδι της αληθινής όρασης δεν ήταν ο ενθουσιασμός, αλλά ο φόβος και η ταπείνωση, και η ανάγκη να σηκωθούν από το χέρι Του.
Το φως που δόθηκε πριν από τον Σταυρό
Οι ευαγγελιστές που μετρούν τις ημέρες τοποθετούν τη Μεταμόρφωση αμέσως μετά την ώρα που ο Κύριος τους προανήγγειλε για πρώτη φορά ότι πρόκειται να πάθει, να θανατωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί. Η τάξη αυτή δεν είναι τυχαία. Η όραση δεν τους δόθηκε ως ανταμοιβή για όσα είχαν επιτελέσει, αλλά ως εφόδιο για ό,τι ερχόταν. Σύντομα θα Τον έβλεπαν παραδομένο στα χέρια των ανθρώπων και σταυρωμένο, και το θέαμα εκείνο θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να βαστάξουν από την ανάβαση του όρους. Τους δείχτηκε από πριν η δόξα, ώστε όταν έρθει η ώρα του σκότους να μην Τον θεωρήσουν ηττημένο άνθρωπο, αλλά να γνωρίζουν Εκείνον που δεχόταν το πάθος αυτοβούλως.
Δεν ήταν μόνοι στο όρος. Μαζί με τον Κύριο στάθηκαν ο Μωυσής και ο Ηλίας, και συνομίλησαν μαζί Του. Εκείνος που αποκαλυπτόταν τώρα σε δόξα ήταν Εκείνος που είχε μιλήσει άλλοτε στον Μωυσή στη φλεγόμενη βάτο και στο Σινά, και Εκείνος που είχε περάσει δίπλα από τον Ηλία στη λεπτή αύρα. Όσοι Τον είχαν αναζητήσει μέσα σε σημάδια και σε νέφος στέκονταν τώρα μπροστά Του πρόσωπο προς πρόσωπο, και έτσι φαινόταν ότι ο νόμος και οι προφήτες δεν καταλύονται, αλλά Τον είχαν ομολογήσει πάντοτε. Ο ένας είχε έρθει από τους νεκρούς, ο άλλος είχε αρπαχθεί χωρίς να γευθεί θάνατο, και οι δύο ήταν παρόντες, ώστε να γίνει γνωστό από την ίδια την κατάστασή τους ότι Εκείνος που επρόκειτο να θανατωθεί είναι Κύριος και των ζώντων και των νεκρών.
Και ο ευαγγελιστής λέει και για ποιο θέμα μιλούσαν: για την έξοδό Του, που θα την πραγματοποιούσε στην Ιερουσαλήμ. Την πιο φωτεινή ώρα της επίγειας ζωής Του, ο λόγος στο όρος αφορούσε το πάθος. Οι μαθητές άκουσαν το φως και τον Σταυρό να λέγονται μαζί, και εμείς δεν έχουμε την άδεια να τα χωρίσουμε.
Η τοποθέτηση της εορτής στους καλοκαιρινούς μήνες, λίγες εβδομάδες πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, διατηρεί στο ημερολόγιο την ίδια σύνδεση. Η Εκκλησία δεν μας καλεί στο Θαβώρ για να μείνουμε εκεί, αλλά για να μπορέσουμε μετά να σταθούμε κάτω από τον Σταυρό. Όποιος χωρίζει το φως από το πάθος δεν κατάλαβε ούτε το φως ούτε το πάθος, και κάνει την εορτή μια παρηγοριά χωρίς συνέπειες.
Γι’ αυτό κατέβηκαν από το όρος. Και τα τρία Ευαγγέλια το λένε αυτό, και κανένα δεν θεωρεί την κατάβαση απώλεια. Η όραση δόθηκε για τον δρόμο που ακολουθούσε, και ο δρόμος πήγαινε προς τα κάτω, προς το πλήθος, προς τις ασθένειες και προς τα Ιεροσόλυμα.
Πώς στεκόμαστε μπροστά στην εορτή
Η εορτή πέφτει μέσα στη νηστεία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και στα μισά του δρόμου η Εκκλησία μάς σταματά στο Θαβώρ. Η τοποθέτηση αυτή δεν έγινε τυχαία, και όποιος νήστεψε με προσοχή καταλαβαίνει το νόημά της από τον ίδιο του τον κόπο.
Η νηστεία της Κοιμήσεως συγκαταλέγεται στις αυστηρότερες και έρχεται στην καρδιά του καλοκαιριού, όταν το σώμα ζητά περισσότερα και οι ημέρες περνούν βαριές. Ακριβώς στη μέση της η Εκκλησία ανοίγει μια δεσποτική εορτή, επιτρέπει ιχθύν, οίνον και έλαιον, και θέτει μπροστά μας το φως του όρους. Η άδεια αυτή δεν είναι στάση του δρόμου, αλλά προγευσία της χαράς για την οποία γίνεται ολόκληρος ο δρόμος. Όποιος εγκρατεύεται χωρίς να ξέρει για ποιο λόγο καταλήγει σύντομα είτε σε απόγνωση είτε σε αυταρέσκεια· ενώ όποιος αντίκρισε έστω και από μακριά τη λάμψη του Θαβώρ γνωρίζει ότι ο αγώνας δεν του ζητείται για τον εαυτό του, αλλά για την αλλαγή που ενεργεί μέσα στον άνθρωπο η χάρη.
