
Στις 3 Οκτωβρίου (16 Οκτωβρίου στις Εκκλησίες που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο) η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ο Διονύσιος ήταν Αθηναίος από επιφανή γενιά και ένα από τα μέλη του Αρείου Πάγου, του αρχαίου δικαστικού συμβουλίου της Αθήνας, που συνεδρίαζε στον βράχο του Άρεως, κοντά στην Ακρόπολη. Πίστεψε στον Χριστό ακούγοντας το κήρυγμα του αγίου Αποστόλου Παύλου, και οι Πράξεις των Αποστόλων τον αναφέρουν ονομαστικά. Αργότερα ο Απόστολος τον κατέστησε επίσκοπο Αθηνών. Με το όνομα του Αγίου Διονυσίου σώζονται συγγράμματα για τον Θεό, για τα τάγματα των αγγέλων και για τα Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία δέχθηκαν και ερμήνευσαν οι άγιοι Πατέρες. Στα γηρατειά του ο Διονύσιος μαρτύρησε για τον Χριστό. Η Εκκλησία τον ονομάζει «ιερομάρτυρα», όπως ονομάζει τους χειροτονημένους λειτουργούς που έδωσαν τη ζωή τους για την πίστη.
Ο νέος της Αθήνας και το σκοτάδι της Σταυρώσεως
Οι Βίοι των Αγίων διηγούνται ότι ο Διονύσιος γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς ειδωλολάτρες, αλλά επιφανείς. Από μικρός σπούδασε την ελληνική σοφία και προόδευσε τόσο, ώστε στα είκοσι πέντε του χρόνια ξεπερνούσε όλους τους γηραιότερους φιλοσόφους. Για να ολοκληρώσει τη μόρφωσή του, πήγε στην Αίγυπτο, στην Ηλιούπολη, πόλη όπου από παλιά δίδασκαν ονομαστοί διδάσκαλοι. Εκεί έμαθε από αυτούς, μαζί με τον φίλο του Απολλοφάνη, να παρατηρεί την πορεία των άστρων.
Εκείνον τον καιρό ο Κύριος Ιησούς Χριστός έπαθε στα Ιεροσόλυμα για τη σωτηρία μας. Ο ήλιος, λένε οι Βίοι των Αγίων, δεν άντεξε να Τον δει σταυρωμένο: το μεσημέρι έκρυψε το φως του για τρεις ώρες. Έκθαμβος ο Διονύσιος είπε: «Ή ο Θεός, ο Δημιουργός του κόσμου, πάσχει, ή ο ορατός αυτός κόσμος τελειώνει.» Τα λόγια αυτά τα είπε με την έμπνευση του Πνεύματος του Θεού και όχι κατά τη σοφία του αιώνος τούτου.
Η έβδομη από τις επιστολές που αποδίδονται στον Άγιο Διονύσιο, προς τον επίσκοπο Πολύκαρπο, διηγείται το ίδιο γεγονός σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγγραφέας γράφει ότι βρισκόταν τότε στην Ηλιούπολη μαζί με τον Απολλοφάνη και ότι είδαν και οι δύο τη σελήνη να περνά μπροστά από τον ήλιο σε ώρα που, κατά την τάξη του ουρανού, αυτό δεν μπορούσε να συμβεί. Στην ακολουθία της ημέρας η Εκκλησία τον υμνεί: «χαίρε, γιατί είδες το πάθος του Κυρίου».
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, παντρεύτηκε και έγινε μέλος του Αρείου Πάγου, κυβερνώντας την πόλη και τον λαό με μεγάλη σύνεση και εντιμότητα.
Το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο
Πολλά χρόνια αργότερα ήρθε στην Αθήνα ο άγιος Απόστολος Παύλος. Οι Πράξεις των Αποστόλων λένε ότι, όσο περίμενε τον Σίλα και τον Τιμόθεο, «παρωξύνετο τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ θεωροῦντι κατείδωλον οὖσαν τὴν πόλιν» (Πράξ. 17:16). Κάθε μέρα μιλούσε στη συναγωγή και στην αγορά, όπου άρχισαν να συζητούν μαζί του και μερικοί φιλόσοφοι δύο σχολών της εποχής, οι Επικούρειοι και οι Στωικοί. Έπειτα τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο, για να μάθουν ποια νέα διδασκαλία έφερνε.
