Πώς να προσευχόμαστε για να λάβουμε αυτό που ζητούμε

Γιατί μερικές φορές ζητούμε και δεν παίρνουμε; Η Γεθσημανή, η επιμονή, το θέλημα του Θεού και ο τρόπος με τον οποίο η προσευχή αλλάζει πρώτα εκείνον που ζητά.

Η προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή, τοιχογραφία του Θεοφάνη του Κρητός στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα

Ένας άνθρωπος προσεύχεται επί μήνες για μια δουλειά και δεν την παίρνει. Ένας άλλος ζητά υγεία για το παιδί του, πηγαίνει σε προσκύνημα, διαβάζει ακάθιστους ύμνους, νηστεύει, αλλά η ασθένεια παραμένει. Και οι δύο έχουν διαβάσει στο Ευαγγέλιο ότι όποιος ζητά λαμβάνει, και οι δύο φτάνουν, αργά ή γρήγορα, στο ίδιο ερώτημα: αν ο Κύριος υποσχέθηκε τόσο καθαρά, γιατί μερικές φορές ζητούμε και δεν παίρνουμε;

Το ερώτημα δεν γεννιέται από ολιγοπιστία. Γεννιέται από το γεγονός ότι στο Ευαγγέλιο βρίσκονται δίπλα δίπλα λόγια που, διαβασμένα το ένα χωρίς το άλλο, φαίνονται να αντιμάχονται.

Τα λόγια που φαίνονται να αντιφάσκουν

Στην προσευχή που μας έδωσε ο ίδιος ο Κύριος λέμε «Γενηθήτω το θέλημά σου». Παραδινόμαστε και δεν ζητούμε τίποτε συγκεκριμένο.

Στο ίδιο Ευαγγέλιο, Εκείνος λέει: «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν· ζητείτε, και ευρήσετε· κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. 7, 7).

Στον Άγιο Ευαγγελιστή Μάρκο ο λόγος είναι ακόμη πιο τολμηρός: «Διά τούτο λέγω υμίν, πάντα όσα αν προσευχόμενοι αιτείσθε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και έσται υμίν» (Μάρκ. 11, 24).

Και στους μαθητές που δεν είχαν καταφέρει να θεραπεύσουν ένα άρρωστο παιδί λέει: «Αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, Μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται· και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17, 20).

Ποιο είναι το αληθινό, ο λόγος της παράδοσης ή ο λόγος της παρρησίας; Και τα δύο είναι αληθινά, και ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουν φαίνεται πιο καθαρά στη Γεθσημανή.

Η Γεθσημανή

Τη νύχτα πριν από τον Σταυρό, ο Κύριος δεν λέει μόνο «Γενηθήτω το θέλημά σου». Πρώτα ζητά, και ζητά κάτι πολύ συγκεκριμένο: «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστιν, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο!»

Δεν αποφεύγει τον πόνο και δεν τον μεταμορφώνει σε γενικόλογη διατύπωση. Λέει στον Πατέρα ακριβώς τι επιθυμεί.

Στην ίδια προσευχή προσθέτει: «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26, 39). Και τη δεύτερη φορά, προσευχόμενος πάλι, εκφέρει λέξη προς λέξη το αίτημα του Πάτερ ημών: «Πάτερ μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ εμού, εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθ. 26, 42).

Το αίτημα και η παράδοση δεν είναι εδώ δύο αντίθετες προσευχές. Είναι μία και μόνη, στην οποία ο άνθρωπος λέει τι επιθυμεί και ύστερα τοποθετεί την επιθυμία του στα χέρια του Πατέρα.

Το ποτήριο δεν παρήλθε. Η προσευχή του Υιού του Θεού, που ειπώθηκε με πίστη που κανείς άλλος δεν είχε ποτέ, δεν πέτυχε το πράγμα που ζητήθηκε, και μέσα από εκείνο το «όχι» σώθηκε ο κόσμος.

