Την Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, η Εκκλησία διαβάζει στη Θεία Λειτουργία τα λόγια με τα οποία ο Χριστός κάλεσε τους ανθρώπους να Τον ακολουθήσουν: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).
Ο Κύριος πρόφερε αυτά τα λόγια καθώς περνούσε με τους μαθητές από τα χωριά κοντά στην Καισάρεια του Φιλίππου. Λίγο πριν, ο Πέτρος Τον είχε ομολογήσει ως Χριστό. Έπειτα ο Κύριος άρχισε να τους διδάσκει ότι ο Υιός του Ανθρώπου πρέπει να πάθει πολλά, να θανατωθεί και μετά από τρεις ημέρες να αναστηθεί. Ο Πέτρος Τον πήρε παράμερα και άρχισε να Τον επιτιμά, και ο Κύριος, στρέφοντας το βλέμμα στους μαθητές Του, τον επέπληξε. Μετά κάλεσε κοντά Του το πλήθος μαζί με τους μαθητές και τους μίλησε για τον σταυρό.
Ερμηνεύοντας τα ίδια λόγια, όπως τα παραδίδει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δείχνει ότι είναι η απάντηση του Κυρίου στην επιθυμία του Πέτρου να Τον προφυλάξει από το πάθος. Ο Χριστός αποκαλύπτει στον μαθητή ότι δεν πρέπει να περάσει από τον θάνατο μόνο Εκείνος. Ούτε ο Πέτρος μπορεί να σωθεί αν δεν στέκεται αδιάκοπα έτοιμος να πεθάνει.
Ο ίδιος Άγιος Ιωάννης παρατηρεί ότι, αν και φαίνεται να είναι μία μόνο προτροπή, ο λόγος αυτός περιέχει τρεις εντολές: να απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει τον σταυρό του και να Τον ακολουθήσει.
«Όστις θέλει»
Ο Κύριος δεν λέει ότι οι άνθρωποι πρέπει να σηκώσουν τον σταυρό θέλοντας και μη. Λέει: «όστις θέλει». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βάζει στο στόμα του Σωτήρα αυτό το νόημα: αφήνω τον καθένα κύριο της επιλογής του, επειδή καλώ τους ανθρώπους σε καλά πράγματα, που τους ελκύουν από μόνα τους. Εκείνος που εξαναγκάζει, λέει ο Άγιος Ιωάννης, συχνά απομακρύνει τους ανθρώπους, ενώ εκείνος που τους αφήνει να διαλέξουν τους ελκύει περισσότερο.
Η πρόσκληση, προσθέτει, απευθύνεται σε οποιονδήποτε: άνδρα ή γυναίκα, άρχοντα ή υπήκοο. Η άρση του σταυρού αρχίζει, λοιπόν, με μια ελεύθερη απάντηση. Ο Χριστός βάζει τον σταυρό μπροστά στον άνθρωπο και περιμένει να τον σηκώσει ο ίδιος.
«Απαρνησάσθω εαυτόν»
Για να δείξει τι σημαίνει να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ξεκινά από αυτό που καταλαβαίνει ο καθένας: τι σημαίνει να απαρνηθείς κάποιον άλλον. Όποιος έχει απαρνηθεί έναν αδελφό ή έναν υπηρέτη μπορεί να τον δει να τον δέρνουν, να τον δένουν ή να τον οδηγούν στον θάνατο χωρίς να ταραχθεί γι’ αυτόν, επειδή έχει αποξενωθεί από εκείνον μια για πάντα.
Έτσι μας ζητά ο Χριστός να φερόμαστε και στον εαυτό μας. Ο Άγιος Ιωάννης λέει ότι, όταν οι άνθρωποι μάς μαστιγώνουν, μας διώχνουν ή μας καίνε, δεν πρέπει να λυπούμε το σώμα μας. Όποιος έχει απαρνηθεί τον εαυτό του δεν έχει πια καμία σχέση με τον εαυτό του: παραδίνεται σε όλους τους κινδύνους και τους αγώνες και τους δέχεται σαν να τους υπέφερε κάποιος άλλος.