Εκεί, στο μέσον του Αρείου Πάγου, ο Παύλος είπε:
«Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ· διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, Ἀγνώστῳ θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.» (Πράξ. 17:22–23)
Έπειτα τους μίλησε για τον Θεό που δημιούργησε τον κόσμο και δεν είναι μακριά από τον καθένα μας, «ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν» (Πράξ. 17:28). Στο τέλος τούς κήρυξε την ανάσταση του Χριστού από τους νεκρούς. «Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον· Ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» (Πράξ. 17:32). Λίγοι πίστεψαν τότε. Ο άγιος Ευαγγελιστής Λουκάς, που έγραψε τις Πράξεις, διέσωσε τα ονόματα δύο από αυτούς: «τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς» (Πράξ. 17:34).
Οι Βίοι των Αγίων λένε ότι ο Διονύσιος άκουσε με προσοχή τα λόγια του Αποστόλου και τα φύλαξε στην καρδιά του. Πολλοί ήθελαν να ακούσουν τον Παύλο και δεύτερη φορά, και ο Διονύσιος, ο σοφότερος από αυτούς, άρχισε να συνομιλεί μαζί του. Ο Παύλος τον ρώτησε: «Ποιον Θεό τιμάτε;» Τότε ο Διονύσιος του έδειξε στην πόλη τα είδωλα του Κρόνου, της Αφροδίτης, του Δία και των άλλων θεών. Περπατώντας μαζί, έφθασαν σε έναν βωμό με την επιγραφή «Ἀγνώστῳ θεῷ», και ο Παύλος τον ρώτησε: «Και ποιος είναι ο άγνωστος Θεός;» Ο Διονύσιος απάντησε: «Αυτός δεν έχει φανερωθεί ακόμη ανάμεσα στους θεούς, αλλά θα έλθει στον καιρό Του, γιατί είναι ο Θεός που θα βασιλεύσει στον ουρανό και στη γη, και της βασιλείας Του δεν θα υπάρξει τέλος.»
Τότε ο Παύλος του κήρυξε ότι αυτός ο Θεός είχε έλθει: είχε γεννηθεί από την Παναγία και Αειπάρθενο Μαρία, είχε καρφωθεί στον σταυρό για τη σωτηρία των ανθρώπων, είχε αναστηθεί από τους νεκρούς και είχε αναληφθεί στους ουρανούς. Στο πάθος Του ο ήλιος είχε σκοτισθεί για τρεις ώρες. Ο Διονύσιος θυμήθηκε το σκοτάδι που είχε δει στην Αίγυπτο και πίστεψε αμέσως. Άνοιξε «τον νου και την καρδιά του στη γνώση του άγνωστου Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού».
Καθώς ο Παύλος έβγαινε από την πόλη, ένας εκ γενετής τυφλός τον παρακάλεσε να του χαρίσει το φως του. Ο Απόστολος έκανε το σημείο του σταυρού πάνω στα μάτια του, και τα μάτια του τυφλού άνοιξαν. Έπειτα ο Παύλος τον έστειλε στον Διονύσιο να του πει ότι ο Απόστολος τον περιμένει για να τον βαπτίσει. Ο Διονύσιος θαύμασε πολύ βλέποντας ότι ο τυφλός είχε βρει το φως του. Χωρίς καθυστέρηση πήγε στον Παύλο μαζί με τη Δάμαρι, την οποία οι Βίοι των Αγίων ονομάζουν σύζυγό του, με τα παιδιά του και με όλο τον οίκο του, και βαπτίσθηκαν.
Στην ακολουθία της ημέρας ψάλλεται ότι ο Διονύσιος άφησε πίσω του τους Στωικούς φιλοσόφους, έγινε μαθητής του «σκεύους της εκλογής» και γνώρισε «τα άρρητα μυστήρια». Το σκεύος της εκλογής είναι ο Παύλος, για τον οποίο ο ίδιος ο Κύριος είχε πει: «σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος» (Πράξ. 9:15).
