Η Οσία Παρασκευή κατά τον αρχαιότερο Βίο της

Η Οσία Παρασκευή στον αρχαιότερο Βίο του Βασιλικού: η άσκηση, η εύρεση των λειψάνων και οι διαφορές από τους μεταγενέστερους βίους.

Η Οσία Παρασκευή με μοναχικό ένδυμα, δίπλα σε ναό και στην έρημο του Ιορδάνη, εικονογράφηση βυζαντινού ύφους

Η Οσία Παρασκευή η Επιβατινή, την οποία η Εκκλησία εορτάζει στις 14 Οκτωβρίου, είναι μία από τις πιο αγαπητές αγίες της Ορθοδοξίας. Από το 1641 τα λείψανά της βρίσκονται στο Ιάσιο της Ρουμανίας, και ο βίος της διαβάζεται σήμερα σε πολλές γλώσσες. Ο αρχαιότερος Βίος της, δηλαδή το αρχαιότερο σωζόμενο κείμενο για τη ζωή της, γράφτηκε στα ελληνικά στα μέσα του 12ου αιώνα από έναν διάκονο ονόματι Βασιλικό, κατ’ εντολή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Για πολύ καιρό το κείμενο αυτό θεωρούνταν χαμένο. Σήμερα μπορεί να διαβαστεί ξανά, και μάλιστα και στα ρουμανικά.

Οι βίοι που διαβάζονται σήμερα ακολουθούν κυρίως τον Βίο που έγραψε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα ο Άγιος Ευθύμιος, Πατριάρχης Τυρνόβου, αφού τα λείψανα της Οσίας είχαν φτάσει στη Βουλγαρία. Ο Βίος του Βασιλικού είναι αρχαιότερος κατά περισσότερα από διακόσια χρόνια και σε πολλά σημεία διηγείται διαφορετικά. Σε αυτόν, οι γονείς της Οσίας ζουν και αντιστέκονται στην επιλογή της. Η επιστροφή της από την έρημο είναι δική της απόφαση, που πάρθηκε με προσευχή και στερεώθηκε με μια εσωτερική πληροφορία, δηλαδή με μια βεβαιότητα που της έδωσε ο Θεός. Τα λείψανά της φανερώνονται σε έναν μοναχό που ζούσε έγκλειστος στο κελλί του. Ο Βίος αυτός διασώζει και θαύματα που οι μεταγενέστεροι βίοι δεν αναφέρουν πλέον.

Ο Βίος που γράφτηκε με εντολή του Πατριάρχη

Για το πώς γράφτηκε ο Βίος αυτός μαθαίνουμε από τον Θεόδωρο Βαλσαμώνα, ο οποίος τον 12ο αιώνα ερμήνευσε τους ιερούς κανόνες, δηλαδή τους κανόνες της Εκκλησίας. Διηγείται ότι ο Πατριάρχης Νικόλαος Δ΄ ο Μουζάλων (1147–1151) βρήκε έναν Βίο της Αγίας Παρασκευής γραμμένο από κάποιον χωρικό και αποφάσισε τι θα γίνει με αυτόν:

«Ὁ ἁγιώτατος δὲ πατριάρχης ἐκεῖνος κυρὸς Νικόλαος ὁ Μουζάλων, εὑρὼν συγγραφέντα τὸν βίον τῆς ἁγίας Παρασκευῆς, τῆς ἐν τῷ χωρίῳ τῇ Καλλικρατείᾳ τιμωμένης, παρά τινος χωρίτου ἰδιωτικῶς καὶ ἀναξίως τῇ ἀγγελικῇ διαγωγῇ τῆς ἁγίας, ὥρισε πυρὶ παραδοθῆναι· καὶ ἐπέτρεψε τῷ διακόνῳ ἐκείνῳ τῷ Βασιλικῷ συγγράψασθαι τὸν ταύτης θεάρεστον βίον.»

Απόδοση: Ο τότε αγιότατος πατριάρχης κυρ Νικόλαος ο Μουζάλων, όταν βρήκε τον βίο της Αγίας Παρασκευής, που τιμάται στο χωριό Καλλικράτεια, γραμμένο από κάποιον χωρικό χωρίς τέχνη και ανάξια της αγγελικής πολιτείας της αγίας, όρισε να παραδοθεί στη φωτιά και ανέθεσε στον διάκονο Βασιλικό να συγγράψει τον θεάρεστο βίο της.

Ο Βαλσαμών αναφέρει το περιστατικό όταν ερμηνεύει τον 63ο κανόνα της εν Τρούλλω Συνόδου, που ονομάζεται και Πενθέκτη Οικουμενική. Ο κανόνας αυτός ορίζει να μη διαβάζονται στους ναούς οι ψευδείς διηγήσεις για τους μάρτυρες, αλλά να παραδίδονται στη φωτιά. Ο Βαλσαμών λέει μόνο ότι ο Βίος που κάηκε ήταν γραμμένος άτεχνα και ανάξια της αγίας, χωρίς να εξηγεί τι ακριβώς περιείχε. Η Εβελίνα Μίνεβα, η ερευνήτρια που ταύτισε τον Βίο του Βασιλικού, θεωρεί ότι με την εντολή αυτή η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δεχόταν την Παρασκευή ανάμεσα στους αγίους της.

Ο ίδιος ο Βασιλικός, στην αρχή του έργου του, γράφει ότι τόλμησε να αναλάβει έργο πάνω από τις δυνάμεις του, επειδή θεώρησε βαρύ να παραβλέψει λόγια πατρός: «βαρὺ καὶ γὰρ τὸ ἐξωριάζειν λόγους πατρὸς ἡγησάμενος, τοῖς ὑπὲρ δύναμιν ἐγχειρεῖν ηὐθαδιασάμην». Η Μίνεβα βλέπει στα λόγια αυτά την εντολή του Πατριάρχη. Σε ορισμένα ρουμανικά κείμενα το όνομα του διακόνου εμφανίζεται ως Βασιλίσκος.

Ο Βίος του Βασιλικού σώθηκε, χωρίς το όνομα του συγγραφέα, σε ελληνικά χειρόγραφα του 14ου αιώνα· το ένα βρίσκεται σήμερα στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας και το άλλο στη Φλωρεντία. Το κείμενο εκδόθηκε το 1989, με βάση το ένα από τα χειρόγραφα, ως ανώνυμος Βίος. Το 2017 η Εβελίνα Μίνεβα, καθηγήτρια στην Αθήνα, έδειξε ότι πρόκειται ακριβώς για τον Βίο που έγραψε ο Βασιλικός και τον εξέδωσε με βάση και τα δύο χειρόγραφα. Ανάμεσα στις αποδείξεις της είναι ένας τίτλος που δίνει το κείμενο στον αυτοκράτορα: «αὐσονάναξ», δηλαδή «άναξ των Αυσόνων». Σύμφωνα με την έρευνά της, οι Βυζαντινοί άρχισαν να ονομάζουν έτσι τους αυτοκράτορές τους μόλις τον 12ο αιώνα.

Το 1230–1231 τα λείψανα της Οσίας μεταφέρθηκαν από την Καλλικράτεια στο Τύρνοβο, την τότε πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Το 1234 έφτασαν εκεί μια ακολουθία της, ένα εγκώμιο και ένας Βίος, για να μεταφραστούν στα σλαβονικά. Γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα όμως οι μεταφράσεις αυτές από τα ελληνικά έπαψαν να αντιγράφονται, και από τότε οι σλαβονικοί βίοι γράφονταν χωρίς αυτές. Από τον Βίο του Βασιλικού έμειναν στα σλαβονικά μόνο ίχνη: ο αρχαιότερος σλαβονικός υμνογραφικός κανόνας της Οσίας, του 13ου αιώνα, συντέθηκε με βάση αυτόν, και στον Βίο που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος Τυρνόβου σώθηκε ένα μικρό απόσπασμα για τα παιδικά της χρόνια, μεταφρασμένο από μια επιτομή του Βίου του Βασιλικού.

Ένας συντομευμένος Βίος της Οσίας κυκλοφόρησε και αργότερα, με το όνομα του Έλληνα λογίου Μελετίου Συρίγου. Τυπώθηκε στα ελληνικά στο Βουκουρέστι το 1692 από τον ιερομόναχο τυπογράφο Άνθιμο τον Ίβηρα, με δαπάνη του ηγεμόνα της Βλαχίας Κωνσταντίνου Μπρινκοβεάνου, και έπειτα στο Ιάσιο το 1817. Η έκδοση του Ιασίου επανεκδόθηκε το 1841 με τη ρουμανική μετάφραση δίπλα στο ελληνικό κείμενο. Η Μίνεβα έδειξε ότι πρόκειται για σύντμηση του Βίου του Βασιλικού.

Η ρουμανική μετάφραση ολόκληρου του Βίου, έργο της μοναχής Παρασκευής Ενάκε, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Doxologia του Ιασίου, στους τόμους με κανόνες προς την Οσία, το 2022 και το 2024.

Η κόρη από τις Επιβάτες

Η Οσία Παρασκευή γεννήθηκε στις Επιβάτες, ένα χωριό της Θράκης στην ακτή της Προποντίδας, κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Ο τόπος ονομάζεται σήμερα Σελίμπασα και ανήκει διοικητικά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βίος δεν αναφέρει τα ονόματα των γονέων της. Λέει μόνο ότι ήταν ευγενείς και πλούσιοι, αλλά «εὐγενέστεροι δὲ πολλῷ τὴν ψυχὴν καὶ τὸν βίον ἀπόβλεπτοι· ἅτε γοῦν εὐσεβείᾳ συντεθραμμένοι», δηλαδή πολύ ευγενέστεροι στην ψυχή και αξιοθαύμαστοι στη ζωή, επειδή είχαν ανατραφεί με ευσέβεια.

Όταν ήταν δέκα χρονών, πήγε με τη μητέρα της στον ναό της Θεοτόκου και άκουσε στο Ευαγγέλιο τα λόγια του Κυρίου: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (πρβλ. Μάρκ. 8, 34). Ο Βίος λέει ότι «αὐτίκα ὅλη τοῦ θείου καὶ πνευματικωτάτου ἔρωτος γίνεται», δηλαδή ότι αμέσως κυριεύθηκε ολόκληρη από τον θείο και πνευματικότατο έρωτα.