Μια προσευχή της οποίας το τέλος δεν μοιάζει με αυτό που ζητήσαμε εμείς παραμένει προσευχή εισακουσμένη. Μερικές φορές η απάντηση του Θεού είναι ακριβώς αυτό που εμείς, εκείνη την ώρα, ονομάζουμε άρνηση.

Τι υπόσχεται το Ευαγγέλιο

Μετά τον λόγο για το αίτημα, ο Κύριος μιλά για έναν πατέρα και το παιδί του: «Ή τις εστιν εξ υμών άνθρωπος, ον εάν αιτήση ο υιός αυτού άρτον, μη λίθον επιδώσει αυτώ;» Και καταλήγει: «Ει ουν υμείς πονηροί όντες οίδατε δόματα αγαθά διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς δώσει αγαθά τοις αιτούσιν αυτόν;» (Ματθ. 7, 11).

Ο Πατέρας δίνει τα αγαθά. Εμείς όμως δεν ξέρουμε πάντοτε ποια είναι τα αγαθά.

Την ίδια διδασκαλία τη βρίσκουμε και στον Άγιο Ευαγγελιστή Λουκά, με τα ίδια λόγια σχεδόν ως το τέλος, και εκεί το τέλος είναι διαφορετικό: «Ει ουν υμείς πονηροί υπάρχοντες οίδατε αγαθά δόματα διδόναι τοις τέκνοις υμών, πόσω μάλλον ο Πατήρ ο εξ ουρανού δώσει Πνεύμα Άγιον τοις αιτούσιν αυτόν;» (Λουκ. 11, 13).

Ο Ματθαίος λέει «αγαθά». Ο Λουκάς λέει «Πνεύμα Άγιον». Τα δύο Ευαγγέλια φωτίζουν το ένα το άλλο, και το δώρο που ο Θεός δεν αρνείται ποτέ αποδεικνύεται ότι είναι ο ίδιος ο Θεός.

Τα επίγεια πράγματα δεν περιφρονούνται. Ο Κύριος μας διέταξε να ζητούμε τον επιούσιο άρτο κάθε μέρα. Η αρρώστια του παιδιού μπαίνει στην προσευχή, το ίδιο και η θλίψη του σπιτιού και η έλλειψη χρημάτων. Όλα όμως τοποθετούνται σε μια τάξη, όπου η Βασιλεία έρχεται πρώτη και τα υπόλοιπα προστίθενται. Δεν μας ζητείται να μην επιθυμούμε τίποτε. Μας ζητείται κανένα επιθυμητό πράγμα να μην γίνει μεγαλύτερο από τον Θεό.

Ο λόγος που τα συνδέει όλα

Ο Άγιος Απόστολος Ιωάννης συμπυκνώνει ολόκληρο το πρόβλημα σε μία πρόταση: «Και αύτη εστίν η παρρησία ην έχομεν προς αυτόν, ότι εάν τι αιτώμεθα κατά το θέλημα αυτού ακούει ημών» (Α΄ Ιω. 5, 14).

Σύμφωνα με το θέλημά Του. Αυτό δεν είναι μια ρήτρα που προστέθηκε στο τέλος για να καλύψει τις περιπτώσεις όπου η προσευχή δεν εκπληρώνεται. Είναι η ίδια η καρδιά της χριστιανικής προσευχής.

Η προσευχή αλλάζει πρώτα εκείνον που προσεύχεται

Ο Κύριος λέει: «Εάν μείνητε εν εμοί και τα ρήματά μου εν υμίν μείνη, ο εάν θέλητε αιτήσεσθε, και γενήσεται υμίν» (Ιω. 15, 7).

Συνήθως διαβάζουμε μόνο το δεύτερο μισό. Η υπόσχεση όμως αρχίζει με το «εάν μείνητε εν εμοί».

