Την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία η παραβολή του γάμου του υιού του βασιλιά (Ματθ. 22, 2-14), που ορίζεται για την ΙΔ΄ Κυριακή μετά την Πεντηκοστή.
Ένας βασιλιάς κάνει γάμους στον υιό του και στέλνει τους δούλους του να καλέσουν τους προσκεκλημένους, εκείνοι όμως δεν έρχονται. Τους ειδοποιεί για δεύτερη φορά ότι το τραπέζι είναι έτοιμο, και πάλι δεν έρχονται: ο ένας φεύγει για το χωράφι του, ο άλλος για το εμπόριό του, ενώ οι υπόλοιποι πιάνουν τους απεσταλμένους, τους ντροπιάζουν και τους σκοτώνουν. Ο βασιλιάς στέλνει τότε τα στρατεύματά του εναντίον των φονιάδων, ενώ στους δούλους δίνει εντολή να βγουν στις διασταυρώσεις των δρόμων και να καλέσουν όποιον βρουν. Η αίθουσα του γάμου γεμίζει από συνδαιτυμόνες. Και όταν ο βασιλιάς μπαίνει για να τους δει, βλέπει ανάμεσά τους έναν άνθρωπο που δεν είναι ντυμένος με ένδυμα γάμου. Τον ρωτά πώς μπήκε έτσι, ο άνθρωπος σωπαίνει και βγαίνει έξω.
Η πρόσκληση αγκάλιασε όλους όσους βρίσκονταν στους δρόμους. Όταν η αίθουσα γέμισε, ο Βασιλιάς ήρθε να εξετάσει όσους είχαν μπει, και ένας από αυτούς βρέθηκε χωρίς ένδυμα γάμου. Εδώ βρίσκεται το βάρος της παραβολής: ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μείνει απέξω. Είχε κληθεί και είχε μπει, όπως οι άλλοι.
Οι πρώτοι προσκεκλημένοι
Μερικοί από τους πρώτους καλεσμένους δεν αντιστέκονται από μίσος. Ο ένας έχει δουλειά στο χωράφι, ο άλλος έχει δουλειές στο εμπόριο. Η καλλιέργεια της γης και το εμπόριο είναι πράγματα θεμιτά και αναγκαία· χάνουν όμως τον άνθρωπο όταν τίθενται πάνω από την πρόσκληση του Θεού. Ο Βασιλιάς τους καλούσε σε τραπέζι γάμου, κι εκείνοι δεν βρήκαν καιρό ούτε γι’ αυτό.
Οι ίδιες δικαιολογίες ακούγονται και σήμερα, διατυπωμένες αλλιώς. Ο άνθρωπος αναβάλλει την προσευχή ώσπου να τελειώσει ό,τι έχει να τελειώσει, αναβάλλει την εξομολόγηση ώσπου να περάσει μια πιο φορτωμένη περίοδος, αναβάλλει να πάει στην εκκλησία ώσπου να τακτοποιηθούν τα πράγματα. Τίποτε από όσα τον κρατούν δεν είναι κακό καθαυτό, και γι’ αυτό ακριβώς η αναβολή γίνεται εύκολα και περνά απαρατήρητη.
Η αδιαφορία της αρχής δεν μένει όμως αδιαφορία. Οι άλλοι δεν σταματούν στο να αποφεύγουν τους δούλους, αλλά ορμούν εναντίον τους. Οι δούλοι αυτοί είναι οι προφήτες και οι απόστολοι, μέσω των οποίων ο Θεός έκανε γνωστή την πρόσκλησή Του στη διάρκεια των αιώνων, και πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν από εκείνους στους οποίους είχαν σταλεί.
Στις διασταυρώσεις των δρόμων
Η αίθουσα δεν μένει άδεια. Οι δούλοι βγαίνουν στους δρόμους και μαζεύουν όσους βρίσκουν. Σε αυτή την αίθουσα του γάμου μπορούμε να δούμε την Εκκλησία και, μέσω αυτής, την πρόσκληση στη Βασιλεία του Θεού: μαζεύονται άνθρωποι κάθε λογής, «πονηρούς τε και αγαθούς». Η πρόσκληση δεν είναι η αμοιβή μιας αξίας που ο άνθρωπος θα είχε από πριν.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ρωτά γιατί ο Χριστός ονομάζει αυτή την πρόσκληση «γάμο» και απαντά ότι έτσι φανερώνεται η φιλάνθρωπη μέριμνα του Θεού για τους ανθρώπους και η χαρά όσων έχει ετοιμάσει Εκείνος. Γι’ αυτό ακριβώς το τέλος της παραβολής είναι τόσο βαρύ: η πρόσκληση είναι δώρο, και το δώρο ζητά απάντηση.