Βγαίνοντας από τον ναό, συνάντησε έναν φτωχό. Αφού ξέφυγε από τα μάτια όσων τη συνόδευαν, έβγαλε τα μεταξωτά, χρυσοΰφαντα ενδύματά της, τα έδωσε στον φτωχό και φόρεσε τα δικά του ρούχα.

«Τοὺς δέ γε γονεῖς ῥακενδυτοῦσαν ἰδόντας αὐτὴν καὶ καταπλαγέντας τοῦ πράγματος· “ποῦ σοι τὰ ἄμφια;”, ἔρεσθαι· τὴν δὲ σιωπήν τε ἄγειν καὶ μηδ’ ἀξίαν τὴν τοιαύτην ἐρώτησιν τῆς οἱασοῦν ἡγήσασθαι ἀποκρίσεως.»

Απόδοση: Οι γονείς της, όταν την είδαν ντυμένη με κουρέλια, έμειναν έκπληκτοι και τη ρώτησαν: «Πού είναι τα ρούχα σου;» Εκείνη όμως σιωπούσε, γιατί δεν θεωρούσε μια τέτοια ερώτηση άξια καμιάς απάντησης.

Οι γονείς την έντυσαν ξανά και την απείλησαν. Εκείνη όμως έδωσε και πάλι, πολλές φορές, τα ρούχα της στους φτωχούς. Ο Βασιλικός λέει ότι με την πράξη της η μικρή καταδίκαζε «πολλὴν φειδωλίαν ὁμοῦ καὶ σμικρολογίαν τῆς τῶν τεκόντων προαιρέσεως», δηλαδή τη μεγάλη φειδωλία και μικροπρέπεια των γονέων της, που είχαν περισσότερα από όσα χρειάζονταν και δεν φρόντιζαν να ευεργετούν. Οι γονείς στην αρχή προσπάθησαν να τη μεταπείσουν με συμβουλές. Έπειτα τη μάλωναν και την περιγελούσαν, και στο τέλος τη χτυπούσαν «ὡς μὴ ἔδει», όπως λέει ο Βίος, δηλαδή όπως δεν έπρεπε. Όλα αυτά, που συνέβαιναν στο πατρικό σπίτι, ο Βασιλικός τα θεωρεί πρώτα σημάδια της ουράνιας πολιτείας που επρόκειτο να ζήσει.

Ορισμένοι σημερινοί βίοι λένε ότι η Οσία έφυγε από το σπίτι μετά τον θάνατο των γονέων της, όπως λέει και η πρώτη μορφή του Βίου που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος Τυρνόβου. Άλλες διηγήσεις προσθέτουν ότι ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν μικρή. Στον Βίο του Βασιλικού και οι δύο γονείς ζουν όταν εκείνη φεύγει, και η αναχώρησή της είναι φυγή από το σπίτι τους.

Πέντε χρόνια στον ναό της Θεοτόκου

Ο πόθος της για τον Θεό μεγάλωνε μέσα της, ώσπου δεν μπορούσε πια να τον κρατά κρυφό. Ξέφυγε από τα μάτια των γονέων, των συγγενών, των υπηρετριών και των αμέτρητων υπηρετών και έφυγε από το σπίτι «κατὰ τὸν πάλαι καὶ αὐτὴ Ἀβραάμ», όπως άλλοτε ο Αβραάμ. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γύριζε βιαστικά τους ιερούς ναούς, φοβούμενη τους γονείς της, και παρακαλούσε τον Θεό με ταπεινή καρδιά να της δείξει τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Ποθούσε να δει τους τόπους όπου βάδισε ο Χριστός.

Πρώτα αποφάσισε να φτάσει στην Ηράκλεια την Ποντική, πόλη στην ακτή του Ευξείνου Πόντου, που σήμερα ονομάζεται Καραντενίζ Ερεγλί. Εκεί υπήρχε ένας ναός της Θεοτόκου για τον οποίο έλεγαν ότι δεν τον είχαν φτιάξει ανθρώπινα χέρια, αλλά το χέρι του Θεού. Ήθελε να παρακαλέσει την Παρθένο να φυλάξει την παρθενία της και να της γίνει οδηγός μέχρι τα Ιεροσόλυμα. Πέρασε με πλοίο στη Χαλκηδόνα και από εκεί προχώρησε πεζή, αν και ήταν, όπως λέει ο Βίος, «κόρη, ἄρτι μὲν τῆς πατρικῆς ἑστίας ἀπαλλαγεῖσα, ἄρτι δὲ τῆς ἀνέτου βιοτῆς ἀποστᾶσα· καὶ μηδ’ ὅ,τι ποτὲ καὶ ἐστὶν εἴτε μὴν ὅλως ἐστὶ λυπηρὸν ἐγνωκυῖα τὸ σύνολον»· κόρη, δηλαδή, που μόλις είχε αφήσει την πατρική εστία και την άνετη ζωή και δεν ήξερε καθόλου τι θα πει κακουχία.

Οι γονείς της, πληγωμένοι στην ψυχή, έστειλαν τους πιο έμπιστους υπηρέτες να την αναζητήσουν. Εκείνοι έψαξαν το χωριό και τα περίχωρα και έφτασαν ως την Κωνσταντινούπολη, αλλά δεν τη βρήκαν. Ο Βίος λέει ότι η προσευχή της Οσίας έφτασε στον Θεό πριν από αυτούς και τους έστειλε πίσω με άδεια χέρια.

Όταν έφτασε στην Ηράκλεια, μπήκε στον ναό της Θεοτόκου, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και έκλαιγε ώσπου πότισε το δάπεδο με δάκρυα. Έπειτα σηκώθηκε, κοίταξε την εικόνα της Θεοτόκου και προσευχήθηκε:

«[…] Εὐχαριστῶ σοι, κόρη μητρόθεε, καὶ μεγαλύνω τὴν σὴν ἄμαχον δύναμιν· εὐχαριστῶ σοι, μόνη θεοχαρίτωτε, ὅτι ἐνίσχυσάς με, τὴν ἀσθενῆ καὶ ταλαίπωρον, ἀνάγνοις πατῆσαι ποσὶ τὸ σὸν ἱερὸν καὶ ὄμμασιν ἀνιέροις τὴν ἱερωτάτην σὴν κατοπτεῦσαι μορφήν. Ἀλλά με, φιλάγαθε Δέσποινα, δυσωπῶ οἰκείᾳ καμπτομένη χρηστότητι· καὶ εἰς ἔτι τὸ σὸν ἀήττητον σθένος περίζωσον· ὅπως ἂν τοῦ ἐχθροῦ τὰ κέντρα ἰσχύσω καταπατῆσαι καὶ τοὺς πανσέπτους τόπους κατοπτεῦσαι ἀξιωθῶ […]»

Απόδοση: […] Σ’ ευχαριστώ, Παρθένε Μητέρα του Θεού, και μεγαλύνω την ακαταμάχητη δύναμή σου· σ’ ευχαριστώ, εσύ που μόνη είσαι κεχαριτωμένη από τον Θεό, γιατί ενίσχυσες εμένα, την ασθενή και ταλαίπωρη, να πατήσω με ακάθαρτα πόδια τον ιερό σου ναό και να δω με ανίερα μάτια την πανίερη μορφή σου. Αλλά σε ικετεύω, φιλάγαθη Δέσποινα, εσύ που σε κάμπτει η ίδια σου η καλοσύνη: ζώσε με ακόμη περισσότερο με την ακατανίκητη δύναμή σου, για να μπορέσω να καταπατήσω τα κεντριά του εχθρού και να αξιωθώ να δω τους πάνσεπτους τόπους […].

Μετά την προσευχή, όπως λέει ο Βίος, «ἔν τινι τοῦ νεὼ ἐγκλεισθείη γωνίᾳ καὶ τὴν οἴκησιν ἐκεῖσε ποιήσειεν», δηλαδή κλείστηκε σε μια γωνία του ναού και έκανε εκεί την κατοικία της. Ο Βασιλικός αναρωτιέται ποιος λόγος θα μπορούσε να περιγράψει τους αγώνες της εκεί:

«Ἀλλὰ τίς ἂν ἐξείπῃ λόγος τὰς παννύχους ταύτης ἐντεύξεις, τὰς στερρὰς καὶ ἀδαμαντίνους στάσεις, τὰς ἐμμόνους νηστείας, τὰς ἐπιπόνους στερνοτυπίας, τὰς πικροτάτας ὀλολυγάς, τὸ μὴ σβεννύμενον πένθος, τὸ ἀένναον δάκρυον, τὸ χαμαικοιτὲς καὶ πιναρὸν τῆς στρώμνης, τὸ ταπεινὸν τοῦ ἤθους καὶ κατηφές, τὸ τοῦ φρονήματος μέτριον, τὸ τοῦ ἤθους συνεσταλμένον, τὸ καθαρώτατον τῆς καρδίας καὶ πρὸς μόνον νεῦον τὸ θεῖον, οὗπερ δὴ καὶ τῆς θεωρίας εἰλικρινῶς κατετρύφα καὶ ἀνενδότως ἀπήλαυε κατὰ τὰ εὐαγγελικὰ θεόφθεγκτα λόγια· “μακάριοι γάρ, φησιν, οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.”»

Απόδοση: Αλλά ποιος λόγος θα μπορούσε να εκφράσει τις ολονύκτιες προσευχές της, τις σταθερές και αδαμάντινες ορθοστασίες, τις αδιάκοπες νηστείες, τα επίπονα χτυπήματα στο στήθος, τους πικρότατους θρήνους, το άσβεστο πένθος, το αέναο δάκρυ, τη χαμευνία και τη ρυπαρή στρωμνή, το ταπεινό και κατηφές ήθος, το μετριοπαθές φρόνημα, τη συγκρατημένη συμπεριφορά, την καθαρότατη καρδιά της που έκλινε μόνο προς τον Θεό, του οποίου τη θεωρία απολάμβανε καθαρά και αδιάκοπα, σύμφωνα με τα θεόφθογγα λόγια του Ευαγγελίου: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»;

Έτσι έζησε, όπως σημειώνει ο Βίος, «ἐν ὅλοις ἔτεσι πέντε», πέντε ολόκληρα χρόνια.