Ο άνθρωπος που μένει στον Χριστό μπορεί να ζητά αυτό που θέλει ακριβώς επειδή, λίγο λίγο, το θέλημά του παύει να είναι ξένο προς το θέλημα του Χριστού. Ο Θεός δεν είναι διατεθειμένος να κάνει το θέλημα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μαθαίνει το θέλημα του Θεού.

Εδώ φαίνεται το βαθύτερο έργο της προσευχής. Δεν αλλάζει μόνο τις περιστάσεις γύρω μας, αλλά αλλάζει πρώτα εκείνον που ζητά. Μπαίνουμε στην προσευχή λέγοντας «Κύριε, κάνε να γίνει αυτό» και βγαίνουμε λέγοντας «Κύριε, μείνε μαζί μου, ακόμη κι αν δεν γίνει». Αυτό δεν είναι ήττα, αλλά μια προσευχή που κατέβηκε πιο βαθιά.

Γιατί ζητούμε και δεν παίρνουμε

Ο Άγιος Απόστολος Ιάκωβος ονομάζει δύο αδυναμίες τη μία μετά την άλλη. Η πρώτη: «ουκ έχετε διά το μη αιτείσθαι υμάς». Η δεύτερη: «Αιτείτε και ου λαμβάνετε, διότι κακώς αιτείσθε, ίνα εν ταις ηδοναίς υμών δαπανήσητε» (Ιακ. 4, 2-3).

Μπορεί λοιπόν να ζητούμε πολλά και παρ’ όλα αυτά να ζητούμε κακώς. Το πράγμα που ζητούμε δεν είναι πάντοτε κακό καθαυτό, αλλά η επιθυμία μας μπορεί να είναι στραβή. Ζητούμε χρήματα από φιλαργυρία. Ζητούμε επιτυχία από κενοδοξία. Ζητούμε δικαιοσύνη, ενώ στην πραγματικότητα θέλουμε εκδίκηση. Μπορούμε να ζητούμε ακόμη και καλά πράγματα, επιθυμώντας τα περισσότερο απ’ ό,τι επιθυμούμε τον Θεό.

Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Αρχίζει τη στιγμή που λέμε στον Θεό, με την καρδιά αν όχι με το στόμα: ή μου δίνεις αυτό, ή δεν πιστεύω πια σε Σένα. Τότε το πράγμα που ζητούμε έχει πάρει τη θέση Εκείνου από τον Οποίο το ζητούμε.

Υπάρχει και ένα άλλο εμπόδιο, που σχεδόν πάντοτε το προσπερνούμε. Αμέσως μετά το «πιστεύετε ότι λαμβάνετε», ο Κύριος προσθέτει: «Και όταν στήκητε προσευχόμενοι, αφίετε ει τι έχετε κατά τινος, ίνα και ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς αφή υμίν τα παραπτώματα υμών» (Μάρκ. 11, 25). Εμείς χωρίσαμε τους δύο στίχους. Ο Χριστός δεν τους χώρισε. Όποιος κρατά σφιγμένη τη γροθιά του εναντίον του αδελφού του δεν μπορεί να ζητά από τον Πατέρα να ανοίξει το χέρι Του.

Ο κόκκος του σινάπεως

Ο λόγος για την πίστη όσο ένας κόκκος σινάπεως είναι ο πιο συχνά αποσπασμένος από τη θέση του.

Ο Κύριος τον εκφέρει αφού οι μαθητές δεν είχαν καταφέρει να διώξουν το δαιμόνιο από ένα παιδί. Εκείνοι ρωτούν γιατί, και Εκείνος τους απαντά: «Διά την απιστίαν υμών.» Και αμέσως μετά την υπόσχεση για το βουνό προσθέτει: «Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 20-21).

Αυτή η πίστη δεν είναι μια πίεση του νου, σαν να έρχεται το επιθυμητό πράγμα αν το φανταστούμε αρκετά έντονα. Θα ήταν η επιθυμία να έχουμε τη δύναμη του Θεού χωρίς την υπακοή στον Θεό.

