Η Αγία Θέκλα και ο Απόστολος Παύλος

Η Αγία Θέκλα, η πρωτομάρτυς και ισαπόστολος: από το παράθυρο του Ικονίου ως το κήρυγμα, στα βήματα του πνευματικού της πατέρα, του Αποστόλου Παύλου.

Η Αγία Θέκλα ακούει τον Άγιο Απόστολο Παύλο, εικόνα σε ύφος βυζαντινής τοιχογραφίας

Στις 24 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Θέκλας, την οποία ονομάζει πρωτομάρτυρα και ισαπόστολο. Πρωτομάρτυρα, επειδή ήταν η πρώτη γυναίκα που υπέστη βασανιστήρια για την ομολογία του Χριστού, έστω κι αν ο Θεός την έσωσε από αυτά. Ισαπόστολο, επειδή κήρυξε το Ευαγγέλιο και έφερε πολλούς στην πίστη, όπως οι Απόστολοι. Οι Εκκλησίες που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο τιμούν τη μνήμη της την ίδια ημέρα κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή στις 7 Οκτωβρίου.

Η Θέκλα ήταν μαθήτρια του Αγίου Αποστόλου Παύλου. Από την ημέρα που άκουσε τον λόγο του, τον αναζήτησε με επιμονή. Μπήκε πίσω του στη φυλακή, κοίταξε προς αυτόν μέσα από τη φωτιά και διέσχισε πόλεις για να τον βρει. Γύρω της υπήρχαν πολλοί χριστιανοί, εκείνη όμως προσκολλήθηκε στον Παύλο. Η σχέση αυτή γίνεται κατανοητή αν στραφούμε σε κάτι που οι Πατέρες γνώριζαν καλά: ο μαθητής μένει κοντά σε εκείνον που τον γέννησε εκ νέου εν Χριστώ. Στις ερήμους της Αιγύπτου έναν τέτοιο πνευματικό πατέρα τον ονόμαζαν Αββά, λέξη που σημαίνει «πατέρας».

Για τις πηγές του βίου της

Ο βίος της Αγίας Θέκλας διασώθηκε κυρίως σε ένα αρχαίο κείμενο, που ονομάζεται Πράξεις Παύλου και Θέκλας. Αυτό δεν ανήκει στην Αγία Γραφή. Γύρω στο 200, ο Τερτυλλιανός έγραφε ότι ο συγγραφέας του, ένας πρεσβύτερος από την Ασία, καθαιρέθηκε, αν και είχε ομολογήσει ότι το συνέθεσε από αγάπη για τον Παύλο. Ο Τερτυλλιανός αντιτασσόταν κυρίως σε εκείνους που στηρίζονταν στο παράδειγμα της Θέκλας για να επιτρέψουν στις γυναίκες να διδάσκουν και να βαπτίζουν. Η Εκκλησία δεν έβαλε το κείμενο αυτό δίπλα στα βιβλία της Γραφής, διατήρησε όμως τη μνήμη της αγίας. Το Συναξάριο, το βιβλίο στο οποίο η Εκκλησία συγκεντρώνει τους βίους των αγίων για κάθε ημέρα, διηγείται τον βίο της ακολουθώντας το νήμα του κειμένου αυτού, χωρίς μερικές από τις λεπτομέρειές του. Στον ναό της Αγίας Θέκλας στη Σελεύκεια, οι προσκυνητές άκουγαν να διαβάζονται οι πράξεις της ήδη από τον 4ο αιώνα. Ο αναγνώστης δέχεται τον βίο της όπως τον δέχτηκε η Εκκλησία: με ευλάβεια προς την αγία και με ορθή κρίση προς την πηγή.

Στο παράθυρο του Ικονίου

Η Θέκλα γεννήθηκε στο Ικόνιο, μια πόλη της Μικράς Ασίας, σήμερα Κόνυα της Τουρκίας. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι και ευγενείς. Ήταν αρραβωνιασμένη με έναν επιφανή νέο της πόλης, που λεγόταν Ταμύρις.