Ορισμένες σημερινές διηγήσεις λένε ότι στην Ηράκλεια, σε ηλικία περίπου δεκαπέντε ετών, μπήκε σε μοναστήρι παρθένων, ενώ οι σλαβονικοί βίοι δεν αναφέρουν καθόλου την Ηράκλεια. Ο Βίος του Βασιλικού την τοποθετεί μόνη, για πέντε χρόνια, σε μια γωνία του ναού της Θεοτόκου.

Τα Ιεροσόλυμα και η έρημος του Ιορδάνη

Μετά από αυτά τα πέντε χρόνια, ο Θεός της έστειλε ανθρώπους που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα. Πριν φύγει, η Οσία προσευχήθηκε ξανά στον ναό, υψώνοντας τον νου, τα χέρια και τα μάτια της προς τον Ποιητή της:

«Ἐπάκουσον κἀμοῦ, τῆς σῆς οἰκτροτάτης παιδίσκης, τῇ ὥρᾳ ταύτῃ, τῆς τὰ γεώδη καὶ ἄστατα ὁλοψύχως προϊεμένης, καὶ ἀντὶ πάντων σὲ τὸν ἀθάνατον αἱρετισαμένης Νυμφίον· καὶ πάρεσό μοι, ἀρρωγὸς ὁμοῦ καὶ φρουρός, καὶ σωτήριος ἐν τῇ παρούσῃ ὁδῷ ἰθυντήρ, τόν τε ζῳοποιόν σου τάφον καὶ κατιδέσθαι, καὶ φόβῳ πολλῷ προσκυνῆσαι καὶ εὐλαβῶς περιπτύξασθαί με ἀξίωσον.»

Απόδοση: Εισάκουσε κι εμένα, την πολύ ελεεινή δούλη Σου, αυτή την ώρα, εμένα που εγκατέλειψα ολόψυχα τα γήινα και τα άστατα και αντί για όλα διάλεξα Εσένα, τον αθάνατο Νυμφίο. Στάσου δίπλα μου στον δρόμο αυτόν ως βοηθός και φρουρός και σωτήριος οδηγός, και αξίωσέ με να δω τον ζωοποιό Σου Τάφο, να τον προσκυνήσω με πολύ φόβο και να τον αγκαλιάσω με ευλάβεια.

Έπειτα, κοιτάζοντας την εικόνα της Θεοτόκου, είπε από τα βάθη της καρδιάς της:

«Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ τὸν δι’ ἐμὲ κατ’ ἐμὲ γεγονότα σπλάγχνοις τοῖς σοῖς ὑποδεξαμένη, σπλαγχνίσθητι ἐπ’ ἐμοὶ τῇ ἀπόρῳ· τῇ πάσης τῆς ἔξωθεν βοηθείας ἐστερημένῃ, μόνην δὲ σὴν κραταιοτάτην ἀντίληψιν εὑραμένῃ.»

Απόδοση: Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ που δέχθηκες στα σπλάχνα σου Εκείνον που για χάρη μου έγινε όμοιος με μένα, σπλαχνίσου με την αβοήθητη, που στερήθηκα κάθε βοήθεια από έξω και βρήκα μόνο την κραταιότατη προστασία σου.

Ενώθηκε με όσους πήγαιναν στους Αγίους Τόπους και ξεκίνησε τον δρόμο με χαρά. Ο Βασιλικός την παρομοιάζει με αγνή παρθένο, μνηστευμένη με πανέμορφο νυμφίο, που ξεκινά για να πάει κοντά του και δεν σκέφτεται τίποτε άλλο παρά μόνο εκείνον. Και η Οσία, όπως λέει ο Βίος, «προορᾶν ἐδόκει τὸν Κύριον καὶ τῷ τούτου κάλλει ἀστράπτεσθαι»· της φαινόταν δηλαδή ότι έβλεπε μπροστά της τον Κύριο και ότι την περιέλουζε η λάμψη της ωραιότητάς Του.

Μετά από μακρύ και κουραστικό ταξίδι έφτασε στα Ιεροσόλυμα. Μπήκε στον ζωηφόρο Τάφο, τον αγκάλιασε με την καρδιά, με τα χέρια και με τα χείλη, και είπε με δάκρυα:

«Εὐχαριστῶ σοι καὶ δοξάζω· καὶ τὴν σὴν μεγαλύνω ἄφατον ἀγαθότητα, προαιώνιε Λόγε τοῦ σοῦ ἀνάρχου Πατρός· ὅτι κἀμέ, τὴν ῥυπαρὰν καὶ ἀκάθαρτα κεκτημένην καὶ χείλη καὶ ὄμματα, καὶ νοήματα ἠξίωσας κατιδεῖν ἐναργῶς καὶ σεπτῶς κατασπάσθαι τὸ σεβάσμιον μνῆμα, ᾧ σαρκὶ κατετέθης αὐτὸς ὁ τοῦ παντὸς Ποητής· […] Ἀλλ’ εὐδόκησον, παντοδύναμε Κύριε, τὴν οἰκέτιν τὴν σὴν τὸ λεῖπον τῆς ἐμῆς ταλαιπώρου ζωῆς κατὰ τὸ σὸν ἐκτελέσαι εὐάρεστον.»

Απόδοση: Σ’ ευχαριστώ και Σε δοξάζω και μεγαλύνω την ανέκφραστη αγαθότητά Σου, προαιώνιε Λόγε του ανάρχου Πατρός Σου, γιατί αξίωσες κι εμένα, τη ρυπαρή, που έχω ακάθαρτα χείλη και μάτια και λογισμούς, να δω καθαρά και να ασπαστώ ευλαβικά το σεβάσμιο μνήμα όπου κατατέθηκες με τη σάρκα Εσύ ο ίδιος, ο Ποιητής του σύμπαντος. […] Ευδόκησε, παντοδύναμε Κύριε, η δούλη Σου να τελειώσει το υπόλοιπο της ταλαίπωρης ζωής μου όπως Σου είναι αρεστό.

Έπειτα προσκύνησε και τους άλλους αγίους τόπους. Πήγε στη Βηθλεέμ και αγκάλιασε με ευλάβεια το σπήλαιο που δέχθηκε τον Θεό. Κατέβηκε στην Ιεριχώ και διέσχισε την έρημο του Ιορδάνη σαν πουλί της ερήμου. Εκεί βρήκε μια μονή μοναζουσών και προσχώρησε σε αυτές. Ο Βασιλικός λέει ότι εκεί, «καθάπερ σίμβλῳ τινί, τὸ μέλι τῆς ἀρετῆς ὡς μέλισσά τις ἐγεώργει σοφή», δηλαδή σαν σοφή μέλισσα σε κυψέλη, καλλιεργούσε το μέλι της αρετής.

Οι σλαβονικοί βίοι λένε μόνο ότι αποσύρθηκε σε μια έρημο, χωρίς να την ονομάζουν, και δεν αναφέρουν καμία αδελφότητα. Στον Βίο του Βασιλικού η Οσία ζει για πολλά χρόνια σε μια γυναικεία μονή στην έρημο του Ιορδάνη.

Ο πόλεμος των λογισμών

Η Οσία έτρωγε μόνο όσο χρειαζόταν για να ζει και για να μη διαλυθεί βίαια το σώμα της. Έπινε νερό της πηγής, κι αυτό πολύ λίγο. Μια ψάθα τής χρησίμευε για στρώμα, και ενδυμασία της ήταν ένα μόνο ρούχο. Ο Βίος συνεχίζει:

«Ὁ ὕμνος ἀσίγητος χείλεσιν ἐξηχεῖτο· τὸ δάκρυον, κρουνηδὸν τῶν ὀμμάτων κατέρρει· ἡ ἀγάπη, τούτοις πᾶσιν ἐπήνθει· ὁ δὲ τῶν ἀρετῶν κολοφών, ἡ μεγίστη φημὶ μετριοφροσύνη, ἁπαξαπλῶς περιελάμβανε ταύτην κυκλοφορικῷ τῷ σχήματι.»

Απόδοση: Ο ύμνος αντηχούσε ασίγαστος στα χείλη της, το δάκρυ κυλούσε σαν ποτάμι από τα μάτια της, και πάνω σε όλα αυτά άνθιζε η αγάπη. Και η κορυφή των αρετών, η ταπεινοφροσύνη, η μεγαλύτερη από όλες, την αγκάλιαζε ολόκληρη σαν κύκλος.

Ο Βασιλικός περιγράφει έπειτα τον αγώνα της με τον διάβολο με τις λέξεις που χρησιμοποιούν οι Πατέρες της ερήμου για τον πόλεμο των λογισμών. Ο εχθρός προσπάθησε πρώτα να την κλονίσει με τις επαναστάσεις της σάρκας και τη γλυκύτητα της ηδονής. Αποκρουσμένος από την ακούραστη εγκράτειά της και την επίμονη προσευχή της, εξαπέλυσε εναντίον της τα βέλη της ακηδίας, δηλαδή εκείνης της νωθρότητας της ψυχής που κάνει την προσευχή και την άσκηση να φαίνονται χωρίς νόημα. Όταν και αυτά συντρίφτηκαν πάνω στη νήψη της, δηλαδή στην προσεκτική φρούρηση του νου, επιχείρησε να την καταβάλει με τα ξίφη της αθυμίας, δηλαδή της αποθάρρυνσης. Η Οσία άμβλυνε και αυτά με τον διάπυρο πόθο της για τον Χριστό. Τότε ο διάβολος εγκατέλειψε την κρυφή ενέδρα και της επιτέθηκε φανερά, παίρνοντας μορφές παράξενων φαντασμάτων για να την τρομάξει. Εκείνη όμως ατένιζε ακλόνητα τον Χριστό και με το σημείο του Σταυρού τον έκανε να χάνεται σαν καπνός και να λιώνει σαν κερί μπροστά στη φωτιά.