Από εδώ φαίνεται και γιατί η εορτή αυτή προηγείται εκείνης της δεκαπέντε Αυγούστου. Στο όρος οι μαθητές έλαβαν την όραση της δόξας πριν από την ώρα του Σταυρού, ώστε όταν Τον δουν σταυρωμένο να μη θεωρήσουν ότι είναι ηττημένος άνθρωπος, αλλά να γνωρίσουν Εκείνον που δεχόταν το πάθος αυτοβούλως. Και διά του Σταυρού ο θάνατος έπαψε να είναι τέλος και έγινε διάβαση. Χωρίς αυτό το φως, η κοίμηση της Θεοτόκου θα είχε μείνει ένας αποχωρισμός που τον θρηνούμε· μέσα στο φως του, η Εκκλησία την εορτάζει ως είσοδο.
Οι δύο εορτές απαντούν λοιπόν η μία στην άλλη, και πρέπει να τις βλέπουμε μαζί. Στο Θαβώρ μάς αποκαλύπτεται η δόξα Εκείνου που είναι Θεός εξ αιώνος και έγινε άνθρωπος για μας, και το φως που ξεπήδησε τότε μέσα από το σώμα ήταν δικό Του ανέκαθεν. Στην Κοίμηση στρεφόμαστε προς τη Θεοτόκο, που βάσταξε στην κοιλιά της τον Αχώρητο, υπάκουσε από την ώρα του Ευαγγελισμού ως κάτω από τον Σταυρό, και στο τέλος παραλήφθηκε στη δόξα του Υιού της. Το ίδιο φως φανερώνεται και στις δύο, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο: στο όρος γνωρίζουμε τίνος είναι, ενώ στην Κοίμηση βλέπουμε τι ενεργεί σε ένα πλάσμα που παραδόθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό.
Από εδώ προέρχεται και η παρηγοριά του δρόμου. Το φως που έλαμψε στο Θαβώρ δεν έμεινε εκεί πάνω, κλεισμένο σε μια ημέρα και σε ένα όρος. Είναι η κληρονομιά που περιμένουν όλοι οι άγιοι, και η Θεοτόκος προπορεύεται, πρώτη και υπέρτερη όλων, δείχνοντας ότι η φύση μας μπορεί να το βαστάξει. Όποιος διανύει τη νηστεία από τη μία εορτή ως την άλλη μαθαίνει όχι μόνο από πού έρχεται το φως, αλλά και μέχρι πού μπορεί αυτό να ανεβάσει τον άνθρωπο.
Την ημέρα αυτή φέρνονται για ευλογία οι καρποί της γης, σταφύλια όπου ωριμάζουν, και αλλού άλλοι καρποί, ανάλογα με τον τόπο και την εποχή του καθενός. Δεν είναι έθιμο που έμεινε απλώς από τους προγόνους. Εκείνος που έλαμψε στο όρος είναι Εκείνος διά του Οποίου έγιναν τα πάντα, και η κτίση, φερμένη μπροστά Του, παίρνει πίσω κάτι από τον πρώτο προορισμό της. Ό,τι συνέβη με τα ιμάτια του Κυρίου, που έγιναν λευκά ως το φως, δείχνει ότι η ύλη δεν εμποδίζει τη δόξα, αλλά μπορεί να τη βαστάξει.
Η εορτή δεν τελειώνει σε μία ημέρα. Η Εκκλησία ορίζει οκτώ ημέρες μεθεορτίου, ως την απόδοση, ώστε όποιος εορτάζει να έχει καιρό να επιστρέψει στο ίδιο θέμα, να ακούσει πάλι τους ίδιους ύμνους και να βρει μέσα τους ό,τι δεν μπόρεσε να χωρέσει από την αρχή. Οι εορτές ανοίγονται σε όσους επιστρέφουν σε αυτές.
Μένει το πιο δύσκολο μέρος, που δεν εκπληρώνεται σε μία ημέρα ούτε σε οκτώ. Η εορτή δεν μας ζητά να θαυμάσουμε ένα φως που έλαμψε κάποτε σε ένα όρος της Γαλιλαίας. Μας ζητά να προσέξουμε το μάτι της καρδιάς. Όποιος προσεύχεται με διασπαρμένο νου, όποιος κρατά κακία στον αδελφό του, όποιος τρέφεται με την καλή γνώμη για τον εαυτό του, κουβαλά μαζί του μια άρρωστη όραση, και δεν θα έβλεπε το φως ούτε αν στεκόταν στην ίδια την κορυφή του Θαβώρ. Η κάθαρση δεν βγάζει το φως από κάπου ούτε το αρπάζει· σηκώνει μόνο το κάλυμμα από τα μάτια και κάνει την ψυχή ικανή να δεχθεί ό,τι θα της δοθεί.
Το ομολογεί και ο ύμνος με τον οποίο η Εκκλησία υποδέχεται την εορτή. Δεν ζητά ένα καινούργιο φως, που να ανάψει τώρα για μας. Ζητά να λάμψει και σε μας τους αμαρτωλούς το αΐδιο φως. Και είναι αίτημα, και όχι δική μας απόφαση, επειδή Εκείνος που φανέρωσε τη δόξα Του στο Θαβώρ παραμένει κύριος της αποκάλυψής Του και τη δωρίζει την ώρα που ο ίδιος μόνος γνωρίζει. Όποιος όμως ζητά επίμονα και στο μεταξύ καθαρίζει το μάτι του δεν ζητά μάταια, επειδή ο Κύριος δεν έδειξε τότε τη δόξα Του για τρεις ανθρώπους και για μία μόνη ημέρα, αλλά για όλους όσοι επρόκειτο να έρθουν μετά από αυτούς, και ανάμεσά τους είμαστε και εμείς.