Ο βίος του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη (1924-1994)

Ο βίος του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη, από την παιδική ηλικία στα Φάρασα και τον αθωνικό αγώνα ως την Παναγούδα, την κοίμηση του 1994 και την αγιοκατάταξή του.

Στις 12 Ιουλίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, έναν από τους πιο αγαπημένους πνευματικούς πατέρες του 20ού αιώνα. Αυτή την ημέρα, το 1994, ο όσιος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού, στη μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή, κοντά στη Θεσσαλονίκη· και στις 13 Ιανουαρίου 2015 το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον ενέγραψε στον κατάλογο των αγίων, ορίζοντας την εορτή του την ημέρα της κοίμησής του. Όσοι τον γνώριζαν όμως ήξεραν από καιρό δίπλα σε ποιον είχαν σταθεί: από την τρίτη ημέρα μετά την ταφή, στον τάφο του άρχισε να ρέει αδιάκοπα κόσμος. Ο βίος που ακολουθεί συντάχθηκε με βάση το βιβλίο του μαθητή του, του Ιερομονάχου Ισαάκ, με παραπομπές στις σελίδες της ρουμανικής έκδοσης.

Το βρέφος που βαπτίστηκε από έναν άγιο

Ο Άγιος Παΐσιος γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924, ανήμερα της μνήμης της Αγίας Άννης, στα Φάρασα της Καππαδοκίας, χωριό Ελλήνων χριστιανών στην καρδιά της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του, ο Πρόδρομος και η Ευλογία Εζνεπίδη, απέκτησαν δέκα παιδιά. Στη βάπτιση ήθελαν να δώσουν στο βρέφος το όνομα του παππού, Χρήστος. Εκείνος όμως που βάπτιζε ήταν ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο ιερέας και θαυματουργός των Φαράσων, και ο γέροντας είπε στους γονείς: «Αν εσείς θέλετε να αφήσετε σε έναν απόγονο το όνομα του παππού του, εγώ δεν θέλω άραγε να δώσω το όνομά μου σε έναν μελλοντικό μοναχό;» Και, γυρίζοντας προς τη νονά, αποφάσισε: «Αρσένιος να τον ονομάσεις» (σ. 27). Ο άγιος έδινε το όνομά του μαζί με την ευλογία, επειδή είχε δει από πριν τι θα γινόταν το βρέφος.

Την ίδια χρονιά, με την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους και οι Φαρασιώτες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς μαζί με τον ιερέα τους. Στο πλοίο, μέσα στον συνωστισμό, κάποιος πάτησε από απροσεξία το σαραντάμερο βρέφος· οι γονείς το θεώρησαν νεκρό, αλλά ο Θεός φύλαξε τον εκλεκτό Του (σ. 28). Ο όσιος θα έλεγε αργότερα, αστειευόμενος με την ταπεινοφροσύνη που τον συνόδευε σε όλα, ότι αν είχε πεθάνει τότε, νεοβάπτιστος, θα τον είχαν πετάξει στη θάλασσα, κάποιο ψαράκι θα τον είχε ευχαριστήσει και εκείνος θα είχε πάει στον Παράδεισο (σ. 28). Ο Άγιος Αρσένιος προφήτευσε ότι θα ζήσει μόνο σαράντα ημέρες σε ελληνική γη και ότι θα πεθάνει σε ένα νησί — και έτσι έγινε, στην Κέρκυρα. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε τελικά στην Κόνιτσα της Ηπείρου, και το παιδί μεγάλωσε τρεφόμενο με διηγήσεις για τη ζωή και τα θαύματα του νονού του· από μικρό ήθελε να γίνει μοναχός, για να μοιάσει στον Άγιο Αρσένιο.