Λίγοι από εμάς φτάνουν να σταθούν μπροστά στο μαστίγιο ή στη φωτιά, αλλά η άρνηση του εαυτού ζητείται και στην καθημερινή ζωή. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι όλα τα πάθη ξεκινούν από την αγάπη προς τον εαυτό, που οι Πατέρες την ονομάζουν με τη λέξη φιλαυτία. Την περιγράφει ως παράλογη αγάπη προς το σώμα. Τα πάθη που ξεκινούν από τη φιλαυτία καταλήγουν, λέει, στην υπερηφάνεια. Όποιος έκοψε τη φιλαυτία έκοψε μαζί της όλα τα πάθη που γεννιούνται από αυτήν.
Την ίδια Κυριακή διαβάζεται από την Επιστολή προς Γαλάτας η μαρτυρία του Αγίου Αποστόλου Παύλου: «Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Ο Παύλος προσθέτει ότι τη ζωή που ζει τώρα στη σάρκα τη ζει με πίστη στον Υιό του Θεού. Η άρνηση του εαυτού δεν σημαίνει, επομένως, μίσος για το ίδιο το πρόσωπο ούτε περιφρόνηση του σώματος. Ο άνθρωπος απαρνείται την κυριαρχία των παθών και δεν δέχεται να διατηρήσει τη ζωή του με το τίμημα της άρνησης του Χριστού. Τη θέση που κατείχαν τα πάθη στη ζωή του την παίρνει ο Χριστός.
«Αράτω τον σταυρόν αυτού»
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι, μιλώντας για τον σταυρό, ο Κύριος δεν ήθελε να νομίσουμε ότι η άρνηση του εαυτού σταματά σε σκληρά λόγια, σε προσβολές και σε ύβρεις. Ο σταυρός ήταν τότε ένας ντροπιαστικός θάνατος, που επιβαλλόταν στους κακούργους. Μέσω αυτού ο Χριστός δείχνει ότι η άρνηση του εαυτού φτάνει ως τον θάνατο, και μάλιστα σε θάνατο με ατίμωση.
Ο Άγιος Ιωάννης προσθέτει ότι αυτός ο θάνατος δεν γίνεται δεκτός μία ή δύο φορές, αλλά σε όλη τη ζωή. Ο Χριστός μας ζητά να φέρουμε αυτόν τον θάνατο αδιάκοπα και να στεκόμαστε κάθε μέρα έτοιμοι για θυσία.
Ο π. Αρσένιος Παπατσιόκ (1914–2011), πνευματικός που πέρασε ο ίδιος από τις κομμουνιστικές φυλακές της Ρουμανίας, έλεγε σε όσους τον άκουγαν ότι «κανένας χριστιανός δεν εξαιρείται, με κανέναν τρόπο, από τον σταυρό του». Ο πόνος, πρόσθετε, είναι δώρο από τον Θεό και δεν είναι αναγκαστικά τιμωρία. Είναι δώρο επειδή ο Θεός τον επιτρέπει για τη σωτηρία του ανθρώπου και ενεργεί μέσω αυτού.
Το μεγάλο λάθος των ανθρώπων, έλεγε ο π. Αρσένιος, είναι ότι δεν δέχονται να φέρουν τον πόνο. Παρ’ όλα αυτά, δεν προέτρεπε τους ανθρώπους να τον αναζητούν: «Εμείς δεν λέμε να τον αναζητήσεις, αλλά αν έπεσε πάνω σου, νίκησέ τον!» Το να φέρεις τον σταυρό σου δεν σημαίνει να αρνείσαι τη βοήθεια ή τη θεραπεία. Σημαίνει να μένεις με τον Χριστό στη δοκιμασία από την οποία περνάς.
Ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, που ασκήθηκε στην έρημο τον 7ο αιώνα, δείχνει ότι το έργο του σταυρού έχει δύο όψεις, όπως και η φύση του ανθρώπου έχει δύο μέρη, το σώμα και την ψυχή. Η πρώτη όψη είναι η υπομονή των θλίψεων του σώματος, που οι Πατέρες την ονομάζουν πράξη. Η δεύτερη είναι το λεπτό έργο του νου, δηλαδή η αδιάλειπτη μελέτη των θείων και η εμμονή στην προσευχή. Οι Πατέρες την ονομάζουν θεωρία, επειδή μέσω αυτής ο καθαρμένος νους φτάνει να βλέπει τα μυστήρια του Θεού.