Ο γάμος έχει όμως βαθύτερο νόημα από το τραπέζι. Ο Νυμφίος είναι ο Χριστός και η Εκκλησία είναι η νύμφη Του, και ο ίδιος άγιος φέρνει εδώ τη μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου για το μέγα μυστήριο του Χριστού και της Εκκλησίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος φέρνει την εικόνα ως την Ενανθρώπηση: ο Πλάστης μας ήρθε ως Νυμφίος, για να ενώσει την Εκκλησία με τον Εαυτό Του. Η πρόσκληση δεν είναι, επομένως, μόνο το κάλεσμα να πάμε σε έναν τόπο, αλλά η πρόσκληση στην ένωση με τον Χριστό.
Γιατί δεν ήρθαν οι πρώτοι
Η διαφορά δεν βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους που εργάζονταν και σε εκείνους που έμεναν άπρακτοι. Το Ευαγγέλιο δεν λέει πουθενά ότι όσοι βρίσκονταν στις διασταυρώσεις ήταν άνεργοι· λέει μόνο ότι βρέθηκαν στον δρόμο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην Ομιλία 69 στο κατά Ματθαίον, δείχνει αλλού την αιτία.
Οι πρώτοι γνώριζαν για τον γάμο από πριν. Ο Βασιλιάς δεν τους καλεί τότε για πρώτη φορά, αλλά στέλνει να πουν «στους κεκλημένους» και «στους προσκεκλημένους», δηλαδή σε ανθρώπους που είχαν δεχθεί το μήνυμα πολύ πριν. Ο άγιος σταματά ακριβώς σε αυτή τη λεπτομέρεια και λέει ότι αυτή κάνει βαρύτερη την ευθύνη τους. Είχαν κληθεί από τους προφήτες, έπειτα από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, έπειτα από τον ίδιο τον Υιό, ο Οποίος καλούσε κοντά Του όσους είναι κουρασμένοι και φορτωμένοι.
Το δεύτερο που τους ξεχωρίζει είναι ότι είχαν κάτι να βάλουν στη ζυγαριά. «Έχω δουλειά στο χωράφι» είναι ένας υπολογισμός: η πρόσκληση τοποθετήθηκε δίπλα σε κάτι άλλο και βγήκε ελαφρύτερη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν δέχεται τη δικαιολογία. Οι αιτίες που προβάλλουν φαίνονται βάσιμες, λέει, όμως όταν μας καλούν τα πνευματικά, καμία ανθρώπινη δουλειά δεν μπορεί να μας αναγκάσει να απουσιάσουμε· και οι άνθρωποι εκείνοι κάλυπταν με αυτές την οκνηρία τους. Το Ευαγγέλιο το λέει εξίσου σύντομα: δεν τους σταμάτησε η έλλειψη χρόνου, αλλά το ότι «αμελήσαντες απήλθον».
Όσοι βρίσκονται στον δρόμο δέχονται την πρόσκληση απροσδόκητα. Το Ευαγγέλιο δεν λέει τι άφησαν πίσω τους ούτε αν είχαν λιγότερες έγνοιες από τους πρώτους. Λέει μόνο ό,τι μετρά για την παραβολή: ήρθαν. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει έναν λόγο που κόβει κάθε υπερηφάνεια: δέχθηκαν ξαφνικά, χωρίς δική τους αξία, ό,τι είχε ετοιμαστεί για τους άλλους από πολύ παλιά.
Η παραβολή δεν λέει, επομένως, ότι η φτώχεια είναι αξία και η εργασία ενοχή. Εναντίον μιας τέτοιας ανάγνωσης στέκονται δύο λεπτομέρειες: όσοι μαζεύτηκαν από τους δρόμους είναι «πονηροί τε και αγαθοί», και ο άνθρωπος χωρίς ένδυμα είχε έρθει κι εκείνος από τις διασταυρώσεις. Η διασταύρωση των δρόμων δεν δίνει τίποτε σε κανέναν· απλώς δεν κρατά τον άνθρωπο στη θέση του.