Η όραση του Χριστού σε ηλικία δεκαπέντε ετών

Από την ηλικία των έντεκα ετών διάβαζε βίους αγίων, νήστευε και αγρυπνούσε· ο μεγαλύτερος αδελφός του του έκρυβε τα βιβλία, κι εκείνος έτρεχε στο δάσος και συνέχιζε να διαβάζει (σ. 38). Τότε ένας φίλος του αδελφού του, ο Κώστας, καυχήθηκε ότι θα τον κάνει να τα εγκαταλείψει όλα και παρουσίασε στο αγόρι τη θεωρία του Δαρβίνου, θέλοντας να υπονομεύσει την πίστη του. Ο νεαρός Αρσένιος δεν κλονίστηκε, ήθελε όμως βεβαίωση: «Θα πάω να προσευχηθώ και, αν ο Χριστός είναι Θεός, θα μου φανερωθεί για να πιστέψω» (σ. 38). Προσευχήθηκε ώρες ολόκληρες, με μετάνοιες, και δεν έλαβε τίποτε. Εξαντλημένος, σταμάτησε· και τότε του ήρθε στον νου αυτό που είχε αναγνωρίσει ο ίδιος ο Κώστας: ότι ο Χριστός υπήρξε, εν πάση περιπτώσει, ένας δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος, μισημένος από φθόνο και καταδικασμένος άδικα από τους ομοεθνείς Του. «Αφού έτσι έχουν τα πράγματα, ακόμη κι αν ήταν άνθρωπος, αξίζει να Τον αγαπώ, να Τον υπακούω και να θυσιάζομαι για Αυτόν» (σ. 39), είπε στον εαυτό του το αγόρι.

Αυτή η καλή σκέψη άνοιξε τον ουρανό. «Μετά από αυτό μου φανερώθηκε ο ίδιος ο Χριστός μέσα σε ανέκφραστο φως. Τον έβλεπα από τη μέση και πάνω. Με κοίταξε με πολλή αγάπη και μου είπε: “Εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται”. Αυτά τα λόγια ήταν γραμμένα και στο Ευαγγέλιο που κρατούσε ανοιχτό στο αριστερό Του χέρι» (σ. 39). Το δεκαπεντάχρονο αγόρι βεβαιώθηκε έτσι — όπως γράφει ο βίος του — όχι από άνθρωπο, ούτε από βιβλία, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο (σ. 39). Πρέπει όμως να προσεχθεί: η οπτασία δεν ήταν μέθοδος απόκτησης της πίστης και δεν αποτελεί προτροπή να ζητάμε σημεία. Ήταν ένα δώρο που δεν ζητήθηκε, και ήρθε αφού το αγόρι είχε ήδη επιλέξει, με μια σκέψη θυσίας, να αγαπά και να ακολουθεί τον Χριστό, χωρίς καμία ορατή βεβαίωση. Η καλή σκέψη άνοιξε τον ουρανό, όχι το αίτημα για θαύματα· και πάνω σε αυτό το θεμέλιο οικοδομήθηκε ολόκληρη η ζωή του.

Η υπόσχεση και τα χρόνια του πολέμου

Όταν πάνω από την Ελλάδα μαζεύονταν τα σύννεφα του πολέμου, ο νέος, που περίμενε την πρόσκλησή του στον στρατό, πήγε στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας κοντά στο χωριό και προσευχήθηκε στην Παναγία: «Δέχομαι να βασανιστώ, να κινδυνεύσω, αρκεί να μη σκοτώσω κανέναν άνθρωπο, για να καταστώ άξιος να γίνω μοναχός» (σ. 47). Και υποσχέθηκε τότε ότι, αν η Παναγία τον φυλάξει στον πόλεμο, θα υπηρετήσει τρία χρόνια στη μονή Της, του Στομίου, που την είχαν κάψει οι Γερμανοί, και θα βοηθήσει να ξαναχτιστεί (σ. 48).