Όταν ο Απόστολος Παύλος ήρθε στο Ικόνιο, τον φιλοξένησε ένας χριστιανός ονόματι Ονησιφόρος. Στο σπίτι του συγκεντρωνόταν η Εκκλησία της πόλης, κοβόταν ο άρτος και κηρυσσόταν ο λόγος του Θεού. Το σπίτι της Θέκλας βρισκόταν κοντά. Από το παράθυρό της ακουγόταν η φωνή του Αποστόλου, που μιλούσε για την αγνότητα, για την προσευχή και για την ανάσταση των νεκρών.

Η Θέκλα κάθισε στο παράθυρο και άκουγε ημέρα και νύχτα. Δεν ξεκολλούσε από εκεί. Η μητέρα της, η Θεόκλεια, κάλεσε τον αρραβωνιαστικό και του είπε ότι το κορίτσι δεν είχε σηκωθεί από το παράθυρο εδώ και τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ούτε για να φάει ούτε για να πιει. Έκλαψαν και οι δύο, έκλαψαν και οι υπηρέτριες του σπιτιού. Η Θέκλα δεν στράφηκε προς αυτούς και συνέχισε να ακούει.

Τον Παύλο δεν τον είχε δει ποτέ. Είχε ακούσει μόνο τη φωνή του. Έβλεπε γυναίκες και παρθένες να μπαίνουν σε αυτόν και ποθούσε κι εκείνη να καταξιωθεί να σταθεί μπροστά του, για να ακούσει τον λόγο του Χριστού. Η πίστη της γεννήθηκε από την ακοή. Η Θέκλα δεν είχε προσκολληθεί στη μορφή ενός ανθρώπου, αφού τη μορφή του δεν την γνώριζε. Είχε προσκολληθεί στον λόγο που άνοιγε την καρδιά της προς τον Χριστό.

Πολλοί δάσκαλοι, ένας πατέρας

Η Θέκλα δεν ήταν μόνη στη νέα πίστη. Στο σπίτι του Ονησιφόρου βρίσκονταν η σύζυγός του, η Λεκτρά, τα παιδιά τους και όλοι όσοι έρχονταν να ακούσουν. Ήταν άνθρωποι ευσεβείς, που αργότερα θα άφηναν όλα τα του κόσμου για να ακολουθήσουν τον Απόστολο.

Ο Ονησιφόρος δεν είχε δει τον Παύλο με τα σωματικά του μάτια. Όταν έμαθε ότι ο Απόστολος έρχεται στο Ικόνιο, βγήκε να τον περιμένει στην άκρη του δρόμου που έρχεται από τη Λύστρα. Τον αναγνώρισε από την περιγραφή που του είχε κάνει ο Τίτος, μαθητής του Παύλου. Όλοι αυτοί ήταν για τη Θέκλα αδελφοί στην πίστη. Πατέρας της ήταν όμως εκείνος διά του λόγου του οποίου γεννήθηκε στη νέα ζωή.

Η εγγύτητα προς τον Παύλο δεν έκανε κανέναν μαθητή. Μαζί του ταξίδευαν δύο άνθρωποι, ο Δημάς και ο Ερμογένης, που φαίνονταν φίλοι του, ήταν όμως γεμάτοι υποκρισία. Αυτοί συμβούλευσαν τον Ταμύρι να οδηγήσει τον Απόστολο σε δίκη.

Ο ίδιος ο Παύλος έγραψε για τη διαφορά ανάμεσα στον δάσκαλο και τον πατέρα: «Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχετε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας· εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α΄ Κορ. 4, 15).

Στα πόδια του, στη φυλακή

Ο Ταμύρις κατήγγειλε τον Παύλο στον άρχοντα της πόλης. Ο Απόστολος ομολόγησε μπροστά στο δικαστήριο τον ζώντα Θεό, ο Οποίος έστειλε τον Υιό Του για να σώσει τον κόσμο. Ο άρχοντας διέταξε να τον δέσουν και να τον κλείσουν στη φυλακή.

