
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έζησε τον 14ο αιώνα, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Υπήρξε μοναχός στο Άγιον Όρος και έπειτα Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, της δεύτερης πόλης της αυτοκρατορίας. Η Εκκλησία τον εορτάζει δύο φορές τον χρόνο: στις 14 Νοεμβρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, και τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, αμέσως μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Τον τιμά ως διδάσκαλο της προσευχής και ως ομολογητή του θείου φωτός.
Τον βίο του τον έγραψε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος Κόκκινος, ο οποίος τον είχε γνωρίσει προσωπικά και ο οποίος το 1368 τον κατέταξε στη χορεία των αγίων. Τα περισσότερα από τα γεγονότα που διηγούμαστε εδώ προέρχονται από αυτόν τον βίο.
Σε αυτό το άρθρο
Τα παιδικά χρόνια στην αυλή του αυτοκράτορα
Ο Γρηγόριος γεννήθηκε γύρω στο 1296 στην Κωνσταντινούπολη. Οι γονείς του ήταν από αρχοντική γενιά και είχαν έρθει στην πρωτεύουσα από τη Μικρά Ασία. Ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος, ήταν σύμβουλος του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄, ο οποίος του είχε αναθέσει και την ανατροφή του εγγονού του, του μετέπειτα αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄. Ο Φιλόθεος διηγείται ότι αυτός ο αξιωματούχος προσευχόταν τόσο βαθιά ακόμη και κατά τις συνεδριάσεις του αυτοκρατορικού συμβουλίου, ώστε μερικές φορές δεν άκουγε τι τον ρωτούσε ο αυτοκράτορας.
Ο Γρηγόριος ήταν το πρώτο από τα παιδιά. Όταν ήταν επτά ετών, ο πατέρας του πέθανε, αφού έλαβε στην κλίνη του θανάτου το μοναχικό σχήμα με το όνομα Κωνστάντιος. Πριν πεθάνει, εμπιστεύθηκε τα παιδιά του στη Θεοτόκο. Ο αυτοκράτορας πήρε τότε το παιδί υπό την προστασία του.
Ο Γρηγόριος σπούδασε γραμματική, ρητορική, φυσικές επιστήμες και λογική, όπως συνηθιζόταν στις σχολές της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Φιλόθεος διηγείται ότι πριν από κάθε μάθημα το παιδί έκανε τρεις μετάνοιες με προσευχή μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου και έπειτα μάθαινε με ευκολία. Γύρω στα δεκαεπτά του χρόνια μίλησε για τη λογική του Αριστοτέλη ενώπιον του αυτοκράτορα και της αυλής. Ο Μέγας Λογοθέτης, ένας από τους ανώτατους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας, είπε τότε ότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης, αν άκουγε αυτόν τον νέο, θα τον επαινούσε πολύ. Ο αυτοκράτορας ήθελε να τον κρατήσει στην αυλή σε κάποιο αξίωμα. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε, επειδή η καρδιά του έκλινε προς τη μοναχική ζωή. Ήδη από τα χρόνια που ζούσε στον κόσμο, ο Θεόληπτος, Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, τον δίδαξε τα μυστήρια της νήψεως, δηλαδή της προσοχής στους λογισμούς, και της νοεράς προσευχής.
Όλη η οικογένεια αφιερώνεται στον Θεό
Γύρω στα είκοσί του χρόνια, περίπου το 1316, ο Γρηγόριος αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος και παρότρυνε και τους δικούς του να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Η μητέρα του, η Καλή, εισήλθε σε μονή της Κωνσταντινουπόλεως, όπου έλαβε ως μοναχή το όνομα Καλλονή. Οι δύο αδελφές του, η Επίχαρις και η Θεοδότη, εισήλθαν και αυτές σε μονές της πρωτεύουσας, μαζί με μέρος των υπηρετών του σπιτιού. Οι αδελφοί του, ο Μακάριος και ο Θεοδόσιος, ξεκίνησαν μαζί του για το Άγιον Όρος.
Ξεκίνησαν το φθινόπωρο και ξεχείμασαν σε ένα όρος που ονομαζόταν Παπίκιον. Κατά τη μαρτυρία του Φιλοθέου, ο Γρηγόριος αντιμετώπισε εκεί μια ομάδα αιρετικών και επανέφερε στην ορθή πίστη τον αρχηγό τους και μέρος των οπαδών του.
Μαθητής του Γέροντα Νικοδήμου
Την άνοιξη έφθασαν στο Άγιον Όρος. Ο Γρηγόριος εγκαταστάθηκε κοντά στη μονή του Βατοπαιδίου, υπό την υπακοή ενός γέροντα που ονομαζόταν Νικόδημος. Ο Νικόδημος ήταν ησυχαστής. Έτσι ονομάζονταν οι μοναχοί που αναζητούσαν την ησυχία της καρδιάς και προσεύχονταν αδιάλειπτα με τη νοερά προσευχή, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Υπό την καθοδήγηση του Νικοδήμου, ο Γρηγόριος έζησε με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή, και ο γέροντας τον έκειρε μοναχό.
Εκείνα τα χρόνια ο Γρηγόριος προσευχόταν αδιάλειπτα με τα ίδια λόγια: «Φώτισόν μου τὸ σκότος!» Ο Φιλόθεος διηγείται ότι, ύστερα από σχεδόν δύο χρόνια σε αυτή την προσευχή, του εμφανίσθηκε ο Άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο Απόστολος του είπε ότι ήρθε σε αυτόν ως απεσταλμένος της Θεοτόκου, της Δέσποινας όλων των αγίων, και του υποσχέθηκε τη βοήθειά της και τη δική του. Ο Γρηγόριος ρώτησε αν η βοήθεια αυτή θα του δοθεί σε αυτή τη ζωή ή στη μέλλουσα. Ο Απόστολος απάντησε: «Και σε αυτή και στη μέλλουσα».