Το 1945 κλήθηκε στα όπλα και τοποθετήθηκε ασυρματιστής, στα δύσκολα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (σ. 49). Ο στρατιώτης Αρσένιος έμεινε στη μνήμη των συντρόφων του για την αυτοθυσία του: όταν έπρεπε να σταλεί κάποιος φρουρός σε επικίνδυνο σημείο, ρωτούσε: «Είσαι οικογενειάρχης;», και αν εκείνος είχε γυναίκα και παιδιά, πήγαινε στον αξιωματικό υπηρεσίας και ζητούσε να πάει ο ίδιος στη θέση του (σ. 55). Κάποτε, σε μια μάχη, άφησε σε δύο άλλους στρατιώτες το καταφύγιο που είχε σκάψει με τα χέρια του και βγήκε κάτω από τα πυρά· ένα βλήμα πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι του, κόβοντας τα μαλλιά του σε πλάτος έξι εκατοστών, χωρίς να του αφήσει ούτε μια γρατζουνιά (σσ. 55–56). Και αργότερα, ως μοναχός, μετρούσε εκείνα τα χρόνια με ένα μόνο μέτρο: «Για τον Χριστό δεν έκανα τίποτε. Αν αυτόν τον αγώνα τον είχα κάνει ως μοναχός, θα είχα γίνει άγιος» (σ. 54).

Ο μοναχός στον Κήπο της Παναγίας

Αφού εκπλήρωσε τη θητεία του και τακτοποίησε τα του σπιτιού, ο Αρσένιος εισήλθε στο Άγιον Όρος τον Μάρτιο του 1953. Διαμορφώθηκε πρώτα στην κοινοβιακή ζωή: στη Μονή Εσφιγμένου έκανε την υπακοή του ξυλουργού και τους αυστηρούς κανόνες του δόκιμου και εκάρη ρασοφόρος με το όνομα Αβέρκιος· ο ηγούμενος του είχε προτείνει εξαρχής το μεγάλο σχήμα, αλλά ο νέος θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο. Στη Μονή Φιλοθέου έλαβε, το 1956, το μικρό σχήμα και το όνομα Παΐσιος, προς τιμήν του Μητροπολίτη Καισαρείας Παϊσίου Β΄, επίσης Φαρασιώτη. Το 1958 εκπλήρωσε την υπόσχεση της νιότης του: επέστρεψε στο Στόμιο, κοντά στην Κόνιτσα, και ανήγειρε τη μονή από τα ερείπια. Εκεί, μια νύχτα, το σιδερένιο σήμαντρο χτύπησε μόνο του, και οι δύο ευσεβείς γυναίκες που βοηθούσαν στις εργασίες της μονής είδαν να μπαίνει στην εκκλησία μια γυναίκα της οποίας το ένδυμα το διέκριναν μόνο από τη μία πλευρά: ήταν η Παναγία, που επισκεπτόταν το σπίτι Της. Ο όσιος τις κάλεσε τα μεσάνυχτα να ψάλουν μαζί την Παράκληση και τις διέταξε να μην πουν σε κανέναν τι είδαν (σσ. 130–131). Αγωνίστηκε έπειτα σχεδόν δύο χρόνια στην έρημο του Σινά, από όπου επέστρεψε στον Κήπο της Παναγίας.

Το 1966 μια παλιά πάθηση των πνευμόνων τον έφερε στο χειρουργικό τραπέζι: του αφαιρέθηκε μέρος των πνευμόνων, και τις συνέπειες τις κουβάλησε σε όλη του τη ζωή. Αλλά και από εδώ ο Θεός έβγαλε καρπό. Οι ευλαβείς νέες που τον περιποιήθηκαν στο νοσοκομείο και του έδωσαν αίμα για την εγχείρηση έλαβαν από εκείνον, σε αντάλλαγμα, την καθοδήγηση προς τη μοναχική ζωή — ο βίος του λέει ότι πήρε αίμα από αδελφές και τους έδωσε σε αντάλλαγμα πνεύμα — και έτσι ιδρύθηκε η αδελφότητα του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή, την οποία ο όσιος καθοδήγησε ως το τέλος και όπου άφησε το πολυβασανισμένο σώμα του (σσ. 177–178).