Ο Όσιος Ισαάκ προειδοποιεί ότι η οργή του Θεού έρχεται πάνω σε εκείνον που περνά στο δεύτερο έργο πριν εξασκηθεί στο πρώτο, είτε από επιθυμία για τη γλυκύτητά του είτε από ραθυμία. Ένας τέτοιος άνθρωπος φαντάστηκε τη δόξα του σταυρού χωρίς να έχει σηκώσει πρώτα την ατίμωσή του. Ο Όσιος Ισαάκ τον παρομοιάζει με τον άνθρωπο του Ευαγγελίου που μπήκε χωρίς ντροπή στο γαμήλιο δείπνο ντυμένος με ακάθαρτα ρούχα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αρχάριος πρέπει να αφήσει την προσευχή. Στον ίδιο λόγο, ο Όσιος Ισαάκ δείχνει ότι ο σκοτισμός του νου αρχίζει με τη ραθυμία απέναντι στις ακολουθίες της Εκκλησίας και στην προσευχή. Σταματά μόνο εκείνον που επιδιώκει τις υψηλές θεωρίες χωρίς να έχει περάσει από τους κόπους του σταυρού. Για εκείνον που βαδίζει στον ίσιο δρόμο, οι κόποι και η φύλαξη του νου καθαρίζουν τους λογισμούς. Στον καθαρμένο νου ανατέλλει το φως της κατανόησης, και από εκεί η χάρη τον οδηγεί παραπέρα.
Ο π. Αρσένιος διηγούνταν ότι τη δεκαετία του ’50 έζησε μαζί με τον Όσιο Κλεόπα της Σιχαστρίας στις ερημιές των βουνών. Μιλούσαν πολύ, ιδίως για μια διαφορά μεταξύ τους. Ο Όσιος Κλεόπας έκλινε περισσότερο προς έναν αγώνα με βαθιές νηστείες, με προσευχές και με δάκρυα, ενώ ο π. Αρσένιος έκλινε περισσότερο προς τη νήψη, δηλαδή προς την προσοχή κάθε στιγμής, με την οποία ο άνθρωπος έχει τον Θεό αδιάκοπα μπροστά του. Και οι δύο δρόμοι, έλεγε, οδηγούν στην ίδια αδιάκοπη νήψη και στην αγάπη, και ο καθένας βαδίζει στον δρόμο που του ταιριάζει περισσότερο.
«Και ακολουθείτω μοι»
Η τελευταία εντολή θα μπορούσε να φανεί αυτονόητη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί όμως ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πάθει πολλά χωρίς να ακολουθεί τον Χριστό, όταν δεν τα πάσχει για Εκείνον. Οι ληστές, λέει ο Άγιος Ιωάννης, υπομένουν συχνά σκληρά βασανιστήρια, το ίδιο και οι τυμβωρύχοι και οι μάγοι. Το πάθημα από μόνο του δεν κάνει τον άνθρωπο μαθητή του Χριστού. Το να Τον ακολουθείς σημαίνει να υπομένεις τα πάντα γι’ Αυτόν και να έχεις, εκτός από την ανδρεία στις θλίψεις, και τις υπόλοιπες αρετές: την εγκράτεια, το μέτρο και την αυτοκυριαρχία.
Στον Γολγοθά, η διαφορά αυτή φάνηκε με τα μάτια. Δύο κακούργοι σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά, και βρίσκονταν στην ίδια καταδίκη. Ο ένας από αυτούς Τον εξύβριζε και Του ζητούσε να σώσει τον Εαυτό Του και αυτούς. Ο άλλος τον επέπληξε και ομολόγησε την ενοχή του: «Και ημείς μεν δικαίως· άξια γαρ ων έπραξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξεν» (Λουκ. 23, 41). Έπειτα είπε στον Ιησού: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23, 42). Και ο Κύριος του απάντησε: «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκ. 23, 43).
Οι δύο έφεραν τον ίδιο σταυρό. Μόνο ο ένας τον έκανε δρόμο πίσω από τον Χριστό, με τη μετάνοια και με την ομολογία Του ως Κυρίου, και σ’ αυτόν άνοιξε ο παράδεισος την ίδια εκείνη ημέρα.