Η ευαγγελική πίστη αυξάνεται σε έναν άνθρωπο που καθαρίζεται, και ο Κύριος λέει επί τόπου με ποιον τρόπο ενεργεί: με την προσευχή και με τη νηστεία. Ο κόκκος είναι μικρός, αλλά είναι ζωντανός.

Ο επίμονος λογισμός

Όποιος κουβαλά έναν λογισμό για χρόνια παρατηρεί κάτι ανησυχητικό: το πράγμα αυτό καταλήγει συχνά να εκπληρώνεται. Όχι αμέσως, κάποτε ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, αλλά εκπληρώνεται.

Η επιμονή δεν είναι, καθαυτή, κάτι από το οποίο πρέπει να φυλαγόμαστε. Ο Κύριος είπε δύο παραβολές ακριβώς γι’ αυτήν, με τον φίλο που χτυπά τη νύχτα την πόρτα ώσπου να του ανοίξουν και με τη χήρα που δεν αφήνει ήσυχο τον κριτή. Μας διέταξε να ζητούμε και να μην χάνουμε την ελπίδα μας.

Κάτω από την ίδια επιμονή όμως μπορούν να κρύβονται πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.

Υπάρχει πρώτα η επιμονή που ο Θεός δέχεται. Ο άνθρωπος ζητά χρόνια ολόκληρα, παίρνει την ώρα που διάλεξε ο Θεός, και η καθυστέρηση τον καθαρίζει στον δρόμο.

Υπάρχει έπειτα η φυσική δύναμη ενός εγκατεστημένου λογισμού. Όποιος κουβαλά επί μακρόν έναν λογισμό οργανώνει γύρω του, χωρίς να το καταλάβει, την προσοχή, τις επιλογές, τις γνώσεις, τα χρόνια του. Το πράγμα εκπληρώνεται επειδή ο άνθρωπος εργάστηκε προς αυτό μια ολόκληρη ζωή. Αυτό δεν είναι ούτε χάρη ούτε αμαρτία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος.

Και το τρίτο είναι το πάθος. Οι Πατέρες περιέγραψαν τα στάδια από τα οποία περνά ένας λογισμός μέχρι να γίνει κυρίαρχος: πρώτα πλησιάζει χωρίς τη θέλησή μας, ύστερα καθυστερούμε μαζί του, ύστερα συναινούμε σε αυτόν, ύστερα μας αιχμαλωτίζει, και στο τέλος γίνεται πάθος, δηλαδή έξη που κινεί τον άνθρωπο από μέσα. Και το πάθος φτάνει στον στόχο του, επειδή ο άνθρωπος έγινε δούλος του και εργάζεται γι’ αυτό χωρίς να τον ρωτούν πια.

Απ’ έξω, τα τρία μοιάζουν ίδια. Το ίδιο αίτημα που κρατήθηκε χρόνια, η ίδια επιμονή, η ίδια εκπλήρωση στο τέλος.

Η εκπλήρωση δεν αποδεικνύει, επομένως, τίποτε για την προέλευση του αιτήματος.

Ο Ψαλμός το λέει αυτό για τον λαό στην έρημο: «Και επεθύμησαν επιθυμίαν εν τη ερήμω και επείρασαν τον Θεόν εν ανύδρω· και έδωκεν αυτοίς το αίτημα αυτών και εξαπέστειλε πλησμονήν εις τας ψυχάς αυτών» (Ψαλμ. 105, 14-15). Ζήτησαν με επιμονή και πήραν αυτό που ζήτησαν.

Ένα αίτημα που κρατιέται χωρίς το «Γενηθήτω το θέλημά σου» μπορεί να εκπληρωθεί ακριβώς επειδή επιμείναμε σε αυτό, και η εκπλήρωση καταλήγει τότε να είναι η ίδια η δοκιμασία μας.