Μαθητής του Παύλου, επίσκοπος Αθηνών
Μετά το Βάπτισμα, λένε οι Βίοι των Αγίων, ο Διονύσιος άφησε το σπίτι και την οικογένειά του και ακολούθησε τον Παύλο τρία χρόνια, όπου κι αν πήγαινε ο Απόστολος, μαθαίνοντας από αυτόν τα μυστήρια του Θεού. Έπειτα ο Παύλος τον κατέστησε επίσκοπο και τον έστειλε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, για να φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρώπων εκεί.
Η Εκκλησία διαφύλαξε από νωρίς αυτή τη μνήμη. Τον 2ο αιώνα ο Διονύσιος, επίσκοπος Κορίνθου, έγραφε στους Αθηναίους ότι ο Αρεοπαγίτης που οδηγήθηκε στην πίστη από τον Απόστολο Παύλο υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος της Εκκλησίας τους. Η μαρτυρία του επισκόπου Κορίνθου έφθασε ως εμάς μέσω του Ευσεβίου Καισαρείας, ο οποίος την κατέγραψε στην Εκκλησιαστική Ιστορία του.
Στον Όρθρο, την πρωινή ακολουθία, διαβάζεται το Συναξάρι, δηλαδή ο σύντομος βίος του αγίου της ημέρας. Το Συναξάρι του Αγίου Διονυσίου στο Μηναίο της Ρουμανικής Εκκλησίας λέει ότι τα άρρητα και θεία μυστήρια τα διδάχθηκε και από τον σοφό Ιερόθεο, άλλο μέλος του Αρείου Πάγου. Η Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ιερόθεο την επόμενη ημέρα, στις 4 Οκτωβρίου. Οι Βίοι των Αγίων λένε ότι ο Διονύσιος ήταν παρών, μαζί με τους Αποστόλους, στην ταφή της Θεοτόκου. Στο Συναξάρι της 4ης Οκτωβρίου διαβάζουμε ότι τότε ο Ιερόθεος άρχισε τους ύμνους στη σύναξη των αγίων Αποστόλων.
Τα συγγράμματα που αποδίδονται στον Άγιο Διονύσιο
Η Παράδοση της Εκκλησίας αποδίδει στον Άγιο Διονύσιο τέσσερις πραγματείες και δέκα επιστολές. Οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές χρονολογούν τη σύνταξή τους στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα και ονομάζουν τον συγγραφέα τους Ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Αμφιβολίες για την αρχαιότητά τους διατυπώθηκαν ήδη τον 6ο αιώνα.
Η αποδοχή αυτών των συγγραμμάτων από την Εκκλησία αφορά τη διδασκαλία που περιέχουν, ενώ το ερώτημα για τον συγγραφέα τους ανήκει στην ιστορική έρευνα. Η Εκκλησία τα διαβάζει με το όνομα του Αγίου Διονυσίου και στην ακολουθία της 3ης Οκτωβρίου τον υμνεί ως τον συγγραφέα τους. Πολλοί ύμνοι της ακολουθίας τον εγκωμιάζουν γι’ αυτά.
Στο Περὶ θείων ὀνομάτων ερμηνεύονται τα ονόματα του Θεού στην Αγία Γραφή, όπως Αγαθό, Φως, Ωραίο, Αγάπη, Ζωή και Σοφία, και φανερώνεται ότι ο Θεός μένει υπεράνω καθενός από αυτά.
Στο Περὶ τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας περιγράφεται η τάξη των αγγελικών ταγμάτων. Η λέξη «ιεραρχία» σημαίνει εδώ ιερή τάξη, που είναι συγχρόνως γνώση και ενέργεια. Μέσα από αυτήν κάθε κτίσμα καθαίρεται, φωτίζεται και τελειοποιείται, για να ομοιωθεί με τον Θεό και να ενωθεί μαζί Του, κατά το μέτρο του. Η εγγύτητα προς τον Θεό δεν μετριέται με τον χώρο, αλλά με τη μετοχή στο φως Του.
Στο Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ερμηνεύονται τα άγια Μυστήρια και οι ακολουθίες της Εκκλησίας: το Βάπτισμα, η Θεία Κοινωνία, ο αγιασμός του Αγίου Μύρου, η χειροτονία των επισκόπων, των ιερέων και των διακόνων, η μοναχική κουρά και η εξόδιος ακολουθία.