Εδώ ο Βασιλικός την περιγράφει ως «τῇ σαρκὶ μὲν ἡβῶσα, γηραλέα δὲ τῷ φρονήματι», νέα στη σάρκα αλλά γερόντισσα στο φρόνημα, και λέει τι έκανε όταν ο εχθρός ξέχυσε επάνω της όλο του το δηλητήριο:

«Ὅλον ἑαυτῆς τὸν λογισμὸν συναθροίσασα καὶ τῶν ὑπὸ τὴν αἴσθησιν διατμήξασα πάντων, γηΐνῳ τε καὶ κατωφερεῖ λέξασα χαίρειν συγκροτησμῷ, μόνῳ θερμῶς προσφεύγει Χριστῷ· ὡς καὶ μόνῳ παντάπασιν ἱκανῷ ἀνάλογον νεῖμαι ἀντίδοτον πρὸς τοσοῦδε πικρίαν ἰοῦ. Καὶ τὼ πόδε χαμαὶ πεπηγυῖα χαμαιζήλου μετά γε παντός, τὸν νοῦν ἀνεπτέρου πρὸς τὸν αὐτῆς ἐραστήν.»

Απόδοση: Συγκέντρωσε ολόκληρο τον λογισμό της, αποκόπηκε από όλα όσα υποπίπτουν στις αισθήσεις, αποχαιρέτησε κάθε γήινο θόρυβο που τραβά προς τα κάτω και κατέφυγε με θέρμη μόνο στον Χριστό, ως τον μόνο που μπορούσε να δώσει το κατάλληλο αντίδοτο σε τόσο πικρό δηλητήριο. Και με τα πόδια στερεωμένα στη γη, με κάθε ταπείνωση, έδινε φτερά στον νου της προς Εκείνον που αγαπούσε.

Και φώναζε προς τον Κύριο με τα λόγια του 34ου Ψαλμού, ζητώντας Του να δικάσει όσους την αδικούσαν, να πολεμήσει όσους την πολεμούσαν και να σηκωθεί σε βοήθειά της.

Συμβουλή των αδελφών και επιστροφή στην πατρίδα

Η άσκηση της Οσίας έγινε τόσο αυστηρή, ώστε οι αδελφές με τις οποίες ζούσε περίμεναν να τη δουν να πεθαίνει. Τότε τη συμβούλευσαν, με πολλή φροντίδα, να χαλαρώσει λίγο την αυστηρότητά της:

«Οὐδὲ γὰρ Θεῷ βουλητόν, ἔφασκον, ἡ καθυπερτεροῦσα τῆς δυνάμεως ἄσκησις· οὐδέ γε μὴν τὸ τῆξαι τὸ σῶμα, ὥστε μὴ δύνασθαι ταῖς καθολικωτέραις τῶν ἀρετῶν προσχωρεῖν. Ἐπίβουλος γὰρ ἑαυτοῦ πρός τε Θεοῦ καὶ πρὸς ἀνθρώπων λελόγισται, ὃς μὴ τῇ ἑαυτοῦ δυνάμει καὶ τοὺς τῆς ἀσκήσεως πόνους ἐπιμετρεῖ. Φίλον γὰρ Θεῷ τὸ δυνατὸν ἀκούομεν, οὐχὶ τὸ πέρα τῆς ἰσχύος γινόμενον.»

Απόδοση: Ο Θεός δεν θέλει την άσκηση που ξεπερνά τη δύναμη, ούτε το να λιώνει κανείς το σώμα του ώσπου να μην μπορεί πια να ασκεί τις πιο γενικές αρετές. Όποιος δεν μετρά τους κόπους της άσκησης με βάση τη δύναμή του, λογαριάζεται επίβουλος του εαυτού του ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Έχουμε ακούσει ότι αρεστό στον Θεό είναι το δυνατό, όχι ό,τι γίνεται πέρα από τις δυνάμεις.

Η Οσία τους απάντησε:

«Ἀλλ’ οὐκ ἀσκήσεως, ἔλεγε, τοῦτο ὑπερβολή· ὑπερβάλλουσα δὲ τῶν γεννητόρων στοργή. Διά τοι τοῦτο, καὶ τῷ τῶν ὅλων με Θεῷ παραθέσθαι· καὶ ταῖς ὑμῶν ἐντεύξεσι θωρακίσαι, οἴκαδε ἐκεῖσε μάλιστα τοὺς ἐμοὶ ἐπιβουλευομένους καταβαλῶ. Καὶ οὐ μὴ ἐπιχαρῇ ὁ ἐχθρός μου τὸ σύνολον ἐπ’ ἐμοί. Οἷσπερ καὶ γὰρ τῆς αὐτοῦ ἐλπίδος ὁλοψύχως πάντῃ ἐξήρτημαι, τούτοις ἂν καὶ τῆς αὐτοῦ συνάρσεως ἀπολαῦσαι οὐκ ἀμφιβάλλω.»

Απόδοση: Αυτό δεν είναι υπερβολή άσκησης, αλλά υπερβολική στοργή για τους γονείς μου. Γι’ αυτό, παραθέστε με στον Θεό των όλων και με τις προσευχές σας θωρακίστε με· στο σπίτι μου, εκεί πρωτίστως, θα καταβάλω όσους με επιβουλεύονται. Και ο εχθρός μου δεν θα χαρεί καθόλου εις βάρος μου. Αφού κρέμομαι ολόψυχα από την ελπίδα στον Θεό, δεν αμφιβάλλω ότι θα απολαύσω και τη βοήθειά Του.

Η Οσία μιλά για στοργή «ὑπερβάλλουσα», υπερβολική, και όχι για την αγάπη προς τους γονείς ως κακό. Εκείνο που την έλιωνε ήταν ο αγώνας με τη νοσταλγία του σπιτιού, την οποία χρησιμοποιούσε ο εχθρός για να την απομακρύνει από τον Χριστό, και αποφάσισε να δώσει τον αγώνα αυτόν ως το τέλος εκεί ακριβώς, κοντά στο πατρικό της σπίτι. Η απάντησή της δεν κάνει λιγότερο αληθινή τη συμβουλή των αδελφών: η άσκηση μετριέται με τη δύναμη του καθενός και φυλάγεται με τη διάκριση.

Οι αδελφές την προέπεμψαν με θερμές προσευχές και με δάκρυα. Πώς να μη λυπηθούν, λέει ο Βασιλικός, αφού έχαναν εκείνη που είχε ζήσει μαζί τους όχι τρία ή τέσσερα χρόνια, αλλά περισσότερα; Επέστρεψαν στη μονή κρατώντας μέσα τους την αλησμόνητη μνήμη της.

Η Οσία στάθηκε με το πρόσωπο προς την ανατολή και προσευχήθηκε με θερμό πνεύμα:

«Ἁγία Τριὰς ἀδιαίρετε, ἄναρχε, ὁμοούσιε, ἀσύγχυτε, ἄκτιστε, πάντων κτισμάτων ποιητική· ἡ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τῇ σῇ ἀγαθότητί με παραγαγοῦσα· καὶ ἐκ τοῦ εἶναι εἰς τὸ μὴ καλῶς εἶναι τῇ ἐμῇ χωρήσασαν ῥαθυμίᾳ, εἰς τὸ εὖ εἶναι αὖθις μετασκευάσασα φιλανθρώπως· ἡ μὴ τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ βουλομένη, ἀλλὰ τοὺς πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐφιεμένη ἐλθεῖν, εὐδόκησον κἀμὲ τὴν ἁμαρτωλήν, τὴν οἰκτράν, τὴν ἀσθενῆ, τὴν ταλαίπωρον, τὴν σὲ μεσαιτάτης ἀπὸ καρδίας ποθήσασαν, τοῦ παμβεβήλου Βελίαρ τὴν ἰσχὺν ἐκνευρίσαι καὶ τὰ πεπυρωμένα βέλη τούτου καὶ τὰς ἐνέδρας καὶ θήρατρα, τῷ σῷ ὑψηλῷ συντρίψαι βραχίονι· καὶ τὸν τῆς νίκης ἀμαράντινον στέφανον παρὰ σοῦ τοῦ ἀγωνοθέτου Θεοῦ μου κομίσασθαι.»

Απόδοση: Αγία Τριάδα αδιαίρετη, άναρχη, ομοούσια, ασύγχυτη, άκτιστη, δημιουργός όλων των κτισμάτων, Εσύ που με την αγαθότητά Σου με έφερες από το μη ον στο είναι, και όταν από τη ραθυμία μου ξέπεσα από το είναι στο μη καλώς είναι, με επανέφερες φιλάνθρωπα στο ευ είναι· Εσύ που δεν θέλεις τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά θέλεις όλοι να σωθούν και να έρθουν σε επίγνωση της αλήθειας: ευδόκησε κι εγώ, η αμαρτωλή, η ελεεινή, η ασθενής, η ταλαίπωρη, που Σε πόθησα από τα βάθη της καρδιάς μου, να εξουθενώσω τη δύναμη του παμβεβήλου Βελίαρ [δηλαδή του διαβόλου], να συντρίψω με τον υψηλό βραχίονά Σου τα πυρωμένα βέλη του, τις ενέδρες και τις παγίδες του, και να λάβω από Σένα, τον αγωνοθέτη Θεό μου, το αμάραντο στεφάνι της νίκης.

Αφού δέχθηκε στον νου της μια μυστική πληροφορία, δηλαδή τη βεβαιότητα ότι θα έτρεπε κραταιά σε φυγή τον αντίπαλό της και θα αναδεικνυόταν τροπαιοφόρος, πήρε τον δρόμο για την πατρίδα της. Ήταν περίπου στο εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας της.

Στον Βίο που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος Τυρνόβου, τον οποίο ακολουθούν πολλοί σημερινοί βίοι, την επιστροφή την προστάζει ένας άγγελος, που φανερώνεται στον ύπνο της με μορφή νέου και της λέει να γυρίσει στην πατρίδα της, όπου επρόκειτο να πεθάνει. Ο Βίος του Βασιλικού δεν αναφέρει κανέναν άγγελο. Η απόφαση είναι της Οσίας: την παίρνει αφού γνώρισε τον αγώνα της, τη στηρίζουν οι προσευχές των αδελφών και τη σφραγίζει η βεβαιότητα που δέχθηκε από τον Θεό, αφού προσευχήθηκε στην Αγία Τριάδα.