Τα σημάδια με τα οποία κοσκινίζεται ένας λογισμός βρίσκονται στον δρόμο, όχι στο τέλος.

Πρόσεξε τι αφήνει ο λογισμός μέσα σου όσο τον κουβαλάς. Η ειρήνη έρχεται από τον Θεό, ενώ η ταραχή και η βιασύνη έχουν άλλη προέλευση, όσο καλό κι αν φαίνεται το επιθυμητό πράγμα.

Πες τον στον πνευματικό. Ένας λογισμός που μαραίνεται όταν λέγεται δυνατά ήταν άρρωστος πριν ειπωθεί.

Δες αν η προσευχή του Ιησού μεγαλώνει δίπλα του ή διώχνεται έξω από αυτόν. Ο λογισμός που δεν ανέχεται δίπλα του το «ελέησόν με» δεν είναι πια αίτημα, αλλά κύριος.

Και ο συντομότερος έλεγχος μας επιστρέφει στη Γεθσημανή. Μπορείς να πεις πάνω σε εκείνο το πράγμα «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ», χωρίς να σου σφίγγεται η καρδιά; Αν μπορείς, είναι αίτημα. Αν δεν μπορείς, ο λογισμός σε κρατά εσένα.

Η αρετή και η δοκιμασία

Ο άνθρωπος που αγωνίζεται παίρνει ευκολότερα, και ο Άγιος Απόστολος Ιωάννης το λέει ανοιχτά: «Αγαπητοί, εάν η καρδία ημών μη καταγινώσκη ημών, παρρησίαν έχομεν προς τον Θεόν, και ο εάν αιτώμεν λαμβάνομεν παρ’ αυτού, ότι τας εντολάς αυτού τηρούμεν και τα αρεστά ενώπιον αυτού ποιούμεν» (Α΄ Ιω. 3, 21-22). Όποιος μένει στον Χριστό ζητά διαφορετικά και του δίνεται διαφορετικά.

Από την ίδια αρετή γεννιέται όμως και η δοκιμασία. Ο Ιώβ είναι η πιο καθαρή περίπτωση.

Ο Ιώβ ήταν πλούσιος, με ολόκληρο σπίτι και με ευημερία, και δεν τιμωρούνταν για τίποτε. Ο ίδιος ο Θεός τον δείχνει στον εχθρό: «Προσέσχες τη διανοία σου κατά του παιδός μου Ιώβ; ότι ουκ έστιν κατ’ αυτόν των επί της γης άνθρωπος άμεμπτος, αληθινός, θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος;» (Ιώβ 1, 8).

Η δοκιμασία δεν ήρθε πάνω στη δικαιοσύνη του, αλλά μέσα από αυτήν. Ο Ιώβ επιλέχθηκε ακριβώς επειδή δεν υπήρχε άλλος σαν αυτόν. Η αρετή του έγινε η αιτία της δοκιμασίας, όχι η ασπίδα εναντίον της.

Η Γραφή θέτει αυτό ως τάξη, στην ίδια την αρχή της προσέγγισης προς τον Θεό: «Τέκνον, ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω, ετοίμασον την ψυχήν σου εις πειρασμόν.» Και προσθέτει αμέσως γιατί: «Ότι εν πυρί δοκιμάζεται χρυσός, και άνθρωποι δεκτοί εν καμίνω ταπεινώσεως» (Σοφ. Σειρ. 2, 1 και 5).

Ο Ιώβ ζητά ακατάπαυστα. Ζητά να εισακουστεί, ζητά να του πουν γιατί, ζητά κρίση. Και η απάντηση που παίρνει δεν είναι η διευκρίνιση που είχε ζητήσει. Στο τέλος λέει: «Ακοήν μεν ωτός ήκουόν σου το πρότερον· νυνί δε ο οφθαλμός μου εόρακέν σε» (Ιώβ 42, 5). Είχε ζητήσει μια απάντηση και δέχτηκε τον Θεό.