Το Περὶ μυστικῆς θεολογίας είναι το συντομότερο από αυτά. Η λέξη «μυστική» σημαίνει εδώ «κρυφή», αυτή που ανήκει στα μυστήρια. Σε αυτό φανερώνεται πώς ο καθαρμένος νους πλησιάζει τον Θεό, πέρα από κάθε λόγο.
Στην ακολουθία της ημέρας η Εκκλησία τον υμνεί: «Κάνοντας τον νου σου ομότιμο με τους αγγέλους με την εργασία της αρετής, Πάτερ Διονύσιε, κατέγραψες στα βιβλία την υπερκόσμια ευταξία τους, πανσοφότατε· και σύμφωνα με αυτήν διέταξες τις συνάξεις της Εκκλησίας, ακολουθώντας τις ουράνιες τάξεις.»
Ο Όσιος Κλεόπας της Σιχαστρίας, ένας από τους μεγάλους Ρουμάνους πνευματικούς του περασμένου αιώνα, έλεγε σε ένα κήρυγμα στη Σύναξη των Αρχαγγέλων:
«Από όλους τους αγίους Πατέρες για τους αγγέλους μιλά καλύτερα ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο μαθητής του αγίου Αποστόλου Παύλου. Λέει ότι οι άγγελοι χωρίζονται σε εννέα τάγματα, και καθένα έχει το όνομα και την αποστολή του. Τα αγγελικά τάγματα χωρίζονται σε τρεις ιεραρχίες ή ομάδες: η ανώτατη ιεραρχία, κοντά στην Παναγία Τριάδα, αποτελείται από τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και τους Θρόνους. […] Η μεσαία ιεραρχία αποτελείται από τις Κυριότητες, τις Δυνάμεις και τις Εξουσίες […]. Η κατώτατη ιεραρχία αποτελείται από τις Αρχές, τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους.»
Πάνω από χίλια χρόνια νωρίτερα, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είχε διασώσει την ίδια τάξη στην Ἔκδοσιν ἀκριβῆ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Εκεί δείχνει ότι έτσι διαίρεσε τα αγγελικά τάγματα ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, τον οποίο ονομάζει αγιότατο και μέγα θεολόγο.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής εξήγησε ορισμένα δύσκολα σημεία των συγγραμμάτων του Αγίου Διονυσίου. Ο ίδιος έγραψε, ακολουθώντας το Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, μια ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, τη Μυσταγωγία, δηλαδή την «εισαγωγή στα μυστήρια». Τον 14ο αιώνα ξέσπασε μεγάλη διαμάχη για τους ησυχαστές, τους μοναχούς που αγωνίζονται μέσα στην ησυχία με την ευχή του Ιησού. Τότε και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν ως μαρτυρία τα συγγράμματα του Αγίου Διονυσίου, και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο υπερασπιστής των ησυχαστών, στηρίχθηκε σε αυτά.
Να γνωρίσεις τον Άγνωστο
Το Περὶ μυστικῆς θεολογίας αρχίζει με μια προσευχή, όπου η Αγία Τριάδα παρακαλείται να μας οδηγήσει στην ύψιστη κορυφή των μυστικών λογίων της Γραφής. Μετά από αυτή την προσευχή, ο Άγιος Διονύσιος ερμηνεύει την ανάβαση του Μωυσή στο όρος Σινά. Ο Μωυσής πρώτα καθαρίσθηκε ο ίδιος και χωρίσθηκε από τους ακάθαρτους. Έπειτα άκουσε τις σάλπιγγες, είδε πολλά φώτα και ανέβηκε με τους εκλεκτούς ιερείς ως την κορυφή του όρους. Ούτε εκεί είδε τον Θεό, αλλά τον τόπο όπου στεκόταν. Μόνο ύστερα από αυτό, γράφει ο Άγιος Διονύσιος, ο Μωυσής «καὶ αὐτῶν ἀπολύεται τῶν ὁρωμένων καὶ τῶν ὁρώντων καὶ εἰς τὸν γνόφον τῆς ἀγνωσίας εἰσδύνει τὸν ὄντως μυστικόν […] καὶ τῷ μηδὲν γινώσκειν ὑπὲρ νοῦν γινώσκων» (Περὶ μυστικῆς θεολογίας Α΄, 3).