Η τρικυμία και ο Άγιος Ευθύμιος Μαδύτου

Στην Ιόππη η Οσία επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο. Για κάποιο διάστημα έπλεαν με ούριο άνεμο. Έπειτα ξέσπασε φοβερή τρικυμία, που αναστάτωνε άγρια τη θάλασσα. Όλοι οι επιβάτες, μαζί με τους ναύτες και ακόμη και τον πηδαλιούχο, καταβεβλημένοι από τη ναυτία, κατέβηκαν στο αμπάρι του πλοίου και κείτονταν εκεί κλαίγοντας ασταμάτητα. Η Οσία όμως ύψωσε τα όσια χέρια της και κατέβηκε με θάρρος ανάμεσα στους συνταξιδιώτες της. Τους παρηγόρησε με γλυκά λόγια και νεύματα, έπειτα έπιασε με σεμνότητα το δεξί χέρι του πηδαλιούχου και τον γέμισε ελπίδα. Ανέβηκε μαζί του στην πρύμνη, το πίσω μέρος του πλοίου όπου βρίσκεται το πηδάλιο, του εμπιστεύθηκε τα πανιά, έδιωξε από πάνω του τη ναυτία και του υποσχέθηκε ότι το ταξίδι θα τελείωνε χωρίς κίνδυνο και χωρίς ταραχή.

Τα λόγια της επαληθεύτηκαν σύντομα. Η ημέρα της τρικυμίας τελείωνε. Ήταν νύχτα όταν φανερώθηκε στην Οσία ο αδελφός της, ο Άγιος Ευθύμιος, που είχε κοσμήσει με τιμή τον επισκοπικό θρόνο της Μαδύτου και είχε ήδη εκδημήσει προς τον Κύριο:

«[…] τὴν ἀρχιερατικὴν ἀμπισχόμενός τε στολὴν καὶ ἀμφοῖν ταῖς τάξεσι σεβασμίως δορυφορούμενος, ἱερατικῇ φημὶ καὶ λευϊτικῇ· ὅς γε καὶ σταυροτύπως τὴν θάλασσαν τεθυμιακώς, ᾧ ἀνὰ χεῖρας ἔφερε θυμιατήριον, τήν τε κυμαγωγίαν ταύτης κοιμήσειε καὶ τὴν πρότερον κυματόεσσαν τελέσειε λειοκύμονα.»

Απόδοση: […] Φορούσε την αρχιερατική στολή και τον συνόδευαν με σεβασμό και οι δύο τάξεις, η ιερατική και η διακονική. Και αφού θυμίασε σταυροειδώς τη θάλασσα με το θυμιατήριο που κρατούσε στα χέρια του, κοίμισε τα κύματά της και έκανε γαλήνια τη θάλασσα που πριν ήταν φουρτουνιασμένη.

Ο Βασιλικός προσθέτει ότι έτσι συμβαίνει με τα μάτια που έχουν καθαριστεί από κάθε υλικό παραπέτασμα και ατενίζουν αδιάκοπα μόνο τον Θεό: προβλέπουν τα μέλλοντα και μπορούν να τα προλέγουν και σε άλλους. Αν είναι άξιος επαίνου όποιος σώζει από τον θάνατο έστω και έναν άνθρωπο, αναρωτιέται, πώς να μην επαινεθεί εκείνη που λύτρωσε τόσους;

Ύστερα από λίγες ημέρες το πλοίο έπιασε λιμάνι στη Μάδυτο, στη χερσόνησο της Καλλίπολης. Η Οσία αποβιβάστηκε, πήγε στον τάφο του αδελφού της και αγκάλιασε με πολλή αγάπη τη λάρνακα με τα λείψανά του, ως λάρνακα που περιείχε αδελφικά μέλη. Είναι το μόνο αγκάλιασμα συγγενούς σε ολόκληρο τον Βίο.

Το θαύμα στη θάλασσα και ο σταθμός στη Μάδυτο λείπουν από τους σλαβονικούς βίους. Αντίθετα, ο Βίος που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος Τυρνόβου αναφέρει τον Ευθύμιο από την αρχή, ως αδελφό που μεγάλωσε μαζί της. Στον Βίο του Βασιλικού ο Ευθύμιος εμφανίζεται μόνο τώρα, στη θάλασσα. Ο Βασιλικός χρησιμοποιεί γι’ αυτόν τη λέξη «σύγγονος», που σημαίνει τον αδελφό, αλλά και τον εξ αίματος συγγενή, και τον τάφο του τον αποκαλεί «ἀδελφικόν». Το εγκώμιο του Αγίου Ευθυμίου Μαδύτου, που έγραψε τον 13ο αιώνα ο Γρηγόριος Κύπριος, δεν αναφέρει καμία αδελφή.

Τα δύο τελευταία χρόνια, στην Καλλικράτεια

Η Οσία επιβιβάστηκε ξανά σε πλοίο και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, την οποία ο Βασιλικός ονομάζει «Νέα Σιών». Είχε αποπλεύσει από την Πόλη άνθρωπος, λέει, και επέστρεφε σε αυτήν άγγελος. Περιόδευσε ξανά τους ναούς της Πόλης. Έπεφτε μπροστά στις λάρνακες των αγίων, μακάριζε τους κόπους τους, μεγάλυνε την τελείωσή τους και παρακαλούσε θερμά να γίνει κοινωνός των αγώνων τους και των αγαθών που ο Θεός ετοίμασε γι’ αυτούς.

Έπειτα εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό χωριό που οι ντόπιοι το έλεγαν Καλλικράτεια, όχι μακριά από τις Επιβάτες. Έστησε την κατοικία της κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων και κάθε ημέρα αποδημούσε με τον νου στον Θεό. Ο Βασιλικός λέει ότι άγγιζε τη γη μόνο με ένα μικρό μέρος της φύσης της, ενώ ολόκληρη ήταν υψωμένη πάνω από τις αψίδες των ουρανών.

Εδώ, κοντά στους τόπους της παιδικής της ηλικίας, νίκησε στον αγώνα που είχε εξομολογηθεί στις αδελφές της ερήμου. Ο Βίος λέει ότι παραμέρισε με αρχοντιά ψυχής τον δεσμό με τους γονείς της και περιγέλασε με σύνεση τις μηχανορραφίες του δόλιου Σατανά. Δεν περιφρόνησε τους γονείς της· απλώς δεν άφηνε πια τη νοσταλγία για εκείνους να την απομακρύνει από την κλήση της. Ο διάβολος, «ὁ κακῶν ἡμερῶν πεπολιωμένος», αυτός δηλαδή που γέρασε μέσα σε κακές ημέρες, νικιόταν από μια νεαρή κόρη, με την απαράμιλλη υπομονή της και την υπεράνθρωπη άσκησή της. Εκείνος που καυχιόταν ότι θα εξαφανίσει γη και θάλασσα έγινε περίγελος μιας τρυφερής κόρης, σαν ελεεινό σπουργίτι.

Ο Βίος που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος Τυρνόβου την επιστρέφει στις Επιβάτες, όπου πεθαίνει ύστερα από πολύ καιρό. Ο Βίος του Βασιλικού δεν την ξαναφέρνει στο χωριό της: τα τελευταία της χρόνια τα περνά στην Καλλικράτεια. Και ο Βαλσαμών, όπως είδαμε, μιλά για την Αγία Παρασκευή που τιμάται «ἐν τῷ χωρίῳ τῇ Καλλικρατείᾳ».

Έτσι πέρασαν δύο χρόνια. Τότε, λέει ο Βασιλικός, η αμόλυντη περιστερά πέταξε από τον κατακλυσμό των ρεόντων και αναπαύθηκε στην ουράνια κιβωτό. Ένας πόνος που τη χτύπησε ελαφρά στο κεφάλι χώρισε το αγνισμένο πνεύμα της από τη σκηνή του σώματος. Σύμφωνα με τον υπολογισμό του Βίου, ήταν περίπου είκοσι επτά ετών: είχε φύγει από την έρημο γύρω στα είκοσι πέντε και έζησε άλλα δύο χρόνια.

Η ψυχή της ανυψώθηκε και κατοίκησε στην πόλη των πρωτοτόκων, όπου χορεύει με τους χορούς των αποστόλων, παρατάσσεται με τους μάρτυρες και τους προφήτες, συναναστρέφεται με τους οσίους και λαμπρύνεται με τις παρθένους, φωτιζόμενη άμεσα από το φως της Αγίας Τριάδος. Ο Βασιλικός προσθέτει:

«Οἷς μὲν γὰρ συναμιλλᾶσθαι προῄρητο, τούτοις ἄρα καὶ συνεῖναι ἠξίωτο, ᾧ δ’ οἰκειοῦσθαι μετὰ τοῦ σκήνους ἠπείγετο, τούτῳ καὶ δίχα τοῦ δεσμοῦ τοῦ χοὸς ἥνωτο.»

Απόδοση: Με εκείνους που είχε διαλέξει να μιμείται, αξιώθηκε και να είναι μαζί· και με Εκείνον με τον οποίο έσπευδε να ενωθεί ενώ ακόμη ζούσε στο σώμα, ενώθηκε τώρα χωρίς τον δεσμό του χώματος.

Το σώμα της ενταφιάστηκε όπως κάθε ανθρώπου, χωρίς να ξέρει κανείς ποια ήταν:

«Τὸ δέ γε γεῶδες σῶμα τῇ γῇ κατεκρύπτετο, ὥσπερ ἓν τῶν πολλῶν καὶ μηδαμῶς τι τῶν λοιπῶν διαφέρον τὸ σύνολον. Καὶ γὰρ ὃ κρύφα τὰ ὑπὲρ ἔννοιαν ὑπὲρ τῶν ἀφθάρτων διήνυεν τὰ ἆθλα καὶ μάρτυρα τῶν αὐτῷ πεπραγμένων οὐδοποσοῦν τινα διετίθετο, τοῦτο καὶ πᾶσιν ἀνεπιγνώστως τῇ παμμήτορι παρεδίδοτο. Ἀλλ’ ὁ τὰ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀριδήλως καταθεώμενος καὶ ἐν τῷ φανερῷ ἀποδιδόναι καθυποσχόμενος, οὐκ ἠμέλει.»