Εκείνη τη νύχτα η Θέκλα έβγαλε τα βραχιόλια της και τα έδωσε στον θυρωρό του σπιτιού, για να της ανοίξει την πόρτα. Στη φυλακή έδωσε στον δεσμοφύλακα τον ασημένιο καθρέφτη της. Μπήκε στον Παύλο και κάθισε στα πόδια του. Εκεί άκουσε τα μεγαλεία του Θεού. Ο Παύλος δεν φοβόταν τίποτα και η πίστη της μεγάλωνε. Η Θέκλα φίλησε τις αλυσίδες που έφερε για τον Χριστό.

Την επομένη τη βρήκαν εκεί και την έφεραν στο δικαστήριο. Ο άρχοντας τη ρώτησε γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί τον Ταμύρι, σύμφωνα με τον νόμο της πόλης. Η Θέκλα δεν απάντησε τίποτα. Στεκόταν και κοίταζε τον Παύλο. Τότε η μητέρα της φώναξε να την κάψουν, για να φοβηθούν όλες οι γυναίκες που είχε διδάξει ο ξένος. Ο Παύλος μαστιγώθηκε και διώχθηκε από την πόλη. Η Θέκλα καταδικάστηκε στη φωτιά.

Στην πυρά

Την οδήγησαν στο θέατρο της πόλης, όπου είχε συγκεντρωθεί το πλήθος. Η Θέκλα έψαχνε με το βλέμμα τον Παύλο, όπως το αρνί ψάχνει τον ποιμένα στην έρημο. Και είδε τον Κύριο να κάθεται μέσα στο πλήθος, με τη μορφή του Παύλου. Τον κοίταζε μέχρι που αναλήφθηκε στον ουρανό.

Έπειτα έκανε το σημείο του σταυρού και ανέβηκε στην πυρά. Η φωτιά άναψε μεγάλη, αλλά δεν την άγγιξε. Η γη σείστηκε, ένα σύννεφο σκέπασε το θέατρο και έριξε βροχή και χαλάζι, και η φωτιά έσβησε.

Εκείνη την ώρα φαίνεται το βάθος της σχέσης της με τον Απόστολο. Η Θέκλα αναζητούσε τον Παύλο και ο Χριστός ήρθε σε αυτήν με τη μορφή του. Για τον μαθητή, ο πνευματικός πατέρας είναι ο άνθρωπος μέσω του οποίου ο Χριστός του έγινε γνωστός. Αναζητώντας τον Παύλο, η Θέκλα βρήκε τον Χριστό. Ο Παύλος της είχε δείξει τον δρόμο και ο Χριστός την έσωσε από τη φωτιά.

«Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας»

Ο Παύλος δεν είχε απομακρυνθεί. Κρυβόταν με τον Ονησιφόρο και όλο του το σπίτι μέσα σε έναν καινούργιο τάφο, στον δρόμο προς τη Δάφνη. Έξι μέρες νήστευε και προσευχόταν για τη Θέκλα. Όταν τελείωσε το ψωμί, έστειλε ένα παιδί να αγοράσει άλλο. Το παιδί συνάντησε τη Θέκλα στον δρόμο. Εκείνη του είπε ότι είχε σωθεί από τη φωτιά και ότι πήγαινε προς τον Παύλο.

Όταν έφτασε στον τάφο, βρήκε τον Απόστολο γονατισμένο, να προσεύχεται να μην την αγγίξει η φωτιά, γιατί ήταν του Χριστού. Η Θέκλα στεκόταν πίσω του και ευχαρίστησε δυνατά τον Θεό, που την είχε σώσει για να δει τον Παύλο. Ο Απόστολος σηκώθηκε, την είδε και ευχαρίστησε κι εκείνος τον Θεό, Ο Οποίος είχε εισακούσει την προσευχή του. Είχαν πέντε ψωμιά, χόρτα και νερό, και χάρηκαν μαζί.

Τότε η Θέκλα είπε στον Παύλο ότι θα κόψει τα μαλλιά της και θα τον ακολουθήσει όπου κι αν πάει. Ο Απόστολος φοβήθηκε για λογαριασμό της. Ο καιρός ήταν γεμάτος αναίδεια και εκείνη ήταν ωραία. Της είπε ότι μπορεί να έρθει πάνω της πειρασμός βαρύτερος από τον πρώτο. Η Θέκλα του ζήτησε να της δώσει τη σφραγίδα εν Χριστώ, δηλαδή το Βάπτισμα, και ο πειρασμός δεν θα την αγγίξει. Ο Παύλος της απάντησε να περιμένει με υπομονή, γιατί θα λάβει το νερό του Βαπτίσματος. Η Θέκλα δέχτηκε τον λόγο του και περίμενε.