Η «αγνωσία» για την οποία μιλά ο Άγιος Διονύσιος δεν είναι άγνοια. Με τη λέξη αυτή δείχνει ότι ο Θεός δεν χωρά στον ανθρώπινο νου σαν πράγμα που μπορεί εκείνος να περικλείσει. Ο καθαρμένος άνθρωπος ενώνεται μαζί Του υπεράνω του νου, αφού περάσει πέρα από όσα μπορεί να σκεφθεί και να πει γι’ Αυτόν. Η ένωση αυτή είναι δώρο που ο άνθρωπος λαμβάνει με τη χάρη του Θεού· το απλό άδειασμα του νου δεν μπορεί να τη φέρει. Όσα ο Θεός αποκάλυψε για τον Εαυτό Του μένουν αληθινά και τότε.
Στην Ε΄ Επιστολή, προς τον διάκονο Δωρόθεο, ο Άγιος Διονύσιος γράφει ότι «ο θείος γνόφος είναι το απρόσιτο φως, στο οποίο λέγεται ότι κατοικεί ο Θεός». Το φως αυτό μένει αόρατο, γράφει, εξαιτίας της υπερβολικής λαμπρότητάς του. Τα λόγια «απρόσιτο φως» τα πήρε από τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος γράφει για τον Θεό ότι «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον» (Α΄ Τιμ. 6:16).
Στο δεύτερο κεφάλαιο του Περὶ μυστικῆς θεολογίας, ο Άγιος Διονύσιος χρησιμοποιεί την εικόνα του γλύπτη. Όποιος σμιλεύει ένα άγαλμα αφαιρεί από την πέτρα ό,τι σκεπάζει τη μορφή που κρύβεται μέσα της, και μόνο με την αφαίρεση φανερώνει την κρυμμένη ομορφιά. Έτσι και όποιος υμνεί τον Θεό αφήνει, βαθμίδα προς βαθμίδα, ό,τι είναι κατώτερό Του, για να δει Εκείνον που είναι υπεράνω όλων.
Σε έναν από τους ύμνους του Εσπερινού, της βραδινής ακολουθίας, η Εκκλησία εγκωμιάζει τον άγιο γι’ αυτή τη γνώση: «αοράτως είδες, μακάριε, τον αόρατο Θεό και με την αγνωσία γνώρισες τον Άγνωστο».
Στον βωμό της Αθήνας ήταν γραμμένο «Ἀγνώστῳ θεῷ». Στην ακολουθία του Αγίου Διονυσίου η Εκκλησία ονομάζει τον Θεό με την ίδια λέξη: «ο Άγνωστος». Τα συγγράμματα που φέρουν το όνομα του Αθηναίου ο οποίος οδηγήθηκε στην πίστη από τον Παύλο μιλούν για το πώς ο άνθρωπος γνωρίζει Εκείνον που μένει υπεράνω κάθε γνώσεως.
Η λέξη «αγνωσία» έχει στους ύμνους της ημέρας δύο σημασίες. Το κοντάκιο, ένας σύντομος ύμνος της ακολουθίας του αγίου, λέει ότι φώτισε «τοὺς ἐν σκότει ἀγνωσίας πρὶν καθεύδοντας», δηλαδή τους ειδωλολάτρες που δεν γνώριζαν τον Θεό. Ο ύμνος του Εσπερινού τον εγκωμιάζει επειδή ο ίδιος γνώρισε τον Θεό «με την αγνωσία», δηλαδή με τρόπο που ξεπερνά τον νου. Από το πρώτο σκοτάδι ο Διονύσιος βγήκε με την πίστη, όταν άκουσε τον Παύλο. Το δεύτερο σκοτάδι είναι ο γνόφος στον οποίο εισέδυσε ο Μωυσής στο Σινά.
Η οπτασία του Αγίου Κάρπου
Από τα βιβλία του Αγίου Διονυσίου, που το Συναξάρι τα ονομάζει «θαυμαστά και πολύ υψηλά», στην ακολουθία της ημέρας διαβάζεται ένα μόνο περιστατικό. Το διηγείται η Η΄ Επιστολή, προς έναν μοναχό ονόματι Δημόφιλο. Ο μοναχός είχε διώξει έναν αμαρτωλό που ήρθε με μετάνοια και είχε προσβάλει τον ιερέα που τον δέχθηκε, και η επιστολή τον ελέγχει γι’ αυτό. Η οπτασία του Κάρπου του δείχνει πού μπορεί να φθάσει ο ζήλος όταν χωρισθεί από το έλεος του Χριστού.