Το τίμημα της ψυχής
Ο Κύριος συνεχίζει: «Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν», ενώ όποιος χάσει την ψυχή του για Εκείνον και για το Ευαγγέλιο θα τη σώσει (Μάρκ. 8, 35). Έπειτα ρωτά: «Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μάρκ. 8, 36-37).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει αυτά τα λόγια ξεκινώντας από τα πράγματα που χάνουμε στην καθημερινή ζωή. Όποιος χάνει χρήματα μπορεί να δώσει άλλα χρήματα σε αντάλλαγμα, και όποιος χάνει ένα σπίτι μπορεί να δώσει ένα άλλο. Για την ψυχή που χάθηκε, όμως, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη ψυχή να δώσει. Ακόμη κι αν κυριαρχούσε σε ολόκληρη τη γη και την έδινε όλη, δεν θα μπορούσε να εξαγοράσει την ψυχή του.
Στις 20 Σεπτεμβρίου, τις ημέρες μετά την εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, η Εκκλησία τιμά έναν άνθρωπο που έβαλε στη ζυγαριά τον κόσμο και την ψυχή του και διάλεξε την ψυχή: τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Ευστάθιο.
Τα Συναξάρια διηγούνται ότι πριν από το Βάπτισμα λεγόταν Πλακίδας και ήταν στρατηγός των ρωμαϊκών στρατευμάτων την εποχή του αυτοκράτορα Τραϊανού. Αν και προσκυνούσε τα είδωλα, ζούσε όπως ο εκατόνταρχος Κορνήλιος των Πράξεων των Αποστόλων: τάιζε τους πεινασμένους, έντυνε τους γυμνούς και έβγαζε πολλούς από τις φυλακές. Μια μέρα, στο κυνήγι, κυνήγησε ένα ελάφι μέχρι μακριά στην έρημο. Το ελάφι σταμάτησε πάνω σε έναν ψηλό βράχο, και ο Πλακίδας είδε ανάμεσα στα κέρατά του τον Σταυρό, πολύ φωτεινό, και πάνω του τη μορφή του Χριστού σταυρωμένου. Μια φωνή τον ρώτησε, όπως κάποτε τον Σαούλ στον δρόμο της Δαμασκού, γιατί Τον διώκει. Ήταν ο Χριστός, τον Οποίο ο Πλακίδας τιμούσε με τις ελεημοσύνες του χωρίς να Τον γνωρίζει. Έτσι ο Θεός θήρευσε τον κυνηγό.
Ο Πλακίδας βαπτίστηκε μαζί με ολόκληρο το σπίτι του και πήρε το όνομα Ευστάθιος. Η σύζυγός του πήρε το όνομα Θεοπίστη, και οι δύο γιοι τους τα ονόματα Αγάπιος και Θεόπιστος. Ο ιερέας που τους βάπτισε τούς κοινώνησε και τα Άγια Μυστήρια. Την επομένη ημέρα, ο Κύριος του αποκάλυψε ότι θα περάσει από πολλές θλίψεις, σαν έναν άλλον Ιώβ, αλλά ότι η χάρη Του θα τον φυλάξει. Τον ρώτησε έπειτα αν θέλει να δεχθεί τις θλίψεις τώρα ή στο τέλος της ζωής του. Ο Ευστάθιος ζήτησε να τις δεχθεί αμέσως, αρκεί να μην μείνει χωρίς τη βοήθειά Του. Σήκωσε τον σταυρό του με τη θέλησή του.
Η αρρώστια και ο θάνατος του πήραν τους υπηρέτες και τα ζώα, και οι ληστές του έκλεψαν την περιουσία. Μένοντας φτωχός, έφυγε κρυφά από τη Ρώμη με τη σύζυγο και τα παιδιά του, για να ζήσει σε ξένη χώρα. Ο καραβοκύρης του πλοίου με το οποίο ταξίδευαν πήρε τη σύζυγό του αντί για το ναύλο. Στη διάβαση ενός ποταμού, ένα λιοντάρι άρπαξε τον έναν γιο και ένας λύκος τον άλλον. Ο Ευστάθιος έζησε δεκαπέντε χρόνια ως φύλακας χωραφιών σε ένα ξένο χωριό. Άλλοτε ευχαριστούσε τον Θεό, άλλοτε έκλαιγε μπροστά Του για τις απώλειές του, αλλά δεν γόγγυσε εναντίον Του.