Στην Αντιόχεια, ένας ισχυρός άνθρωπος της πόλης, ονόματι Αλέξανδρος, θέλησε να την αρπάξει με τη βία. Η Θέκλα τον απέκρουσε στη μέση του δρόμου και καταδικάστηκε στα θηρία. Μια γυναίκα με μεγάλη επιρροή, η Τρυφαίνα, που είχε χάσει την κόρη της, την πήρε υπό την προστασία της και την αγάπησε σαν δικό της παιδί. Στην αρένα, μια λιονταρίνα ξάπλωσε στα πόδια της. Τα θηρία δεν την άγγιξαν. Βλέποντας μια δεξαμενή με νερό, η Θέκλα ρίχτηκε μέσα και είπε ότι βαπτίζεται στο όνομα του Ιησού Χριστού, την τελευταία ημέρα της ζωής της. Δεμένη έπειτα ανάμεσα σε δύο ταύρους, έμεινε αβλαβής, αφού η φωτιά έκαψε τα σχοινιά. Ο άρχοντας τη ρώτησε ποια είναι. Η Θέκλα του απάντησε ότι είναι δούλη του ζώντος Θεού και ότι πίστεψε στον Υιό του Θεού. Οι γυναίκες της πόλης φώναξαν με μία φωνή ότι ένας είναι ο Θεός, ο Θεός της Θέκλας.

Η Θέκλα έμεινε οκτώ ημέρες στο σπίτι της Τρυφαίνας και τη δίδαξε τον λόγο του Θεού. Πίστεψαν και οι περισσότερες από τις υπηρέτριες του σπιτιού. Είχε πια ένα σπίτι που την αγαπούσε και ανθρώπους που η ίδια είχε φέρει στον Χριστό. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να αναζητά τον Παύλο.

«Πήγαινε και δίδασκε τον λόγο του Θεού»

Έμαθε ότι ο Απόστολος βρισκόταν στα Μύρα της Λυκίας. Έραψε το ένδυμά της σαν ανδρικό μανδύα και αναχώρησε προς τα εκεί, μαζί με νέους και παρθένες. Βρήκε τον Παύλο να κηρύσσει τον λόγο του Θεού. Ο Απόστολος τρόμαξε όταν την είδε, νομίζοντας ότι ήρθε πάνω της νέος πειρασμός. Η Θέκλα του είπε: «Έλαβα το Βάπτισμα, Παύλε· γιατί Εκείνος που συνεργάστηκε μαζί σου για το Ευαγγέλιο, συνεργάστηκε και σε μένα για το Βάπτισμα».

Ο Παύλος την οδήγησε στο σπίτι ενός ανθρώπου ονόματι Έρμαιου και άκουσε από αυτήν όλα όσα της είχαν συμβεί. Η Θέκλα του είπε ότι επιστρέφει στο Ικόνιο. Ο Απόστολος της απάντησε: «Πήγαινε και δίδασκε τον λόγο του Θεού». Όλο το χρυσάφι και τα ρούχα που της είχε στείλει η Τρυφαίνα, η Θέκλα τα άφησε στον Παύλο για τους φτωχούς.

Η απόφαση να πάει στο Ικόνιο ήταν της Θέκλας. Ο Παύλος την ευλόγησε και της έδωσε το έργο: να διδάσκει τον λόγο του Θεού. Η μαθήτρια που τον είχε αναζητήσει για να ακούσει τον λόγο έφευγε τώρα για να τον κηρύξει η ίδια. Ο δρόμος την οδηγούσε μακριά από τον Παύλο, αλλά ο λόγος που είχε λάβει από αυτόν πήγαινε μαζί της.