Αναζητώντας περισσότερη ησυχία, αναχώρησε με ευλογία για την έρημο των Κατουνακίων (1967), και τον επόμενο χρόνο κλήθηκε να βοηθήσει στην ανανέωση της Μονής Σταυρονικήτα. Εκεί είχε κοντά του τον γέροντα πνευματικό του, τον παπα-Τύχωνα, τον Ρώσο ερημίτη του Κελιού του Τιμίου Σταυρού στα Καψάλα, από τον οποίο έλαβε το μεγάλο σχήμα. Τις τελευταίες δέκα ημέρες του γέροντα, ο Παΐσιος δεν ξεκόλλησε από κοντά του· ο παπα-Τύχων τον αποκαλούσε «γλυκό Παΐσιο» και του άφησε, μαζί με την ευλογία, μια υπόσχεση: «Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε μια πολύτιμη αγάπη στους αιώνες των αιώνων» (σ. 190). Μετά την κοίμηση του γέροντα, στις 10 Σεπτεμβρίου 1968, ο όσιος εγκαταστάθηκε, στις 2 Μαρτίου 1969, στο κελί του, θεωρώντας μεγάλη ευλογία να ασκείται εκεί όπου είχε ασκηθεί ο γέροντάς του (σσ. 190–191)· και από το 1979 ως λίγο πριν από το τέλος της ζωής του έζησε στο κελί της Παναγούδας της Μονής Κουτλουμουσίου.

Το κρυμμένο μυστικό της αγιότητάς του

Τα θαύματα και οι οράσεις δεν είναι όμως το κέντρο αυτής της ζωής· ήταν καρποί, όχι συντομεύσεις. Το θεμέλιο έμεινε το αόρατο: η μετάνοια, η υπακοή, η άρνηση του εαυτού και η αρετή που ο όσιος ονόμαζε μεγαλοψυχία — «η ευωδιαστή ουσία της καλοσύνης, η καθαρή αγάπη του ταπεινού ανθρώπου», του οποίου η καρδιά είναι γεμάτη ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και προς τους συνανθρώπους (σ. 434). Όλα όσα γίνονται πέρα από το καθήκον, χωρίς να ζητηθούν, από ανιδιοτελή αγάπη — αυτό είναι η μεγαλοψυχία· και ο βίος του μαρτυρεί ότι όλες οι πράξεις του οσίου έφεραν τη σφραγίδα της, από την αυτοθυσία στον πόλεμο ως τους αγώνες που ξεπερνούσαν τις δυνάμεις του (σ. 434). Ο ίδιος το έλεγε ωμά: «Η καρδιά δεν καθαρίζεται με απορρυπαντικό, αλλά με μεγαλοψυχία» (σ. 435).

Η δεύτερη κρυφή εργασία ήταν η φύλαξη των λογισμών. Μέσα του — έλεγε — είχε φτιάξει «ένα εργοστάσιο που έβγαζε καλούς λογισμούς» (σ. 465): ο νους του, με αδιάκοπη νήψη, μετέτρεπε τους λογισμούς που πήγαζαν από τα πάθη σε καλούς λογισμούς. Και δίδασκε τα στάδια αυτής της εργασίας: πρώτα ο άνθρωπος αγωνίζεται να μην κρίνει· έπειτα φέρνει τον καλό λογισμό απέναντι σε εκείνον της κρίσης· και στο τέλος, καθαριζόμενος, τα βλέπει όλα καλά, επειδή μέσα του έχουν εισέλθει η ταπείνωση και η αγάπη (σ. 465). Ο καλός λογισμός δεν ήταν, σε εκείνον, ένας γλυκός λόγος: ήταν ο ίδιος ο λογισμός που, στα δεκαπέντε του, του είχε ανοίξει τον ουρανό. Και από την καθαρισμένη καρδιά γεννήθηκε ο πόνος για τον κόσμο: δεν έβλεπε τα βάσανα των ανθρώπων απέξω, αλλά τα έπαιρνε μέσα στην προσευχή του, εκπληρώνοντας τον λόγο του Αποστόλου: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6, 2).