Απόδοση: Το γήινο σώμα της κρύφτηκε στη γη σαν ένα από τα πολλά, χωρίς να διαφέρει σε τίποτε από τα άλλα. Γιατί, όπως είχε τελέσει κρυφά, για χάρη των άφθαρτων, αγώνες που ξεπερνούν τη νόηση και δεν είχε πάρει κανέναν μάρτυρα των έργων του, έτσι και παραδόθηκε στη γη, τη μητέρα όλων, χωρίς να το αναγνωρίσει κανείς. Αλλά Εκείνος που βλέπει καθαρά τα κρυφά και υποσχέθηκε να ανταποδώσει φανερά δεν το παρέβλεψε.

«Ἐγώ εἰμι ἡ τοῦ Χριστοῦ θεράπαινα Παρασκευή»

Ύστερα από πολύ καιρό, κοντά στον τάφο της Οσίας θάφτηκε ένας άνθρωπος που είχε περάσει τη ζωή του μέσα στην κακία. Η Οσία, που ως τότε υπέμενε ειρηνικά τον φτωχικό της τάφο, δεν ανέχθηκε για πολύ να κείτεται δίπλα της αυτός ο ανόσιος άνθρωπος. Φανερώθηκε στον ύπνο ενός έγκλειστου μοναχού, δηλαδή ενός μοναχού που ζούσε κλεισμένος στο κελλί του, και του είπε:

«Τὰς ὀζούσας, ἔφησε, σάρκας ἆρον καὶ πόρρω ἀποσκοράκισον. Οὐ δύναμαι γὰρ εἰς ἔτι τῆς αὐτοῦ ἀνέχεσθαι δυσωδίας, ἐπεὶ μηδὲ φῶς ἡλίου τὴν αὐτὴν αὐλίζεσθαι χώραν τῷ σκότει εἰώθει φιλεῖν.»

Απόδοση: Πάρε από εδώ τις σάρκες που βρομούν και πέτα τες μακριά. Δεν μπορώ πια να ανέχομαι τη δυσωδία του, γιατί ούτε το φως του ήλιου δεν συνηθίζει να κατοικεί στον ίδιο τόπο με το σκοτάδι.

Ο μοναχός ξύπνησε και θεώρησε την οπτασία πλάνη της φαντασίας, γιατί, αν και ήταν στολισμένος με αρετή, δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες εμφανίσεις. Τη δεύτερη νύχτα η οπτασία επαναλήφθηκε, κι εκείνος υποψιάστηκε ότι ήταν σατανική απάτη. Ο Βασιλικός θεωρεί ότι ίσως έτσι το οικονόμησε ο Θεός και παρομοιάζει την επανάληψη της οπτασίας με τον ευαγγελικό λόγο για τους δύο ή τρεις μάρτυρες. Την τρίτη νύχτα η Οσία φανερώθηκε σε αυτόν με αυστηρό πρόσωπο και τον επέπληξε:

«Τὰς σεσηπυίας οὐκ εἶπόν σοι σάρκας καὶ ἀφόρητον ἀτεχνῶς κυκρηττούσας, τὴν ὀζωδίαν μακρὰν ἐμοῦ ἀποπέμψασθαι; Ἴσθι τοιγαροῦν ὡς εἴ γε μὴ διαταχέως ἐργάσῃ τὸ παρ’ ἐμοῦ σοι ὑποτιθέμενον, ἀπηνῶς ποινηλατηθήσῃ· καὶ εἰς τὸ ἐξῆς ἀνόνητα ἔσῃ μεταμελούμενος, ὡς καταφρονητὴς δεικνύμενος ἀπεικότως τῶν ἐμοί γε δεδογμένων.»

Απόδοση: Δεν σου είπα να απομακρύνεις από κοντά μου τις σάπιες σάρκες, που αναδίδουν ανυπόφορη δυσοσμία; Μάθε λοιπόν ότι, αν δεν κάνεις γρήγορα αυτό που σου λέω, θα τιμωρηθείς σκληρά και θα μετανιώνεις μάταια, επειδή περιφρόνησες ανάρμοστα όσα αποφάσισα.

Τότε ο μοναχός τη ρώτησε:

«Καὶ τίς εἶ, κυρία μου;»

Απόδοση: Και ποια είσαι, κυρία μου;

Και η Οσία απάντησε, δείχνοντάς του τον τόπο με το χέρι:

«Ἐγώ εἰμι ἡ τοῦ Χριστοῦ θεράπαινα Παρασκευή. Ἴδε δὲ καὶ ὁ τόπος ἔνθα κατάκειμαι.»

Απόδοση: Εγώ είμαι η δούλη του Χριστού Παρασκευή. Να, και ο τόπος όπου κείτομαι.

Ο μοναχός ξύπνησε αμέσως, αποφάσισε να υπακούσει και έτρεξε πρόθυμα να εκτελέσει την εντολή. Κάλεσε βιαστικά όλους τους κατοίκους της περιοχής και τους διηγήθηκε, με μεγάλη έκπληξη, όσα είχε δει και ακούσει. Εκείνοι έτρεξαν στον τάφο και έσκαψαν με σκαπάνες και δικέλλια. Όταν πλησίασαν στο σώμα, αισθάνθηκαν μια άρρητη ευωδία, σαν να πλησίαζαν πολύτιμο μύρο. Με ευλαβικά χέρια ανέσυραν από τη γη εκείνο το πάναγνο σώμα, ακέραιο σε όλα και ανέγγιχτο από τη φθορά, και το μετέφεραν στον ναό των Αγίων Αποστόλων με μύρα και θυμιάματα και με ψαλμωδίες. Ο Βασιλικός λέει ότι το έφεραν εκεί επειδή το σώμα αυτό είχε πολιτευθεί σύμφωνα με τα λόγια και τις διδασκαλίες των Αποστόλων.

Από τη διήγηση αυτή μένει και το παράδειγμα του μοναχού, που δεν δέχθηκε την οπτασία πριν βεβαιωθεί: τα όνειρα και οι οπτασίες δεν γίνονται δεκτά χωρίς δοκιμασία. Τα αυστηρά λόγια της Οσίας υπηρέτησαν την εύρεση των λειψάνων της και τη δόξα του Θεού. Δεν δείχνουν περιφρόνηση προς τους αμαρτωλούς, και η σήψη ενός σώματος δεν είναι, από μόνη της, σημείο καταδίκης.

Οι σλαβονικοί βίοι, και ακολουθώντας τους οι σημερινοί, διηγούνται διαφορετικά. Κοντά στον τάφο της πεθαίνει ένας άρρωστος ναυτικός, και η δυσοσμία του σώματός του αναγκάζει έναν στυλίτη που ασκήτευε εκεί κοντά να κατεβεί από τον στύλο του και να ζητήσει από τους ντόπιους να θάψουν το σώμα βαθύτερα. Σκάβοντας, οι άνθρωποι βρίσκουν το άφθορο σώμα της Αγίας, αλλά το ξαναθάβουν δίπλα στον ναυτικό. Τη νύχτα η Αγία φανερώνεται στον ύπνο, σαν βασίλισσα περιτριγυρισμένη από λαμπρή συνοδεία, σε έναν άνθρωπο ονόματι Γεώργιο, και την ίδια οπτασία βλέπει μια γυναίκα ονόματι Ευφημία. Στον Βίο του Βασιλικού οι λεπτομέρειες αυτές λείπουν. Η Οσία φανερώνεται τρεις φορές σε έναν έγκλειστο μοναχό και λέει η ίδια το όνομά της.

Φέρετρο, αρχοντόπουλο και δράκοντας

Τη νύχτα που τα λείψανα μεταφέρθηκαν στον ναό, η Οσία φανερώθηκε στον ύπνο ενός ανθρώπου και του είπε:

«Τάχιον ἀναστὰς καὶ τὴν οὑτωσίπερ ἐγχωρίως Οἰκονομεῖα ὀνομαζομένην κώμην καταλαβών, ὅπερ προσφάτως τινὶ τῶν ἐκεῖσε κιβώτιον κατεσκεύαστο, πρὸς Καλλικράτειαν τὸν τοῦτο κατεσκευακότα ἀναπείσαις θᾶττον μετακομίσασθαι· ἐπιτήδειον γὰρ ἐσεῖται τοῦ ἐμοῦ λειψάνου πρὸς τὴν κατάθεσιν.»

Απόδοση: Σήκω γρήγορα και πήγαινε στο χωριό που οι ντόπιοι ονομάζουν Οικονομεία. Κάποιος από εκεί έφτιαξε πρόσφατα για τον εαυτό του ένα φέρετρο· πείσε αυτόν που το κατασκεύασε να το μεταφέρει γρήγορα στην Καλλικράτεια, γιατί θα είναι κατάλληλο για την κατάθεση του λειψάνου μου.

Την ίδια νύχτα ο άνθρωπος που είχε φτιάξει με τα χέρια του το ξύλινο φέρετρο είδε μια παρόμοια οπτασία. Ζητήθηκε κι από αυτόν να μεταφέρει το φέρετρο στην Καλλικράτεια, και του εξηγήθηκε γιατί: ο ίδιος δεν θα το χρειαζόταν προς το παρόν, επειδή η ζωή του δεν θα τελείωνε τότε, αλλά θα παρατεινόταν ακόμη για πολύ. Οι δύο ξεκίνησαν, συναντήθηκαν στη μέση του δρόμου και διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον τις οπτασίες τους. Δόξασαν τον Θεό και την Οσία και πήγαν εκεί όπου τους είχε προσταχθεί, ως μάρτυρες και κήρυκες των θαυμάτων της.

Η Εβελίνα Μίνεβα σημειώνει ότι το χωριό Οικονομεία ήταν γειτονικό με τις Επιβάτες και την Καλλικράτεια. Πιστεύει ότι το θαύμα διασώθηκε στον Βίο και για να δείξει ότι και εκεί η Οσία τιμιόταν από νωρίς. Αργότερα, το όνομα του χωριού χάθηκε από την παράδοση για την Οσία.