Στο Ικόνιο, η Θέκλα μπήκε στο σπίτι του Ονησιφόρου. Έπεσε στο δάπεδο όπου καθόταν ο Παύλος όταν τη δίδασκε και προσευχήθηκε με δάκρυα. Ονόμασε τον Χριστό Θεό της και Θεό εκείνου του σπιτιού, όπου είχε κάνει να λάμψει το φως επάνω της. Τον ευχαρίστησε που της στάθηκε βοηθός στη φωτιά και βοηθός ανάμεσα στα θηρία. Ο Ταμύρις είχε πεθάνει. Η μητέρα της ζούσε ακόμη και η Θέκλα της μίλησε για τον Κύριο που ζει στους ουρανούς.

Στη Σελεύκεια

Από το Ικόνιο, η Θέκλα αναχώρησε για τη Σελεύκεια της Ισαυρίας, στη νότια ακτή της Μικράς Ασίας. Έζησε σε ένα σπήλαιο, τρεφόμενη με χόρτα και νερό. Πολλούς τους φώτισε με τον λόγο του Θεού, και με την προσευχή της θεραπεύονταν οι άρρωστοι.

Θεράπευε δωρεάν. Οι ειδωλολάτρες γιατροί της πόλης έχασαν τους αρρώστους τους και τη ζήλεψαν. Πίστεψαν ότι η δύναμή της να θεραπεύει προερχόταν από τη θεά Άρτεμη και έστειλαν ακόλαστους ανθρώπους να τη βεβηλώσουν. Η Θέκλα ήταν τότε γερόντισσα. Προσευχήθηκε στον Χριστό, Ο Οποίος την είχε φυλάξει στη φωτιά και ανάμεσα στα θηρία. Ο βράχος άνοιξε μπροστά της και έκλεισε μόλις μπήκε. Το Συναξάριο λέει ότι ήταν τότε σχεδόν ενενήντα ετών.

Μια αρχαία παράδοση, που διατηρείται σε μία από τις εκδοχές του βίου της, προσθέτει ένα πιο μυστικό τέλος. Η Θέκλα φέρεται να πέρασε κάτω από τη γη μέχρι τη Ρώμη, για να δει τον Παύλο, και να τον βρήκε κοιμημένο. Λίγο καιρό μετά κοιμήθηκε κι εκείνη. Θάφτηκε σε δύο ή τρία στάδια, δηλαδή σε λίγες εκατοντάδες βήματα, από τον τάφο του δασκάλου της. Άλλα χειρόγραφα, όπως και το Συναξάριο, ολοκληρώνουν τον βίο της στη Σελεύκεια. Η παράδοση που τη φέρνει στη Ρώμη διατηρεί την ίδια σχέση: η μαθήτρια ήθελε να αναπαυθεί κοντά στον πατέρα της.

Στη Σελεύκεια, ο τόπος των αγώνων της έγινε τόπος προσευχής για ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Το 374, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αποσύρθηκε εκεί, στον ναό της. Δέκα χρόνια αργότερα, μια προσκυνήτρια από τη Δύση, η Εγερία, βρήκε γύρω από τον ναό αμέτρητα κελιά ανδρών και γυναικών. Επικεφαλής των κελιών των παρθένων ήταν μια αγία διακόνισσα, ονόματι Μαρθάνα. Η μαθήτρια του Παύλου είχε γίνει, με τη σειρά της, μητέρα για άλλους.

Η μαθήτρια και ο Αββάς της

Ένας μαθητής δεν επιλέγει τον πατέρα του ανάμεσα στους δασκάλους όπως θα διάλεγε ανάμεσα στα εμπορεύματα μιας αγοράς. Μένει κοντά σε εκείνον διά του οποίου γεννήθηκε εκ νέου. Ο Παύλος ζητούσε από τους μαθητές του: «Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄ Κορ. 4, 16). Η Θέκλα δέχτηκε τον λόγο αυτόν κατά γράμμα. Ακολούθησε τον Παύλο στους δρόμους, στη φυλακή και στα παθήματα, επειδή ο Παύλος ακολουθούσε τον Χριστό.