Αυτό που δείχνει η παραβολή είναι κάτι άλλο: δεν έρχεται ο άνθρωπος που έχει ήδη κάτι που το εκτιμά περισσότερο. Δεν τον σταματά το χωράφι, αλλά η τιμή που έχει βάλει πάνω του. Ερμηνεύοντας την παραβολή, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος φέρνει δίπλα της τον λόγο του Αποστόλου Παύλου προς όσους δεν δέχονταν το κήρυγμα: επειδή τον απωθούν και κρίνουν τους εαυτούς τους ανάξιους της αιώνιας ζωής, ιδού, στρέφεται στα έθνη (Πράξ. 13, 46). Δεν τους έκρινε ανάξιους πρώτα ο Βασιλιάς. Έκριναν οι ίδιοι τον εαυτό τους, με τον τρόπο που απάντησαν.
Η ερμηνεία δεν μένει, ωστόσο, στο παρελθόν. Ο άγιος στρέφεται προς όσους τον ακούν και τους ζητά να θυμηθούν από πού κλήθηκαν: από τον δρόμο, χωλοί και ανάπηροι στην ψυχή, πράγμα χειρότερο από κάθε αρρώστια του σώματος. Εκείνος που οδηγήθηκε μέσα από ευσπλαχνία δεν έχει από πού να αντλήσει δική του αξία. Του μένει να φέρει με τιμή το δώρο που έλαβε.
Ο άνθρωπος χωρίς ένδυμα
Το Ευαγγέλιο δεν εξηγεί τι είναι το ένδυμα του γάμου ούτε από πού έπρεπε να το έχει ο προσκεκλημένος της διασταύρωσης. Εδώ ακριβώς αρχίζει η ερμηνεία των Πατέρων. Εκείνοι δεν αναζητούν πρώτα την εξήγηση σε κάποιο έθιμο των γάμων άλλων εποχών, αλλά στην κατάσταση του ανθρώπου που δέχθηκε την πρόσκληση του Θεού.
Και δεν απαντούν όλοι με τον ίδιο τρόπο.
Ο Όσιος Κλεόπας της Σιχαστρίας συνδέει το ένδυμα του γάμου με το άγιο Βάπτισμα και λέει ότι το ένδυμα αυτό είναι ο ίδιος ο Χριστός: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Ο χριστιανός δεν μπαίνει γυμνός στη νέα ζωή, αλλά δέχεται ένα δώρο που δεν μπορεί να δώσει μόνος του: την ένωση με τον Χριστό.
Η ερμηνεία αυτή δεν είναι μόνο μια ωραία εικόνα. Βρίσκεται μέσα στην ίδια την ακολουθία του Βαπτίσματος. Η Εκκλησία προσεύχεται εκεί ώστε ο βαπτιζόμενος να διατηρήσει «τη στολή του βαπτίσματος και τον αρραβώνα του Πνεύματος αμόλυντον και ακηλίδωτον στη φοβερά ημέρα του Χριστού», και μετά την έξοδο από το νερό τον ντύνει με λευκό ένδυμα, με τα λόγια: «Ενδύεται ο δούλος του Θεού (Ν) χιτώνα δικαιοσύνης». Η σχέση ανάμεσα στο ένδυμα, το Βάπτισμα και την κρίση δεν είναι, επομένως, μια όψιμη κατασκευή των κηρύκων: βρίσκεται μέσα στην ίδια την προσευχή με την οποία η Εκκλησία υποδέχεται τον άνθρωπο στη νέα ζωή.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κοιτά όμως το ίδιο ένδυμα από την πλευρά εκείνου που έπεται του Βαπτίσματος. Λέει πολύ καθαρά ότι το ένδυμα είναι η ζωή και η συμπεριφορά του ανθρώπου. Η πρόσκληση είναι δώρο: κανείς δεν κέρδισε τη θέση του στο τραπέζι. Και η κάθαρση είναι επίσης δώρο. Αφού όμως ο άνθρωπος κλήθηκε, ο Θεός ζητά να μη μείνει η ζωή του η ίδια. Ο άνθρωπος με το λερωμένο ένδυμα, λέει, είναι εκείνος που φτάνει στο τέλος της ζωής με την ψυχή ακάθαρτη.
Εδώ φαίνεται γιατί δεν αρκεί το όνομα του χριστιανού ή η ορατή είσοδος στην Εκκλησία. Η χάρη τον καλεί, τον καθαρίζει και ενεργεί μέσα του, και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται ελεύθερα και συνεργάζεται με τη χάρη που δέχθηκε.