Ο Θεός δεν τον είχε εγκαταλείψει. Η σύζυγός του είχε φυλαχθεί αγνή, και τα παιδιά είχαν σωθεί από το στόμα των θηρίων από κάποιους βοσκούς και κάποιους αγρότες. Όταν οι βάρβαροι εισέβαλαν στα ρωμαϊκά εδάφη, ο αυτοκράτορας έστειλε στρατιώτες να αναζητήσουν τον παλιό του στρατηγό, και εκείνοι τον έφεραν πίσω στη Ρώμη. Ο αυτοκράτορας του έδωσε πίσω την τιμή και τις περιουσίες, και ο Ευστάθιος νίκησε τους βαρβάρους. Στον δρόμο της επιστροφής, ο στρατός στρατοπέδευσε σε ένα χωριό όπου ζούσε η σύζυγός του. Εκεί αποκαλύφθηκε ότι δύο νεαροί στρατιώτες του στρατού του, που τους είχε αγαπήσει χωρίς να ξέρει ποιοι είναι, ήταν οι γιοι του. Ο Θεός τους έφερε όλους μαζί.
Στο μεταξύ είχε πεθάνει ο Τραϊανός, και ο νέος αυτοκράτορας, ο Αδριανός, ήθελε να προσφέρει θυσία στα είδωλα για τη νίκη. Ο Ευστάθιος έμεινε έξω από τον ναό των ειδώλων και ομολόγησε ότι τη νίκη, τη σύζυγο και τα παιδιά τού τα είχε χαρίσει ο Χριστός. Ο αυτοκράτορας τον καταδίκασε μαζί με ολόκληρη την οικογένεια να ριχτούν στα θηρία, αλλά τα θηρία υποκλίθηκαν μπροστά τους και απομακρύνθηκαν. Την επομένη τους έκλεισε σε ένα χάλκινο βόδι πυρωμένο στη φωτιά, δηλαδή σε ένα ομοίωμα βοδιού φτιαγμένο από χαλκό και κούφιο εσωτερικά. Εκεί προσευχήθηκαν και παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού. Την τρίτη ημέρα, τα σώματά τους βρέθηκαν ακέραια, και η φωτιά δεν είχε κάψει ούτε μία τρίχα τους.
Ο Άγιος Ευστάθιος πήγε στον θάνατο μαζί με τους δικούς του χωρίς να ντραπεί για την ατίμωση της καταδίκης. Στο ίδιο Ευαγγέλιο ο Κύριος λέει: «ος γαρ αν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο Υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν» (Μάρκ. 8, 38). Ο Ευστάθιος έχασε ό,τι μπορούσε να χαθεί, πήρε πίσω ό,τι είχε χάσει και έδωσε ξανά τα πάντα για τον Χριστό. Ο δρόμος του άρχισε με τον Σταυρό που είδε ανάμεσα στα κέρατα ενός ελαφιού και τελείωσε στη φωτιά, όπου σήκωσε τον σταυρό μαζί με ολόκληρο το σπίτι του.
Όσοι σήμερα φέρουν απώλειες, χωρισμούς ή θλίψεις στην οικογένεια έχουν στον Άγιο Ευστάθιο έναν κοντινό προστάτη στην προσευχή. Εκείνος πέρασε από όλα αυτά με δάκρυα, αλλά χωρίς να χάσει την πίστη του. Ο Θεός συγκέντρωσε το σπίτι του πρώτα στη γη, για λίγο καιρό, και έπειτα για πάντα στη Βασιλεία Του. Αυτή είναι η συνάντηση που ελπίζει κάθε χριστιανός, ακόμη και όταν στη ζωή αυτή ο χωρισμός παραμένει.
«Την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει»
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα κλείνει με μια υπόσχεση: «Αμήν λέγω υμίν ότι εισίν τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσιν την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. 9, 1).
Αμέσως μετά από αυτά τα λόγια, ο Ευαγγελιστής Μάρκος διηγείται ότι, ύστερα από έξι ημέρες, ο Κύριος πήρε μαζί Του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους ανέβασε σε ένα ψηλό βουνό και μεταμορφώθηκε μπροστά τους. «Και τα ιμάτια αυτού εγένετο στίλβοντα λευκά λίαν ως χιών» (Μάρκ. 9, 3).