Το δεύτερο θαύμα αφορά τον γιο ενός ηγεμόνα:

«Υἱὸς τῷ ἄρχοντι Ῥωσίας γεγένητο. Ἐξ αὐτῆς γεννήσεως οὐδόλως βαίνειν ὀρθῶς σθεναρώτατος ὤν· […] Ξηρὸν καὶ γὰρ ἐξ αὐτῆς τῆς εἰς φῶς προόδου δυστυχοίη πόδα τὸν γνήσιον· καὶ ξυλίνῳ ποδὶ ἀντὶ τούτου ἡδραίωτο.»

Απόδοση: Στον άρχοντα της Ρωσίας είχε γεννηθεί ένας γιος, που από την ίδια του τη γέννηση δεν είχε καθόλου τη δύναμη να βαδίζει σωστά. […] Από την ώρα που ήρθε στο φως είχε την ατυχία να έχει ξερό το φυσικό του πόδι, και στη θέση του στηριζόταν σε ξύλινο πόδι.

Η λέξη «άρχων» σημαίνει εδώ ηγεμόνα, πρίγκιπα· Ρωσία ονόμαζαν οι Βυζαντινοί το κράτος των Ρως με κέντρο το Κίεβο. Όταν ο γιος του ηγεμόνα άκουσε για τα θαύματα της Οσίας Παρασκευής, ήρθε σε αυτήν όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χρησιμοποιώντας τα πόδια των αλόγων σαν δικά του. Μόλις πλησίασε τη λάρνακα, ο κουτσός έγινε αμέσως αρτιμελής και βάδιζε καλά και με τα δύο πόδια, αυτός που λίγο πριν κούτσαινε. Δόξαζε τον Θεό και την Αγία με μελίρρυτους ύμνους, και όταν γύρισε στην πατρίδα του διακήρυξε το θαύμα μεγαλόφωνα.

Η Εβελίνα Μίνεβα πιστεύει ότι το αρχοντόπουλο αυτό ήταν ο Γιαροσλάβος ο Σοφός, μέγας ηγεμόνας του Κιέβου (†1054), γιος του Αγίου Βλαδιμήρου. Τα μεταγενέστερα ρωσικά χρονικά λένε ότι ο Γιαροσλάβος ήταν κουτσός, και ένας θρύλος που διασώζεται σε αυτά διηγείται ότι, όταν ήταν παιδί, σηκώθηκε ξαφνικά στα πόδια του. Τα οστά του, που εξετάστηκαν το 1939 στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας του Κιέβου, επιβεβαίωσαν ότι κούτσαινε· μια νεότερη ιατρική ερμηνεία, την οποία ακολουθεί η Μίνεβα, κάνει λόγο για εκ γενετής αδυναμία του δεξιού ισχίου. Ο αρχαιότερος σλαβονικός κανόνας της Οσίας αναφέρει κι αυτός τη θεραπεία και λέει ότι το ξερό πόδι ήταν το δεξί. Ο Βίος δεν δίνει το όνομα του ηγεμόνα, και η ταύτιση είναι συμπέρασμα της Μίνεβα.

Ο Βίος διηγείται και ένα τρίτο θαύμα, με έναν δράκοντα. Σε ένα πολύ βαθύ πηγάδι ζούσε ένας τεράστιος και πολύ δυνατός δράκοντας, που κανείς δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Για τους ντόπιους και για τους ξένους που περνούσαν από εκεί, η συνάντηση μαζί του σήμαινε βέβαιο θάνατο, γιατί καταβρόχθιζε ό,τι έβρισκε. Οι κάτοικοι της περιοχής δοκίμασαν κάθε μέσο για να απαλλαγούν από αυτόν, χωρίς αποτέλεσμα. Τότε έτρεξαν όλοι στη λάρνακα της Οσίας, ως στο ισχυρότερο καταφύγιο, και την ικέτευαν να τους λυτρώσει από εκείνον τον φονικό γείτονα. Σήκωσαν τη λάρνακα στους ώμους και τη μετέφεραν βιαστικά ως τη φωλιά του δράκοντα. Έβαλαν στο χέρι της Οσίας τον Σταυρό του Κυρίου, τον έστησαν εκεί και έφυγαν όσο πιο γρήγορα τους έπαιρναν τα πόδια τους. Ο δράκοντας σύρθηκε έξω, όπως συνήθιζε, συνάντησε τον ζωοποιό Σταυρό και νεκρώθηκε επί τόπου.

Εδώ ο Βασιλικός ονομάζει τα λείψανα της Οσίας «ἡ νοερὰ […] ἑρπετολέτειρα ἔλαφος», δηλαδή πνευματική ελαφίνα που εξολοθρεύει τα ερπετά. Εκείνη που στην έρημο είχε νικήσει τον αρχέκακο όφι, λύτρωνε τώρα τους ανθρώπους και από ένα ορατό φίδι.

Μετά από αυτά τα θαύματα, άρχισαν να συρρέουν στη λάρνακά της αμέτρητα πλήθη, σαν ποτάμια: κουτσοί, κουφοί, ανάπηροι και παράλυτοι. Ο Βασιλικός αναρωτιέται:

«Ἀλλὰ τίς ἂν ἀξίως, Χριστὲ Βασιλεῦ, τὰ τῶν σῶν θεραπόντων τερατουργήματα διηγήσηται, οἷσπερ ἐδόξασας τούτους ὁ ὑπερένδοξος ὡς δοξάσαντάς σε τρανῶς τῇ ἀδόξῳ βιώσει ταῖς τῶν ἔργων σελασφορήσεσιν;»

Απόδοση: Αλλά ποιος θα μπορούσε να διηγηθεί επάξια, Χριστέ Βασιλεύ, τα θαύματα των δούλων Σου, με τα οποία Εσύ, ο υπερένδοξος, τους δόξασες, επειδή Σε δόξασαν λαμπρά με τη ζωή τους χωρίς ανθρώπινη δόξα και με τη λάμψη των έργων τους;

Έπειτα λέει ότι οι τυφλοί έβλεπαν πιο καθαρά από τον αετό, οι κουτσοί πηδούσαν σαν ελάφια, οι κουφοί άκουγαν, οι παράλυτοι ανακτούσαν τη δύναμή τους, και κάθε αθεράπευτη αρρώστια απομακρυνόταν μόνο με το άγγιγμα της λάρνακας.

Η φήμη έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας, με τη σύγκλητο και όλη την ανακτορική φρουρά, ήρθε βιαστικά στον ναό της Οσίας και στόλισε τη λάρνακά της βασιλικά. Η Μίνεβα θεωρεί ότι ο αυτοκράτορας αυτός ήταν ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143–1180), στα χρόνια του οποίου πατριάρχευσε ο Νικόλαος Μουζάλων. Ο Βασιλικός κλείνει τη διήγηση των θαυμάτων λέγοντας ότι η λάρνακα, που θεραπεύει τους πόνους και αναβλύζει θαύματα, είχε πρόσφατα κατατεθεί με τιμή στον ναό των Αγίων Αποστόλων, που ανεγέρθηκε λαμπρά στην Καλλικράτεια, και ότι από αυτήν έρρεαν καθημερινά ποτάμια ιαμάτων.

Κανένα από αυτά τα θαύματα δεν υπάρχει στους μεταγενέστερους βίους.

Συνοπτικά

ΕπεισόδιοΟ Βίος του Βασιλικού (12ος αιώνας)Ο Βίος που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος Τυρνόβου (14ος αιώνας) και οι βίοι που τον ακολουθούν
Οι γονείςΖουν, αντιστέκονται στην επιλογή της και τη χτυπούνΦεύγει από το σπίτι μετά τον θάνατο των γονέων της (στην πρώτη μορφή του Βίου που έγραψε ο Άγιος Ευθύμιος)· ορισμένες σημερινές διηγήσεις λένε ότι ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν μικρή
Ηράκλεια ΠοντικήΠέντε χρόνια μόνη, σε μια γωνία του ναού της ΘεοτόκουΛείπει· ορισμένες σημερινές διηγήσεις κάνουν λόγο για μοναστήρι παρθένων
Η έρημοςΜια αδελφότητα μοναζουσών στην έρημο του Ιορδάνη, για πολλά χρόνιαΜια έρημος χωρίς όνομα
Η επιστροφήΔική της απόφαση, μετά από προσευχή και βεβαίωση από τον ΘεόΈνας άγγελος, που της φανερώνεται στον ύπνο ως νέος, την προστάζει να γυρίσει στο σπίτι, όπου θα πεθάνει
Ο Άγιος Ευθύμιος ΜαδύτουΦανερώνεται στη θάλασσα, μετά τον θάνατό του· εκείνη αγκαλιάζει τη λάρνακά του στη ΜάδυτοΑδελφός που μεγάλωσε μαζί της, αναφέρεται από την αρχή
Τα τελευταία χρόνιαΣτην Καλλικράτεια, κοντά στον ναό των Αγίων ΑποστόλωνΣτις Επιβάτες
Η εύρεση των λειψάνωνΈνας έγκλειστος μοναχός· η Οσία του φανερώνεται τρεις φορές και του λέει το όνομά τηςΈνας ναυτικός, ένας στυλίτης, ο Γεώργιος και η Ευφημία
Μεταθανάτια θαύματαΤο φέρετρο από το χωριό Οικονομεία, ο γιος του άρχοντα της Ρωσίας, ο δράκοντας, η επίσκεψη του αυτοκράτοραΛείπουν

Η αρχαιότητα του Βίου του Βασιλικού τον κάνει πολύτιμο, αλλά δεν κρίνει από μόνη της κάθε λεπτομέρεια. Οι διαφορές ανάμεσα στα κείμενα αυτά δείχνουν πώς διατηρήθηκε η μνήμη της Οσίας μέσα στους αιώνες, και καμία από αυτές τις λεπτομέρειες δεν είναι δόγμα της πίστεως.

Λαϊκές δοξασίες και η παρθένος των Επιβατών

Στα ελληνικά, το όνομα Παρασκευή είναι και το όνομα της ημέρας που προηγείται του Σαββάτου. Η λέξη σημαίνει «προετοιμασία», επειδή κατά την ημέρα αυτή οι Ιουδαίοι ετοίμαζαν το Σάββατο. Ημέρα Παρασκευή έπαθε ο Κύριος επάνω στον Σταυρό. Γι’ αυτό αρκετοί ορθόδοξοι λαοί μετέφρασαν το όνομα της Οσίας στη γλώσσα τους: οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι την ονομάζουν Αγία Πέτκα, και οι Ρουμάνοι Sfânta Vineri· και τα δύο ονόματα σημαίνουν «Αγία Παρασκευή», με την έννοια της ημέρας.