Ο πατέρας των πλήθων

Στην Παναγούδα έγινε ένα από τα ορατά θαύματα της Ορθοδοξίας του περασμένου αιώνα: ένας άρρωστος ερημίτης, αποτραβηγμένος σε ένα φτωχό κελί, έγινε πατέρας χιλιάδων ανθρώπων. Το μονοπάτι προς το κελί του δεν άδειαζε από το χάραμα ως τη νύχτα. Την ημέρα την χάριζε στους ανθρώπους: δεχόταν τον καθένα, άκουγε, παρηγορούσε, έλυνε απορίες, επέπληττε όπου χρειαζόταν — και η επίπληξή του, γράφει ο βίος, ήταν πάλι έργο αγάπης, όπως η επίπληξη μιας μητέρας από την οποία το παιδί δεν το βάζει στα πόδια (σ. 499). Τη νύχτα την χάριζε στον Θεό, φέροντας στην προσευχή τους πόνους όλων όσων είχαν περάσει το κατώφλι του μέσα στην ημέρα. Έδινε ό,τι είχε, ακόμη και τα πολυτιμότερά του: τον σταυρό που φορούσε στον λαιμό με το τεμάχιο από το Τίμιο Ξύλο, το κουτάκι με το δόντι του Αγίου Αρσενίου με το οποίο σταύρωνε τους αρρώστους, τα τεμάχια των αγίων λειψάνων (σσ. 498–499). Οι άνθρωποι έφευγαν ανακουφισμένοι· εκείνος έμενε με τα βάρη τους.

Επισκέψεις αγίων

Για το μέτρο της κρυφής ζωής του, ο Θεός άφησε να φανούν κάποια σημεία. Το πιο γνωστό έγινε στο Κελί του Τιμίου Σταυρού, στις 27 Φεβρουαρίου 1974, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο που τηρείται στο Άγιον Όρος, ένα πρωινό Τρίτης. Ο όσιος διάβαζε τις Ώρες όταν άκουσε χτύπους στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών…». Ταράχτηκε: πώς είχε μπει γυναίκα στο Άγιον Όρος; Ρώτησε ποια είναι και έλαβε την απάντηση: «Ευφημία». Στο τρίτο χτύπημα, η πόρτα, αμπαρωμένη από μέσα, άνοιξε μόνη της· μπροστά του στεκόταν μια γυναίκα με σκεπασμένο το κεφάλι, συνοδευόμενη από κάποιον που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά και που έγινε αμέσως αόρατος (σσ. 210–211).

«Η Μάρτυς Ευφημία», ονόμασε τον εαυτό της. Ο όσιος την κάλεσε να προσκυνήσουν μαζί την Αγία Τριάδα, και η αγία πρόφερε μαζί του την προσκύνηση· έπειτα του έλυσε μια απορία που τον βασάνιζε σχετικά με ένα εκκλησιαστικό ζήτημα και του διηγήθηκε τη ζωή και το μαρτύριό της. «Όχι μόνο την άκουγα, αλλά σαν να την έβλεπα, την ζούσα. Φοβήθηκα», μαρτυρούσε αργότερα ο ίδιος (σ. 212). Ρώτησε τότε την αγία πώς μπόρεσε να υπομείνει τέτοια βασανιστήρια — και έλαβε μια απάντηση που η Εκκλησία φυλάσσει σαν θησαυρό: «Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι άγιοι στον ουρανό, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να υπομείνω ακόμη μεγαλύτερα βασανιστήρια» (σ. 212).

Ο όσιος έλεγε, με ταπείνωση, ότι η αγία δεν του εμφανίστηκε για την αξία του, αλλά επειδή τον βασάνιζε τότε ένα ζήτημα που αφορούσε την κατάσταση της Εκκλησίας (σσ. 212–213). Σε μια επιστολή θα μαρτυρούσε: «Σε όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω το μεγάλο μου χρέος προς την Αγία Ευφημία, η οποία, αν και μου ήταν άγνωστη και χωρίς να έχει καμία υποχρέωση απέναντί μου, μου έκανε αυτή τη μεγάλη τιμή…» (σ. 212). Και σε ένα εξαποστειλάριο που συνέθεσε προς τιμήν της προσευχόταν: «Πανένδοξη Ευφημία, μεγαλομάρτυς του Χριστού, σε αγαπώ πάρα πολύ μετά την Παναγία» (σ. 213). Αυτή την αγάπη την έφτασε ως τη θυσία: τα τεμάχια από τα λείψανα της αγίας, που ο Θεός διέταξε να λάβει με θαυμαστό τρόπο, και όχι μία φορά, τα χάρισε σε άλλους, στερούμενος αυτό που είχε πολυτιμότερο (σσ. 498–499).