Ο συγγραφέας της επιστολής διηγείται ότι είχε φιλοξενηθεί στην Κρήτη από τον Άγιο Κάρπο, άνθρωπο τόσο καθαρό στον νου, ώστε δεν τελούσε τη Θεία Λειτουργία προτού του φανερωθεί πρώτα μια θεία οπτασία. Κάποια μέρα ένας άπιστος παραπλάνησε έναν χριστιανό και τον χώρισε από την Εκκλησία. Ο Κάρπος γέμισε θυμό και πίκρα, όπως δεν του είχε ξανασυμβεί. Τα μεσάνυχτα, όταν σηκωνόταν συνήθως για προσευχή, ζήτησε από τον Θεό να κτυπήσει και τους δύο με κεραυνό.
Ξαφνικά είδε το σπίτι να σείεται και να σχίζεται στα δύο, από τη στέγη ως τη μέση. Ο ουρανός ήταν ανοιχτός, και επάνω στεκόταν ο Ιησούς, περιτριγυρισμένος από αμέτρητο πλήθος αγγέλων. Κάτω, η γη είχε ανοίξει και χασμουριόταν μια βαθιά και σκοτεινή άβυσσος, και οι δύο άνθρωποι στέκονταν στο χείλος της, τρέμοντας. Από το βάθος έβγαιναν φίδια, τυλίγονταν γύρω από τα πόδια τους και προσπαθούσαν να τους τραβήξουν μέσα. Ο Κάρπος κοίταζε μόνο κάτω, χωρίς να προσέχει τα άνω, και θύμωνε που οι δύο δεν είχαν πέσει ακόμη.
Όταν σήκωσε πάλι τα μάτια του, είδε τον Ιησού, που τους είχε σπλαχνισθεί. Ο Κύριος σηκώθηκε από τον θρόνο Του τον υπεράνω των ουρανών, κατέβηκε ως αυτούς και τους άπλωσε το χέρι Του, ενώ οι άγγελοι Τον βοηθούσαν να τους κρατήσουν. Έπειτα είπε στον Κάρπο:
«Κτύπα Με λοιπόν, γιατί είμαι έτοιμος να πάθω πολλές φορές για τους ανθρώπους που πλησιάζουν στη σωτηρία, και χαίρομαι γι’ αυτό, αρκεί να μην αμαρτάνουν άλλοι. Σκέψου λοιπόν αν θα σου είναι καλό να ανταλλάξεις τη ζωή με τον Θεό και με τους αγαθούς και φιλάνθρωπους αγγέλους με την κατοικία στην άβυσσο μαζί με τα φίδια.»
Με τα λόγια «είμαι έτοιμος να πάθω πολλές φορές», ο Χριστός δείχνει πόσο αγαπά τους σωζομένους. Η θυσία Του στον Σταυρό προσφέρθηκε μία φορά, όπως γράφει ο Απόστολος: «ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ» (Εβρ. 10:10).
Στα ίδια συγγράμματα που μιλούν για τα αγγελικά τάγματα διασώθηκε και αυτή η εικόνα του Χριστού. Ο Κύριος σηκώνεται από τον θρόνο της δόξης για να φυλάξει από την άβυσσο εκείνους για τους οποίους ο δούλος Του ζητούσε κεραυνό.
Το μαρτύριο
Η διήγηση του Συναξαρίου και των Βίων των Αγίων για το μαρτύριο στο Παρίσι ακολουθεί την παράδοση που θεωρεί τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τον Άγιο Διονύσιο των Παρισίων ένα και το αυτό πρόσωπο. Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί τους διακρίνουν και τοποθετούν το μαρτύριο του Αγίου Διονυσίου των Παρισίων τον 3ο αιώνα.