Ο μακάριος Θεοφύλακτος Αχρίδος λέει συγκεκριμένα από τι αποτελείται αυτό το ένδυμα: ο άνθρωπος που δεν είναι ντυμένος με ελεημοσύνη, καλοσύνη και αδελφική αγάπη μοιάζει με εκείνον που βρέθηκε χωρίς ένδυμα στο τραπέζι. Είχε κληθεί και είχε μπει, αλλά η ζωή του δεν είχε φτάσει να μοιάζει με τη ζωή Εκείνου που τον κάλεσε.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος δίνει έμφαση σε μία λέξη: την αγάπη. Ο άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται μέσα στο σπίτι, να έχει πίστη, να λογίζεται ανάμεσα στους κεκλημένους και παρ’ όλα αυτά να μένει χωρίς ένδυμα, αν δεν έχει αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον.
Οι ερμηνείες αυτές δεν ταυτίζονται και δεν πρέπει να στριμωχτούν σε έναν μόνο ορισμό. Κοιτούν την ίδια εικόνα από διαφορετικές γωνίες. Ο Όσιος Κλεόπας την διαβάζει από την πλευρά του Βαπτίσματος: το ένδυμα είναι ο Χριστός, με τον Οποίο ντυθήκαμε. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την διαβάζει από την πλευρά του αγώνα: το ένδυμα είναι η ζωή και η συμπεριφορά του ανθρώπου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος φτάνει να πει ότι το ένδυμα δεν μπορεί να είναι το Βάπτισμα ή η πίστη, αφού αυτά προϋποτίθενται από την ίδια την είσοδο στην Εκκλησία· γι’ αυτόν, το ένδυμα είναι η αγάπη.
Η εικόνα του ενδύματος περιλαμβάνει έτσι ολόκληρη την πορεία του χριστιανού: ο Χριστός που δίνεται ως δώρο, η ζωή που αλλάζει με τη χάρη και η αγάπη μέσω της οποίας η ζωή αυτή γίνεται ορατή.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος της παραβολής δεν καταδικάζεται επειδή βρέθηκε στη διασταύρωση, ούτε για τη φτώχεια του. Όλοι είχαν κληθεί από εκεί. Η ευθύνη του αρχίζει μετά την πρόσκληση, επειδή δεν είναι ένας ειδωλολάτρης που έμεινε έξω από το τραπέζι, αλλά ένας άνθρωπος που βρίσκεται ήδη μέσα.
Η ερώτηση του βασιλιά δεν αφορά τον δρόμο από τον οποίο ήρθε, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μπήκε.
Η παραβολή λέει έτσι κάτι ταραχτικό: είναι δυνατό να έχει κανείς απαντήσει στην πρόσκληση και παρ’ όλα αυτά να μην την έχει αφήσει να του αλλάξει τη ζωή. Το πρώτο μέρος της παραβολής προειδοποιεί όσους αρνούνται την πρόσκληση· το δεύτερο, όσους την έχουν δεχθεί.
«Ο δε εφιμώθη»
Ο άνθρωπος δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του με τίποτε. Όποιος έχει κάτι να πει, το λέει· αυτός δεν είχε τι.
Η σιωπή του είναι το βαρύτερο σημείο της παραβολής, επειδή δεν του είχε αρνηθεί κανείς τίποτε: την πρόσκληση την είχε δεχθεί και η είσοδος του είχε ανοιχτεί. Εδώ οφείλει να σταθεί ο καθένας μας, επειδή η ερώτηση αυτή θα τεθεί και σε εμάς.
«Δήσαντες αυτού πόδας και χείρας»
Η τιμωρία δεν περιορίζεται στο να βγει ο άνθρωπος από το τραπέζι. Ο βασιλιάς διατάζει: «Δήσαντες αυτού πόδας και χείρας, άρατε αυτόν και εκβάλετε εις το σκότος το εξώτερον».
Ο μακάριος Θεοφύλακτος Αχρίδος βλέπει στο δέσιμο των χεριών και των ποδιών το τέλος του χρόνου κατά τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να εργαστεί για τη διόρθωση της ζωής του. Εδώ μπορούμε ακόμη να μετανοήσουμε, να συγχωρήσουμε, να κάνουμε ελεημοσύνη, να σηκωθούμε μετά την πτώση. Μετά την κρίση δεν αρχίζει μια άλλη ζωή στην οποία θα διορθώσουμε ό,τι δεν θελήσαμε να αλλάξουμε εδώ.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει το ίδιο με συντομία, όταν δείχνει τι σημαίνει να μπαίνει κανείς με λερωμένο ένδυμα: να φεύγει από αυτή τη ζωή με ακάθαρτη ζωή.