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπερασπίστηκε τον 14ο αιώνα τη νοερά προσευχή, δηλαδή την Προσευχή του Ιησού που λέγεται με τον νου συγκεντρωμένο στην καρδιά. Στην ομιλία του για τη Μεταμόρφωση, δείχνει ότι το φως του βουνού είναι η δόξα του Πατρός και η Βασιλεία για την οποία είχε μιλήσει ο Κύριος. Ο Άγιος Γρηγόριος το ονομάζει άκτιστο φως, δηλαδή το αιώνιο φως της θεότητας του Χριστού, και όχι ένα φως δημιουργημένο, όπως του ήλιου. Ο Βασιλιάς των πάντων είναι παντού, λέει, και έτσι είναι και η Βασιλεία Του. Η έλευσή της δεν σημαίνει ότι θα έρθει από αλλού. Αποκαλύπτεται με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, και γι’ αυτό ο Κύριος είπε ότι θα έρθει «εν δυνάμει».
Αυτή η δύναμη, προσθέτει ο Άγιος Γρηγόριος, δεν δίνεται σε οποιονδήποτε. Δίνεται σε όσους στέκονται κοντά στον Κύριο, δηλαδή σε όσους είναι στερεωμένοι στην πίστη Του, όπως ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Γι’ αυτό ο Θεός εμφανίζεται στο βουνό: Εκείνος κατεβαίνει από το ύψος Του, ενώ εμάς μας ανεβάζει από την ταπεινή κατάσταση της φύσης μας.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέει ότι ο Κύριος μεταμορφώθηκε την ώρα που προσευχόταν. Ο Άγιος Γρηγόριος δείχνει ότι ο Χριστός δεν είχε ανάγκη την προσευχή για να λάμψει, επειδή το φως αυτό ήταν δικό Του. Προσευχήθηκε για να δείξει στους αγίους από πού κατεβαίνει το φως πάνω τους και πώς μπορούν να το δουν. Αυτό δωρίζεται σε όλους εκείνους που, με αδιάκοπο αγώνα στις αρετές και στην προσευχή, στρέφουν τον νου τους προς τον Θεό. Αυτό που ο Χριστός έχει ως Θεός, οι άγιοι το λαμβάνουν με τη χάρη.
Εδώ συναντιούνται οι δύο όψεις του σταυρού για τις οποίες μιλούσε ο Όσιος Ισαάκ: ο αγώνας που καθαρίζει τον νου και η προσευχή. Το φως παραμένει, ωστόσο, δώρο του Θεού, και ο άνθρωπος δεν το κερδίζει ως αμοιβή για τους κόπους του.
Η Εκκλησία ψάλλει στην εορτή της Μεταμορφώσεως ότι οι μαθητές είδαν τη δόξα του Κυρίου όσο μπορούσαν, ώστε, όταν Τον δουν σταυρωμένο, να καταλάβουν ότι πάσχει εκουσίως. Το φως του βουνού τούς δόθηκε πριν από τον Γολγοθά, για να τους στερεώσει για τον σταυρό που θα ακολουθούσε.
Τα λόγια «των ώδε εστηκότων» εκπληρώνονται σε όσους μένουν κοντά στον Χριστό. Το Ευαγγέλιο αυτής της Κυριακής αρχίζει με την πρόσκληση στον σταυρό και τελειώνει με την υπόσχεση της Βασιλείας. Ο Χριστός στηρίζει με τη χάρη Του εκείνον που Τον ακολουθεί ήδη από την εποχή των κόπων. Ο σταυρός που φέρεται μαζί Του οδηγεί στην Ανάσταση και στο φως της Βασιλείας Του.
Διαβάστε επίσης
- Το φίδι της ερήμου και ο Σταυρός (στα αγγλικά) — για την προτύπωση του Σταυρού και την αγάπη με την οποία ο Χριστός σώζει τον κόσμο.
- Τι αλλάζει στη Μεταμόρφωση — για το άκτιστο φως και τη δόξα που φανερώθηκε στους μαθητές πριν από τον Γολγοθά.
- «Εταίρε, πώς εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου;» — για την πρόσκληση στη Βασιλεία και την αλλαγή της ζωής, στην ερμηνεία των Αγίων Πατέρων.
- Πώς να προσευχόμαστε για να λάβουμε αυτό που ζητάμε — για την υπομονή στην προσευχή, το θέλημα του Θεού και τις δοκιμασίες της ζωής.