Δεν έπεται από εδώ ότι κάθε δοκιμασία είναι σημάδι αρετής, ούτε ότι θα κάναμε καλά να αναζητούμε τη δοκιμασία. Την ίδια νύχτα της Γεθσημανή, ο Κύριος είπε στους μαθητές: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν» (Ματθ. 26, 41). Ζητούμε να μας λυπηθεί ο Θεός, και κάνουμε καλά που το ζητούμε.

Όταν όμως η δοκιμασία έρχεται πάνω σε έναν άνθρωπο που περπατούσε σωστά, εκείνος δεν έχει λόγο να τη διαβάσει ως σημάδι ότι ο Θεός απομακρύνθηκε από αυτόν. Η αρετή δεν αλλάζει ό,τι μπορούμε να αποσπάσουμε από τον Θεό. Αλλάζει ό,τι μπορεί ο Θεός να μας εμπιστευθεί.

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος ζήτησε και δεν πήρε

Ο Άγιος Απόστολος Παύλος μιλά για ένα αγκάθι στη σάρκα, μια ταλαιπωρία της οποίας τη φύση δεν διευκρινίζει. Λέει: «Υπέρ τούτου τρις τον Κύριον παρεκάλεσα, ίνα αποστή απ’ εμού.» Τρεις φορές, και το αγκάθι δεν αφαιρέθηκε.

Η απάντηση ήταν άλλη: «Αρκεί σοι η χάρις μου· η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄ Κορ. 12, 8-9).

Είχε ζητήσει να αλλάξει η περίσταση. Πήρε την αλλαγή του ανθρώπου. Και μετά μπορεί να πει κάτι που πριν θα φαινόταν αδύνατο: «Ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου.» Η ταλαιπωρία δεν είχε γίνει καλή. Η χάρη του Θεού είχε αποδειχθεί μεγαλύτερη από αυτήν.

Έχουμε το δικαίωμα να ζητούμε συγκεκριμένα πράγματα

Τίποτε από όλα αυτά δεν μας εμποδίζει να ζητούμε καθαρά και μικρά πράγματα. Ο Χριστός μας διέταξε να ζητούμε, και η πίστη δεν απαιτεί να προσποιούμαστε ότι δεν πονά αυτό που μας πονά.

Η μητέρα του άρρωστου παιδιού έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη θεραπεία του. Ο άνθρωπος που έμεινε χωρίς δουλειά έχει το δικαίωμα να ζητήσει μια θέση εργασίας. Όποιος είναι μόνος μπορεί να ζητήσει οικογένεια, και όποιος πιέζεται από χρέη μπορεί να ζητήσει βοήθεια. Δεν είναι πιο πνευματικός εκείνος που έπαψε να ζητά οτιδήποτε. Ο ίδιος ο Χριστός είπε στη Γεθσημανή τι επιθυμούσε.

Η θέση των αγίων

Η Εκκλησία ζήτησε πάντοτε τις πρεσβείες των αγίων, και τις ζήτησε επώνυμα, για συγκεκριμένες ανάγκες. Έτσι είναι γραμμένο στις ακολουθίες της. Έτσι δίδαξαν και οι Πατέρες που μας είναι πιο κοντινοί. Ο Όσιος Κλεόπας της Σιχαστρίας έστελνε τους φοιτητές στον Άγιο Νικόλαο πριν από τις εξετάσεις. Ο π. Αρσένιος Παπάτσιοκ, όπως και πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, έστελνε τους ανθρώπους στην Παναγία. Δεν πρόκειται εδώ για μια συνηθισμένη ευλάβεια, που επιτρέπεται στους αδύναμους. Είναι η τάξη της Εκκλησίας.