Ο Παύλος είχε και άλλους μαθητές δεμένους μαζί του με τον ίδιο τρόπο. Τον Τιμόθεο τον ονομάζει «τέκνον μου αγαπητόν και πιστόν εν Κυρίω» (Α΄ Κορ. 4, 17). Στην τελευταία του επιστολή, ο Απόστολος υπενθυμίζει στον Τιμόθεο ότι τον ακολούθησε και στα παθήματα: «τοις διωγμοίς, τοις παθήμασιν, οία μοι εγένετο εν Αντιοχεία, εν Ικονίω, εν Λύστροις· οίους διωγμούς υπήνεγκα, και εκ πάντων με ερρύσατο ο Κύριος» (Β΄ Τιμ. 3, 11). Είναι οι πόλεις από τις οποίες πέρασε και η Θέκλα. Οι μαθητές του Παύλου δέθηκαν μαζί του και μέσα από τους διωγμούς που υπέφεραν μαζί του.

Η Εκκλησία διατήρησε τη σχέση αυτή στην ψαλμωδία της. Στην ακολουθία της Αγίας Θέκλας, όπως ψάλλεται στην Ελληνική και στη Ρωσική Εκκλησία, το τροπάριο αρχίζει λέγοντας ότι φωτίστηκε από τα λόγια του Παύλου. Το κοντάκιό της, στη σλαβική ακολουθία, λέει ότι η καρδιά της πληγώθηκε από την αγάπη του Χριστού, ότι τόλμησε να μπει στη φωτιά και έφραξε τα στόματα των θηρίων, και ότι αφού τους διέφυγε, επέμενε αναζητώντας τον Παύλο.

Οι Πατέρες την τίμησαν ως υπόδειγμα της παρθένου που έχει αφιερωθεί στον Χριστό. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διηγείται ότι η μητέρα του, πριν γεννήσει την αδελφή του, την Αγία Μακρίνα, είδε σε όνειρο κάποιον με μορφή και ένδυμα λαμπρότερα από ανθρώπινα. Εκείνος ονόμασε τρεις φορές το βρέφος Θέκλα, από τη Θέκλα την περίφημη ανάμεσα στις παρθένες. Το όνομα αυτό το χρησιμοποίησαν μόνο κρυφά. Ο Άγιος Γρηγόριος λέει ότι η εμφάνιση δεν ήθελε τόσο να επιλέξει ένα όνομα όσο να προαναγγείλει τη ζωή της μικρής, που επρόκειτο να ακολουθήσει τον τρόπο ζωής της Θέκλας. Η παρθένος του Ικονίου είχε γίνει υπόδειγμα για τις παρθένες των αιώνων που ακολούθησαν.

Η νύφη που αναζητούσε τον Νυμφίο

Η Θέκλα αναζήτησε τον Παύλο από τη φυλακή ως τα Μύρα. Στο τροπάριο που ψάλλει η Εκκλησία την ημέρα της, ονομάζει τον Χριστό Νυμφίο της και λέει ότι Αυτόν αναζητά:

Ο αμνάς σου, Ιησού, κράζει μεγάλη τη φωνή· Σε, Νυμφίε μου, ποθώ, και σε ζητούσα αθλούμαι, και συσταυρούμαι και συνθάπτομαι τω βαπτίσματί σου· και πάσχω διά σε, ως βασιλεύσω σύν σοι, και θνήσκω υπέρ σου, ίνα και ζήσω εν σοι· αλλ’ ως θυσίαν άμωμον προσδέχου την μετά πόθου τυθείσάν σοι. Ταις αυτής πρεσβείαις, ως ελεήμων, σώσον τας ψυχάς ημών.

Τον Παύλο τον ακολούθησε επειδή αυτός την είχε οδηγήσει σε αυτόν τον Νυμφίο. Στο παράθυρο του Ικονίου, η Θέκλα άκουγε τη φωνή του Αποστόλου. Μέσα από τη φωνή του την καλούσε ο Χριστός.

Αγία πρωτομάρτυς και ισαπόστολε Θέκλα, πρέσβευε στον Χριστό τον Θεό για μας.

Εικόνα: απεικόνιση που δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης για το OrtodoxWay, εμπνευσμένη από τη βυζαντινή τοιχογραφία.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.