Για το θαύμα αυτής της αγίας στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο γράψαμε την παραμονή της εορτής της: η μάρτυς που κράτησε στο χέρι, στη Χαλκηδόνα, τον ορισμό της ορθής πίστεως είναι η ίδια που χτύπησε, στον αιώνα μας, την πόρτα του μοναχού των Καψάλων.

Το τελευταίο μαρτύριο

Το σώμα του οσίου, εξαντλημένο από την άσκηση, έφερε από καιρό τις συνέπειες της επέμβασης στους πνεύμονες και αδιάκοπους πόνους. Το φθινόπωρο του 1993, πηγαίνοντας στην αγρυπνία του Αγίου Αρσενίου στη μονή της Σουρωτής, η αρρώστια τον σταμάτησε εκεί: καρκίνος. Χειρουργήθηκε τον Φεβρουάριο του 1994 και θα ήθελε να επιστρέψει να πεθάνει στο Άγιον Όρος, αλλά η επιδείνωση της νόσου — και, όπως γράφει ο βίος του, μια θεία οικονομία — τον κράτησε στον τόπο: θα έμενε και θα ενταφιαζόταν στη Σουρωτή, δίπλα στον ναό του Αγίου Αρσενίου, του νονού που του είχε δώσει το όνομα, ώστε ο κόσμος, που είχε τόση ανάγκη από αυτόν εν ζωή, να μπορεί να τον βρίσκει και μετά την κοίμηση (σ. 332).

Οι τελευταίοι πόνοι είχαν αυξηθεί, γράφει ο βίος του, ως το μέτρο των μαρτυρικών βασάνων. Όταν του προτάθηκε να έρθει ο ιερέας να τον κοινωνήσει στο κελί, αρνήθηκε: «Εγώ πρέπει να πάω στον Χριστό, όχι ο Χριστός σε μένα» (σ. 333) — αυστηρότητα που την απαιτούσε μόνο από τον εαυτό του, όσο τον κρατούσαν ακόμη τα πόδια του. Κοινωνούσε συχνά, πηγαίνοντας μόνος στην εκκλησία, αν και μόλις που στεκόταν όρθιος. Και για την αρρώστια έλεγε: «Όσο με ωφέλησαν οι αρρώστιες, δεν με ωφέλησαν οι αγώνες που έκανα ως μοναχός» (σ. 333).

Η κοίμηση ανάμεσα σε δύο εορτές

Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου 1994, στην εορτή του θαύματος της Αγίας Ευφημίας, κοινώνησε για τελευταία φορά, γονατισμένος στο κρεβάτι, επειδή δεν μπορούσε πια να πάει στην εκκλησία (σ. 333). Στους πόνους της τελευταίας νύχτας καλούσε την Παναγία: «Μανούλα μου γλυκιά!» (σ. 333). Μετά από δύο ώρες κατά τις οποίες έχασε τις αισθήσεις του, συνήλθε και πρόφερε με σβησμένη φωνή τα τελευταία του λόγια: «Μαρτύριο, αληθινό μαρτύριο…» Έπειτα κοιμήθηκε εν ειρήνη. Ήταν Τρίτη, 12 Ιουλίου 1994, ώρα 11· κατά το παλαιό ημερολόγιο του Αγίου Όρους, 29 Ιουνίου — ημέρα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (σ. 334).

Τον έθαψαν κρυφά, χωρίς να το ξέρει κανείς, πίσω από τον ναό του Αγίου Αρσενίου, όπως το είχε επιθυμήσει (σ. 334). Και όταν, ύστερα από τρεις ημέρες, η κοίμησή του έγινε γνωστή, προς τον τάφο άρχισε να ρέει χείμαρρος κόσμου από παντού. Άλλοι τον επικαλούνταν στην προσευχή ως άγιο· άλλοι έπαιρναν με ευλάβεια χώμα από τον τάφο· και οι προσκυνητές που έφταναν στην Παναγούδα έπαιρναν ό,τι είχε απομείνει από αυτόν — ένα κύπελλο, ένα σχοινί, ένα κούτσουρο όπου καθόταν — ως ευλογία (σ. 334).