Ύστερα από πολλά χρόνια ποιμαντικής διακονίας στην Αθήνα, ο Άγιος Διονύσιος επιθύμησε να κηρύξει το Ευαγγέλιο και σε άλλες χώρες και να πάθει για το όνομα του Χριστού, όπως είχε πάθει ο διδάσκαλός του, ο Απόστολος Παύλος. Άφησε στη θέση του άλλον επίσκοπο και πήγε στη Ρώμη, όπου τον δέχθηκε με χαρά ο επίσκοπος της πόλεως, ο Άγιος Κλήμης. Εκείνος τον έστειλε στη Γαλατία, όπου είναι σήμερα η Γαλλία, μαζί με τον πρεσβύτερο Ρουστικό, τον διάκονο Ελευθέριο και άλλους αδελφούς. Εκεί ο Διονύσιος έγινε ο απόστολος εκείνου του τόπου και επέστρεψε στον Θεό πλήθος λαού που λάτρευε τα είδωλα. Στο Παρίσι έκτισε ναό με τις ελεημοσύνες των πιστών.
Όταν ο αυτοκράτορας Δομιτιανός ξεκίνησε τον δεύτερο διωγμό κατά των χριστιανών, ο Διονύσιος ήταν πολύ γέρος και καταπονημένος από το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Δεμένο με σχοινιά, τον έσυραν μαζί με τον Ρουστικό και τον Ελευθέριο μπροστά στον άρχοντα που είχε στείλει ο αυτοκράτορας στη Γαλατία. Ο άρχοντας τον ρώτησε με θυμό αν αυτός ήταν ο κακός γέρος που βλασφημούσε τους θεούς και ανέτρεπε τη λατρεία τους. Ο άγιος απάντησε: «Αν και τώρα γέρασα στο σώμα, όπως με βλέπεις, η πίστη μου ανθίζει σαν τη νεότητα, και η ομολογία μου θα γεννά πάντοτε νέα τέκνα στον Ιησού Χριστό.»
Τους έδειραν ανελέητα. Ο Διονύσιος υπέμενε τα κτυπήματα και ευχαριστούσε τον Χριστό που του χάρισε να σηκώσει πληγές στο σώμα του. Την επομένη τον ξάπλωσαν σε σιδερένιο κρεβάτι, με φωτιά αναμμένη από κάτω. Έπειτα τον έδωσαν στα άγρια θηρία, αλλά ο Θεός έφραξε τα στόματά τους. Τον έριξαν και σε μεγάλη φωτιά, από την οποία βγήκε αβλαβής.
Στη φυλακή, όπου έρχονταν πολλοί πιστοί, τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και τους κοινώνησε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Οι Βίοι των Αγίων λένε ότι, όσο λειτουργούσε, οι πιστοί έβλεπαν ένα μεγάλο φως επάνω του. Οι άξιοι έβλεπαν τον Βασιλέα της δόξης με τις αγγελικές στρατιές, όσο μπορούσαν να Τον χωρέσουν τα σωματικά τους μάτια.
Αφού καταδικάσθηκαν σε θάνατο, οι τρεις οδηγήθηκαν έξω από την πόλη, στο όρος που η διήγηση αυτή ονομάζει «του Άρεως». Το όνομα του Άρεως έφερε και ο βράχος του Αρείου Πάγου στην Αθήνα. Στον δρόμο ο Διονύσιος προσευχόταν: «Θεέ, Θεέ μου, που με έπλασες και με δίδαξες την αιώνια σοφία Σου, που μου φανέρωσες τα μυστήριά Σου και ήσουν μαζί μου όπου κι αν πήγα, Σε ευχαριστώ για όλα όσα έκανες μέσω εμού, για τη δόξα του αγίου ονόματός Σου και επειδή επισκέφθηκες τα κουρασμένα γηρατειά μου […]». Όταν είπε «Αμήν», έσκυψε το κεφάλι κάτω από ένα στομωμένο τσεκούρι, για το πανάγιο όνομα του Ιησού Χριστού. Οι άγιοι Ρουστικός και Ελευθέριος έβαλαν κι αυτοί τα κεφάλια τους κάτω από το ξίφος για τον Χριστό.