Το πρώτο θαύμα του Κυρίου έγινε με ένα τέτοιο αίτημα. Στον γάμο της Κανά, η Μητέρα Του Του λέει ότι οι οικοδεσπότες έμειναν χωρίς κρασί. Δεν είναι ένα υψηλό αίτημα, αλλά μια νοικοκυρίστικη στενοχώρια, η ντροπή μιας οικογένειας μπροστά στους καλεσμένους. Και η απάντηση που παίρνει μοιάζει με αναβολή: «Ούπω ήκει η ώρα μου.»

Αυτό που κάνει τότε δείχνει όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη μεσιτεία των αγίων. Δεν επιμένει με λόγια και δεν προσπαθεί να Τον μεταπείσει. Γυρίζει προς τους υπηρέτες και τους λέει: «Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε» (Ιω. 2, 5). Είναι ο τελευταίος λόγος της που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, και δεν δείχνει προς αυτήν, αλλά προς τον Υιό της. Και το νερό έγινε κρασί.

Οι άγιοι δεν είναι ένας τρόπος να παρακάμψουμε το θέλημα του Χριστού. Μας οδηγούν μέσα σε αυτό.

Η πλάνη αρχίζει όταν χάνεται αυτό το άκρο και η προσευχή καταλήγει να μοιάζει με μηχανισμό: διαβάζεις τον ακάθιστο τόσες φορές και το πράγμα λύνεται, ανάβεις τόσα κεριά και ο ουρανός υποχρεώνεται. Η νηστεία γίνεται νόμισμα συναλλαγής και το προσκύνημα πληρωμή. Συμβαίνει επίσης να έχει κάποιος έναν άγιο για κάθε ανάγκη, αλλά να μην έχει εξομολογηθεί εδώ και χρόνια και να μην πλησιάζει το Άγιο Ποτήριο.

Πιο σοβαρό είναι όταν ο Χριστός αρχίζει να γίνεται αισθητός ως ο αυστηρός Κριτής που δύσκολα μαλακώνει, ενώ η Παναγία και οι άγιοι ως καλύτεροι μεσίτες που πρέπει να Τον πείσουν. Αυτό ανατρέπει το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός είναι Εκείνος που έδωσε τη ζωή Του για μας, και οι άγιοι δεν μας προστατεύουν από την αγάπη Του, αλλά ζουν μέσα σε αυτήν.

Οι άγιοι δεν δίνουν. Οι άγιοι προσεύχονται. Ό,τι δίνεται, δίνεται από τον Θεό.

Η καθοδήγηση των Πατέρων προϋπέθετε μια ολόκληρη ζωή. Όταν ο Όσιος Κλεόπας έστελνε τον φοιτητή στον Άγιο Νικόλαο, έστελνε έναν άνθρωπο που εξομολογούνταν, που νήστευε, που κοινωνούσε. Η συμβουλή δινόταν μέσα σε αυτή τη ζωή, όχι ως αυτοτελές έργο.

Πώς να ζητούμε

Οι Πατέρες δεν μας άφησαν μέθοδο με την οποία να μεταπείσουμε τον Θεό. Μας άφησαν μια τάξη της καρδιάς.

Ζήτα καθαρά. Πες το πράγμα με το όνομά του, χωρίς ντροπή. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη να Του εξηγήσουμε εμείς την περίσταση, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη να ανοίξουμε την καρδιά μας μπροστά Του.

Αναζήτησε πρώτα τη Βασιλεία. Ρώτα τον εαυτό σου αν το πράγμα που ζητάς σε φέρνει πιο κοντά στον Θεό ή σε απομακρύνει από Αυτόν.

Πες και αυτό που είπε ο Χριστός: «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» Όχι ως τύπο που κλείνει την προσευχή, αλλά αληθινά.

Συγχώρεσε. Πολλές φορές το εμπόδιο στην προσευχή μας δεν είναι η έλλειψη πίστης, αλλά ο άνθρωπος που δεν θέλουμε να συγχωρήσουμε.