Με τον καιρό, στις λαϊκές δοξασίες των Ρουμάνων και των Νοτιοσλάβων γεννήθηκε μια μορφή της «Αγίας Παρασκευής» (της Sfânta Vineri ή της Πέτκα) που δεν προέρχεται από τον Βίο της Οσίας. Οι εθνολογικές μελέτες που συγκέντρωσε η Εβελίνα Μίνεβα στο βιβλίο της δείχνουν ότι η μορφή αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τη σύγχυση της Οσίας με μια άλλη αγία του ίδιου ονόματος, την Οσιομάρτυρα Παρασκευή τη Ρωμαία, που εορτάζει στις 26 Ιουλίου. Στις λαϊκές δοξασίες η «Αγία Παρασκευή» προστατεύει τις γυναίκες και τις δουλειές του σπιτιού, και σύμφωνα με τις δοξασίες αυτές απαγορευόταν στις γυναίκες να εργάζονται στο σπίτι την Παρασκευή και την ημέρα της γιορτής της. Παρουσιάζεται με δύο μορφές. Η μία είναι νεανική και καλή: προφυλάσσει από τις θύελλες και τη φωτιά και χαρίζει καλό θάνατο. Η άλλη είναι μορφή γριάς που εκδικείται όσες παραβαίνουν την απαγόρευση. Οι συλλογές του ρουμανικού λαογραφικού υλικού την παρουσιάζουν ως γριά και αυστηρή χήρα και λένε ότι τα κορίτσια που ράβουν ή πλένουν την ημέρα της θα μείνουν ανύπαντρα.

Η αποφασιστική διαφορά δεν βρίσκεται στην ηλικία ή στη χηρεία. Η μορφή των λαϊκών δοξασιών είναι δεμένη με απαγορεύσεις και με τιμωρίες για την παράβασή τους, ενώ ο Βίος του Βασιλικού δεν αποδίδει στην Οσία τίποτε τέτοιο. Σε αυτόν η Παρασκευή αφιερώνεται από παιδί στον Χριστό, δέχεται από Αυτόν τον αγιασμό και προσεύχεται σε Αυτόν για τους ανθρώπους. Η Οσία εκοιμήθη παρθένος, περίπου είκοσι επτά ετών, και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Μητροπολίτης Εφέσου, που της αφιέρωσε τον 15ο αιώνα έξι στιχηρά, δηλαδή σύντομους ύμνους της ακολουθίας, την υμνεί ως παμμακάριστη και δόξα της παρθενίας.

Η φροντίδα για την καθαρότητα της μνήμης της είναι παλαιά στην Εκκλησία. Τον 12ο αιώνα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έκαψε έναν Βίο της που τον θεωρούσε ανάξιο της αγγελικής πολιτείας της. Όποιος διαβάζει σήμερα τον Βίο που γράφτηκε με εντολή του Πατριάρχη συναντά την Οσία Παρασκευή όπως την τιμούσε η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως: παρθένο που αφιερώθηκε στον Χριστό και πρεσβεύει για όσους την τιμούν.

Η προσευχή στο τέλος του Βίου

Ο Βασιλικός κλείνει το έργο του δείχνοντας πώς ο Θεός δοξάζει τους αγίους Του: «Οὕτως οἶδε δοξάζειν Θεὸς τοὺς τοῦτον δοξάσαντας· οὕτως τοὺς ταπεινοὺς ἀνυψοῦν· οὕτως τοὺς τὰ γεώδη πάντα λιπόντας, ταῖς οὐρανίαις χαριτοῦν δωρεαῖς». Έτσι, δηλαδή, ξέρει ο Θεός να δοξάζει όσους Τον δόξασαν, να υψώνει τους ταπεινούς και να χαριτώνει με ουράνιες δωρεές όσους άφησαν όλα τα γήινα. Η ίδια σκέψη βρίσκεται και στο τελευταίο από τα στιχηρά του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, όπου λέγεται ότι ο Θεός δοξάζει όλους όσους Τον δοξάζουν με θεία έργα.

Στη γλώσσα των ασκητών, τα αυστηρά λόγια για το σώμα αφορούν τη δουλεία των παθών και τη φθορά, όχι το σώμα που έπλασε ο Θεός. Τα λείψανα της Οσίας, που τιμά η Εκκλησία, μαρτυρούν ότι και το σώμα είναι καλεσμένο στον αγιασμό και στην ανάσταση.

Στο τέλος, ο Βασιλικός παρακαλεί την Οσία να μας βοηθήσει να φτάσουμε στη μετάνοια και στη σωτηρία, τις οποίες ζητά από τη χάρη του Χριστού:

«Ἀλλὰ σὺ μέν, πάνσεμνε καὶ καλλίστη ἐν γυναιξί, τοιαύτης καὶ ἐνταυθοῖ εὐμοιρήσασα δόξης, νῦν ἐν ὑψίστοις σὺν ταῖς φρονίμοις παρθένοις λαμπαδηφοροῦσα τῷ σῷ Νυμφίῳ εὐκόσμως παρίστασαι· τὰ γέρα τῶν σῶν μακροτάτων καμάτων πρὸς τούτου κομιζομένη λαμπρότερον· ἡμᾶς δὲ τοὺς τῷ βρίθοντι τῷδε δυστήνῳ σαρκίῳ συνδεδεμένους καὶ παρ’ αὐτοῦ πρὸς ἄτοπα ἔργα συνωθουμένους καὶ τοῦ πεποιηκότος πανανάξια, ἄνωθεν ἐποπτεύοις οὐρανίῳ τῷ ὄμματι· καὶ πρὸς ἄτραπον ἰθύνῃς τῶν ἐνταλμάτων Χριστοῦ· καὶ τῶν τοῦ ἐχθροῦ ἐπιβουλῶν ἀνωτέρους ἐργάζοιο· καὶ στήσαις τῆς προσπαθείας τῶν ὑλικῶν καὶ παραστήσεις σεσωσμένους Θεῷ, ἅπαντα σπίλον καὶ κηλίδα καὶ μῶμον τῇ μετανοίᾳ πρότερον ἐκκαθάρασα· ἧς ἀπάνευθεν τεύξασθαι σωτηρίας ἀμήχανον· ἧς γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν· χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις· σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί· καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι· νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.»

Απόδοση: Εσύ λοιπόν, πάνσεμνη και ωραιότατη ανάμεσα στις γυναίκες, που αξιώθηκες τέτοια δόξα κι εδώ, τώρα στα ύψιστα παραστέκεσαι με ευκοσμία στον Νυμφίο σου, κρατώντας λαμπάδα μαζί με τις φρόνιμες παρθένους, και λαμβάνεις από Αυτόν λαμπρότερα τα βραβεία των πολύχρονων κόπων σου. Εμάς, που είμαστε δεμένοι με αυτή τη βαριά και δύστυχη σάρκα, η οποία μας σπρώχνει σε άτοπα έργα, εντελώς ανάξια Εκείνου που μας έπλασε, επίβλεψέ μας από ψηλά με ουράνιο βλέμμα· οδήγησέ μας στο μονοπάτι των εντολών του Χριστού, κάνε μας ανώτερους από τις επιβουλές του εχθρού, σταμάτησέ μας από την προσκόλληση στα υλικά και παρουσίασέ μας σωσμένους στον Θεό, αφού πρώτα μας καθαρίσεις με τη μετάνοια από κάθε σπίλο, κηλίδα και μώμο. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να επιτύχουμε τη σωτηρία. Είθε να την επιτύχουμε όλοι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πηγές

  • Evelina Mineva, The Byzantine Hagiographic and Hymnographic Texts on St Parasceve of Epibatae. Part One: The Byzantine Vita of St Parasceve of Epibatae or the Vita by “Vasilikos the Deacon”, Institute for Literature, Bulgarian Academy of Sciences, Sofia, 2017. Το ελληνικό κείμενο του Βίου βρίσκεται στις σελίδες 197–228.
  • Canoane pe cele 8 glasuri la Sfânta Cuvioasă Parascheva de la Iași [Κανόνες στους οκτώ ήχους προς την Οσία Παρασκευή του Ιασίου], Doxologia, Ιάσιο, 2022· 2η έκδοση, αναθεωρημένη και επαυξημένη, 2024. Ο τόμος περιέχει την εισαγωγή του π. Ντράγκος Μπαχρίμ και τον Βίο σε ρουμανική μετάφραση της μοναχής Παρασκευής Ενάκε.
  • Canoane de rugăciune la Sfânta Cuvioasă Parascheva de la Iași [Παρακλητικοί κανόνες προς την Οσία Παρασκευή του Ιασίου], Doxologia, Ιάσιο, 2024, με την ίδια μετάφραση του Βίου.

Τα αποσπάσματα του Βίου και του Βαλσαμώνα παρατίθενται στο πρωτότυπο κατά την έκδοση της Εβελίνας Μίνεβα, με μικρές ορθογραφικές προσαρμογές (κεφαλαία στα θεία ονόματα, διόρθωση προφανών τυπογραφικών αβλεψιών σε τόνους, πνεύματα και αποστρόφους), και συνοδεύονται από απόδοση στη νέα ελληνική. Τα στιχηρά του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού έχουν εκδοθεί στο πρωτότυπο από την Εβελίνα Μίνεβα (Το υμνογραφικό έργο του Μάρκου Ευγενικού, Αθήνα 2004, σ. 283–286)· επειδή η έκδοση αυτή δεν ήταν στη διάθεσή μας, μνημονεύονται εδώ χωρίς παράθεση, κατά τη ρουμανική μετάφραση της μοναχής Παρασκευής Ενάκε, που παραθέτει ο π. Ντράγκος Μπαχρίμ στην εισαγωγή του τόμου του 2022.

Εικόνα: εικονογράφηση βυζαντινού ύφους για το OrtodoxWay, με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.