Τότε το σώμα του μάρτυρα σηκώθηκε με τη δύναμη του Θεού, πήρε την κεφαλή του στα χέρια και περπάτησε μαζί της αρκετό δρόμο, ενώ όσοι το έβλεπαν κοίταζαν έκπληκτοι. Δεν σταμάτησε ώσπου συνάντησε μια ευσεβή γυναίκα ονόματι Κατούλλα, στα χέρια της οποίας ακούμπησε την κεφαλή «σαν θησαυρό». Πολλοί άπιστοι, βλέποντας το θαύμα, πίστεψαν στον Χριστό.
Το Συναξάρι της ημέρας στο ρουμανικό Μηναίο αρχίζει με δύο στίχους για το θαύμα αυτό: «Σου κόβουν την κεφαλή, και θαύμα μέγα: γιατί, σηκώνοντάς την, τρέχεις, Διονύσιε.»
Τα σώματα των μαρτύρων τα πέταξαν για να τα φάνε τα θηρία και τα πουλιά. Μερικοί πιστοί τα πήραν και τα έκρυψαν ώσπου έφυγαν οι φονιάδες. Έπειτα η μακαρία Κατούλλα τα απέθεσε σε ένα σπίτι, στις 3 Οκτωβρίου. Οι Βίοι των Αγίων τοποθετούν το μαρτύριό του το έτος 96 από τη Γέννηση του Χριστού, στο ενενηκοστό έτος της ζωής του. Στον τάφο του έγιναν πολλά θαύματα, για τη δόξα του Θεού.
«Χαίροις, Πάτερ παγκόσμιε»
Το κοντάκιο του Αγίου Διονυσίου τον υμνεί έτσι:
«Τὰς οὐρανίους διαβὰς πύλας ἐν πνεύματι, μαθητευθεὶς τῷ ὑπὲρ τρεῖς οὐρανοὺς φθάσαντι Ἀποστόλῳ, Διονύσιε, τῶν ἀρρήτων ἐπλουτίσθης πᾶσαν γνῶσιν, καὶ κατηύγασας τοὺς ἐν σκότει ἀγνωσίας πρὶν καθεύδοντας· διὸ κράζομεν· Χαίροις, Πάτερ παγκόσμιε.»
Ο Απόστολος που αναφέρει το κοντάκιο είναι ο Παύλος. Γράφει για τον εαυτό του, σαν για «ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», ότι αρπάχθηκε «ἕως τρίτου οὐρανοῦ», όπου «ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα» (Β΄ Κορ. 12:2–4).
Ο ίδιος έγραφε στους Κορινθίους ότι «Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν», και στους κλητούς ανάμεσά τους κήρυττε «Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν» (Α΄ Κορ. 1:22–24). Ο Διονύσιος αναζητούσε τη σοφία στις σχολές των φιλοσόφων και βρήκε τον Χριστό στο κήρυγμα του Παύλου, πάνω στον βράχο του Άρεως.
Το απολυτίκιο είναι ο σύντομος ύμνος του αγίου που ακούμε στον Εσπερινό, στον Όρθρο και στη Θεία Λειτουργία. Στο απολυτίκιο του Αγίου Διονυσίου ο Παύλος ονομάζεται «Σκεῦος τῆς ἐκλογῆς». Το «νήφων» δείχνει τη νήψη, τον νου που αγρυπνεί και δεν αφήνει τους λογισμούς να τον κλέψουν. Με αυτό το απολυτίκιο τον επικαλούμαστε στην προσευχή:
«Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καὶ νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθὴν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς τὰ ἀπόρρητα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσας, τὸν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Διονύσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»
Σημείωση. Τα χωρία της Αγίας Γραφής παρατίθενται κατά το κείμενο της Μεγάλης Εκκλησίας (Πατριαρχική έκδοση 1904). Το απόσπασμα από το Περὶ μυστικῆς θεολογίας (Α΄, 3) παρατίθεται στο πρωτότυπο, κατά την κριτική έκδοση των Günter Heil και Adolf Martin Ritter (Corpus Dionysiacum II, Berlin–New York, 1991). Το απόσπασμα από την Ε΄ Επιστολή αποδίδεται στη νέα ελληνική. Οι υπόλοιποι ύμνοι, το Συναξάρι, οι Βίοι των Αγίων και τα λόγια του Οσίου Κλεόπα μεταφράζονται από τα ρουμανικά.
Εικόνα: εικονογράφηση βυζαντινού ύφους που δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης για το OrtodoxWay.