Γι’ αυτό η πρόσκληση σε μετάνοια είναι επείγουσα. Όχι επειδή ο Θεός θα πάψει κάποτε να είναι ελεήμων, αλλά επειδή η ζωή αυτή είναι ο χρόνος στον οποίο η ελευθερία μας μπορεί να απαντήσει στο έλεός Του.
Πώς διατηρείται το ένδυμα
Το ένδυμα που λάβαμε στο Βάπτισμα μπορεί να λερωθεί από την αμαρτία, αλλά ο άνθρωπος δεν μένει χωρίς δρόμο επιστροφής. Ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος ονομάζει τη μετάνοια «ανανέωση του βαπτίσματος».
Η κάθαρση επιτελείται με τη μετάνοια, και το Μυστήριο της Εξομολόγησης είναι ο τόπος όπου η αμαρτία που εξομολογείται παίρνει λύση. Η μετάνοια δεν τελειώνει όμως με την εξομολόγηση: συνεχίζεται με την αλλαγή της ζωής, με τον αγώνα κατά των παθών, με την προσευχή, τη νηστεία και την ελεημοσύνη, με τη συμφιλίωση με εκείνους με τους οποίους έχουμε έρθει σε αντιπαλότητα και με τη φύλαξη του νου.
Η φύλαξη του νου είναι αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν νήψη: η προσοχή σε ό,τι κινείται στην καρδιά. Ο λογισμός που δεχόμαστε σήμερα γίνεται η πράξη του αύριο, και όποιος φυλάσσει τον λογισμό του φυλάσσει και το ένδυμά του.
Ο Όσιος Κλεόπας υπενθυμίζει το χρέος όσων ντύθηκαν τον Χριστό: να αποθέσουν τα έργα του σκότους και να ενδυθούν τα όπλα του φωτός (Ρωμ. 13, 12), δηλαδή σπλάγχνα οικτιρμών, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα και μακροθυμία, και πάνω απ’ όλα αυτά την αγάπη (Κολ. 3, 12-14).
Το ένδυμα δεν πληρώνεται στον Βασιλιά με κάποιον αριθμό ακάθιστων ύμνων ή ημερών νηστείας. Η νηστεία, η προσευχή και οι ακάθιστοι ύμνοι είναι μέσα της μετάνοιας και της προσέγγισης στον Θεό, όχι νόμισμα με το οποίο να Τον μαλακώσουμε. Το ένδυμα καθαρίζεται με τη μετάνοια και φαίνεται στην καθημερινή ζωή, στον λόγο που λέμε και στον τρόπο με τον οποίο φερόμαστε σε όποιον βρίσκεται δίπλα μας.
«Πολλοί γαρ είσιν κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί»
Η παραβολή κλείνει με έναν βαρύ λόγο: «Πολλοί γαρ είσιν κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί» (Ματθ. 22, 14).
Ο λόγος αυτός δεν λέει ότι ο Θεός προορίζει εκ των προτέρων ποιος σώζεται. Η πρόσκληση έφτασε ως τις διασταυρώσεις και αγκάλιασε όλους όσοι βρίσκονταν εκεί, χωρίς διάκριση. Η εκλογή περνά από την απάντηση που δίνει ο καθένας: ποιος έρχεται και ποιος μένει στο χωράφι του, ποιος διατηρεί το ένδυμα και ποιος το απορρίπτει.
Το τραπέζι είναι έτοιμο
Την Κυριακή το πρωί, η πρόσκληση αυτή ακούγεται ξανά. Το «Δεύτε εις τους γάμους!» δεν είναι λόγος που έμεινε στους ανθρώπους του παρελθόντος· οι δούλοι του Βασιλιά βγαίνουν και σήμερα στις διασταυρώσεις, και το τραπέζι είναι έτοιμο.
Όσο ο άνθρωπος ζει, η θύρα της μετάνοιας μένει ανοιχτή. Ο Βασιλιάς δεν ρωτά από πού ήρθες, αλλά τι έκανες με την πρόσκληση που έλαβες.