Επέμεινε. Η καθυστέρηση δεν σημαίνει άρνηση. Πολλές φορές ο Θεός αλλάζει πρώτα τον άνθρωπο που ζητά και μόνο ύστερα το πράγμα που ζητήθηκε.

Και πάνω απ’ όλα, ζήτα τον Θεό, γιατί όλα τα δώρα Του είναι μικρά μπροστά σε Αυτόν.

Η προσευχή που αλλάζει τα αιτήματά μας

Γι’ αυτό η προσευχή του Ιησού κατέχει τόσο βαθιά θέση στη ζωή της Εκκλησίας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν.»

Δεν λέει στον Θεό πώς πρέπει να είναι η αυριανή μέρα και δεν Του ορίζει τη λύση. Ζητά αυτό που ο άνθρωπος έχει ανάγκη σε κάθε περίσταση: το έλεός Του.

Όποιος την κρατά για μακρύ διάστημα παρατηρεί κάτι παράξενο. Στην αρχή πίστευε ότι η προσευχή πρέπει να αλλάξει τον κόσμο γύρω του. Μετά από λίγο ανακαλύπτει ότι η προσευχή αλλάζει πρώτα εκείνον. Μερικά αιτήματα πέφτουν από μόνα τους. Άλλα μένουν, αλλά παύουν να είναι είδωλα. Μερικά εκπληρώνονται, άλλα όχι. Και πάνω από όλα εγκαθίσταται ένα βαθύτερο αίτημα: Κύριε, ό,τι κι αν συμβεί, να μη χωριστώ από Σένα.

Αν ο Θεός δεν μου δίνει αυτό που ζητώ

Ο άνθρωπος από την αρχή αυτών των γραμμών έχει το δικαίωμα να συνεχίσει να ζητά. Να ζητά σήμερα και αύριο, με δάκρυα, με τις πρεσβείες της Παναγίας και των αγίων, να κρούει ώσπου το χέρι να μη μπορεί πια να κρούσει. Τίποτε στο Ευαγγέλιο δεν του λέει να σωπάσει.

Το Ευαγγέλιο τον διδάσκει μόνο να προσθέτει ότι εκείνος βλέπει τη σημερινή μέρα, ενώ ο Θεός βλέπει το τέλος· ότι εκείνος βλέπει το επιθυμητό πράγμα, ενώ ο Θεός βλέπει τι θα κάνει εκείνο το πράγμα στην ψυχή του.

Αυτή είναι η πίστη. Όχι η πεποίθηση ότι ο Θεός θα κάνει αυτό που θέλουμε εμείς, αλλά η πεποίθηση ότι ο Θεός παραμένει αγαθός και όταν δεν κάνει αυτό που θέλουμε εμείς.

Μερικές φορές μας δίνει το πράγμα που ζητήσαμε. Άλλες φορές μας απαλλάσσει ακριβώς από το πράγμα που ζητούμε. Άλλοτε αλλάζει την περίσταση, άλλοτε μας δίνει τη δύναμη να περάσουμε μέσα από αυτήν. Και όταν όλες οι άλλες απαντήσεις φαίνεται να λείπουν, κάνει αυτό που έκανε στον Απόστολό Του και λέει: «Αρκεί σοι η χάρις μου.»

Τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει κάτι που δεν θα μπορούσε να καταλάβει στην αρχή της προσευχής. Η μεγαλύτερη εκπλήρωση ενός αιτήματος δεν είναι πάντοτε να πάρεις το πράγμα που ζήτησες. Είναι να φτάσεις, μέσα από αυτό που ζήτησες, σε Εκείνον από τον Οποίο το ζήτησες.

Γιατί μερικές φορές ο Θεός μας δίνει το δώρο. Και άλλες φορές δεν μας δίνει το δώρο, και μας δίνει τον Εαυτό Του.

Εικόνα: Η προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή, τοιχογραφία του Θεοφάνη του Κρητός, 16ος αιώνας, Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος· κοινό κτήμα, μέσω Wikimedia Commons.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.