Ο άγιος που ο λαός γνώριζε από πριν

Επί είκοσι χρόνια ο τάφος της Σουρωτής ήταν τόπος αδιάκοπου προσκυνήματος, και τα θαύματα του οσίου πολλαπλασιάστηκαν μετά την κοίμηση περισσότερο από ό,τι εν ζωή. Το ίδιο το βιβλίο του βίου του κλείνει με ένα κεφάλαιο που ο τίτλος του τα λέει όλα: «Δεν μας εγκατέλειψε…» — μαρτυρία των μαθητών ότι η βοήθειά του δεν σταμάτησε, αλλά αυξήθηκε (σ. 336). Πολλοί από όσους τον είχαν γνωρίσει ήταν από καιρό πεπεισμένοι για την αγιότητα της ζωής του, και η ευλάβεια προς αυτόν διαδόθηκε γρήγορα σε όλη την ορθόδοξη γη.

Όταν η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον αγιοκατέταξε, στις 13 Ιανουαρίου 2015, η απόφαση δεν παρήγαγε την αγιότητα του οσίου: την αναγνώρισε και έδωσε σε ολόκληρη την Εκκλησία το θεμέλιο της λειτουργικής τιμής του. Ο βίος που είδαν οι μάρτυρες, οι καρποί του, τα θαύματα και η τιμή που γεννήθηκε αυθόρμητα στον λαό προετοίμασαν αυτή την αναγνώριση· και η συνοδική διάκριση την εξέτασε και την τοποθέτησε στην τάξη της Εκκλησίας — γιατί την αγιότητα την φανερώνει ο Θεός, και η Εκκλησία την ομολογεί με κρίση, χωρίς να επικυρώνει κάθε κύμα ευλάβειας. Στον Όσιο Παΐσιο και τα δύο ολοκληρώθηκαν μπροστά στα μάτια μας, βήμα βήμα· και οι τοπικές Εκκλησίες τον ενέγραψαν διαδοχικά στα ημερολόγιά τους.

Πρέπει να λεχθεί και μια προειδοποίηση. Ακριβώς η αγάπη των πλήθων έκανε ώστε, μετά την κοίμησή του, να αποδίδονται στον όσιο αναρίθμητες «προφητείες» για πολέμους, σύνορα και το τέλος του κόσμου, που δεν βρίσκονται όλες σε αξιόπιστες πηγές. Ο Άγιος Παΐσιος δεν ήταν μάντης που ικανοποιούσε περιέργειες: ακόμη και όταν μιλούσε για τους κινδύνους των καιρών, καλούσε σε μετάνοια, σε νήψη και σε εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, όχι σε φόβο. Τα λόγια που του αποδίδονται εξετάζονται μέσα στα γραπτά του, στους τόμους που συνέταξε η αδελφότητα της Σουρωτής και στις μαρτυρίες των στενών μαθητών του· ο αληθινός λόγος του δεν αφήνει την ψυχή στον πανικό, αλλά την οδηγεί στον Χριστό.

Και όποιος κοιτάζει τις εορτές αυτών των δύο ημερών του καλοκαιριού βλέπει πώς κλείνει ένας κύκλος: στις 11 Ιουλίου, η μάρτυς της Χαλκηδόνας που κράτησε στο χέρι τον ορισμό της ορθής πίστεως· στις 12 Ιουλίου, ο μοναχός των Καψάλων που εκείνη επισκέφθηκε και που της κράτησε την αγάπη του ως τον θάνατο. Οι άγιοι γνωρίζονται μεταξύ τους και καλούν ο ένας τον άλλον· σε εμάς απομένει να τους τιμούμε και να μιμούμαστε την πίστη τους. Όσιε Πάτερ Παΐσιε, πρέσβευε στον Θεό υπέρ ημών!


Πηγή: Ιερομόναχος Ισαάκ, «Ο βίος του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη», μετάφραση του Ιεροσχιμονάχου Στεφάνου Νουτσέσκου, Εκδόσεις Ευαγγελισμός (Evanghelismos), Βουκουρέστι, 2005 (οι σελίδες που αναφέρονται στο κείμενο).

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.