Μετά τον θάνατο του Νικοδήμου, γύρω στο 1319, ο Γρηγόριος εισήλθε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας, της μονής που ίδρυσε ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Εκεί υπηρέτησε τρία χρόνια ως ψάλτης. Έπειτα αποσύρθηκε για δύο χρόνια στη Γλωσσία, μια σκήτη, δηλαδή έναν μικρό οικισμό μοναχών που ζουν σε γειτονικά κελλιά. Εκεί έζησε υπό την καθοδήγηση ενός άλλου ησυχαστή γέροντα, που ονομαζόταν επίσης Γρηγόριος και είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη.
Η Θεσσαλονίκη και η έρημος κοντά στη Βέροια
Γύρω στο 1325, οι τουρκικές επιδρομές ανάγκασαν πολλούς μοναχούς να εγκαταλείψουν το Άγιον Όρος. Ο Γρηγόριος έφυγε μαζί με έντεκα αδελφούς, με σκοπό να φθάσουν στα Ιεροσόλυμα, και πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη. Ο βίος του διηγείται ότι εκεί του εμφανίσθηκε ένας άνδρας με όψη μεγάλου άρχοντα, τον αγκάλιασε και του είπε ότι τον κρατά κοντά του. Οι αδελφοί κατάλαβαν ότι ήταν ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος, ο πολιούχος της πόλεως. Παραιτήθηκαν από το ταξίδι στα Ιεροσόλυμα και έμειναν στη Θεσσαλονίκη.
Με την επιμονή των αδελφών, ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε ιερέας γύρω στο 1326. Προηγουμένως προσευχήθηκε στον Θεό να τον οδηγήσει, έπειτα άνοιξε το βιβλίο των Αποστολικών Επιστολών και βρήκε την αρχή της Προς Γαλάτας Επιστολής, όπου ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι κλήθηκε στο αποστολικό αξίωμα από τον Χριστό και όχι από ανθρώπους. Δέχθηκε αυτόν τον λόγο ως βεβαίωση ότι έπρεπε να αναλάβει τη διακονία.
Έπειτα αποσύρθηκε με δέκα μαθητές σε ένα όρος κοντά στη Βέροια, πόλη της Μακεδονίας, και έζησε εκεί πέντε χρόνια. Πέντε ημέρες την εβδομάδα έμενε στο κελλί του, με σιωπή και προσευχή, χωρίς να δέχεται κανέναν. Το Σάββατο και την Κυριακή έβγαινε για τη Θεία Λειτουργία και συνομιλούσε με τους αδελφούς για τα πνευματικά.
Εκείνα τα χρόνια πέθανε η μητέρα του στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γρηγόριος πήγε στην πρωτεύουσα μαζί με τους αδελφούς του και έφερε τις αδελφές τους σε γυναικεία μονή της Βέροιας. Ο Φιλόθεος γράφει ότι η μεγαλύτερη αδελφή, η Επίχαρις, γνώρισε την ημέρα του θανάτου της εννέα ημέρες νωρίτερα. Προείπε επίσης τον επικείμενο θάνατο του αδελφού τους Θεοδοσίου, καθώς και την επιστροφή του Γρηγορίου και του Μακαρίου στο Άγιον Όρος, όπου τους περίμεναν βαριές δοκιμασίες.
Κοντά στη Βέροια ζούσε επίσης ένας γέροντας που ονομαζόταν Ιώβ, ο οποίος αμφέβαλλε για τη διδασκαλία του Γρηγορίου. Ο Γρηγόριος δίδασκε ότι η προτροπή του Αποστόλου Παύλου να προσευχόμαστε αδιάλειπτα αφορά όλους τους χριστιανούς και όχι μόνο τους μοναχούς. Ενώ ο Ιώβ προσευχόταν, του εμφανίσθηκε άγγελος και επιβεβαίωσε τον λόγο του Γρηγορίου.
Και πάλι στο Άγιον Όρος
Το 1331 οι επιδρομές που ερήμωναν την περιοχή της Βέροιας επανέφεραν τον Γρηγόριο στο Άγιον Όρος. Εγκαταστάθηκε στο κελλί του Αγίου Σάββα, στην έρημο κοντά στη Μεγίστη Λαύρα, και διατήρησε τον ίδιο κανόνα προσευχής. Εκείνα τα χρόνια έγραψε τον Βίο του Οσίου Πέτρου του Αθωνίτου, ενός από τους πρώτους ερημίτες του Αγίου Όρους.
Γύρω στο 1335 ο Γρηγόριος υπήρξε για λίγο ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου. Προσπάθησε να στερεώσει την κοινοβιακή ζωή και έπειτα επέστρεψε στο κελλί του Αγίου Σάββα.
Ο υπερασπιστής των ησυχαστών
Εκείνα τα χρόνια ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας λόγιος μοναχός από την Καλαβρία, ονόματι Βαρλαάμ. Γύρω στο 1337 άρχισε να χλευάζει τους ησυχαστές και την προσευχή τους. Ο Βαρλαάμ δίδασκε ότι το φως που είδαν οι Απόστολοι στο όρος Θαβώρ, κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου, ήταν κτιστό φως, που φανερώθηκε και έπειτα χάθηκε. Ο Γρηγόριος προσπάθησε πρώτα να τον συμφιλιώσει με τους μοναχούς. Όταν είδε ότι αυτό ήταν αδύνατο, του απάντησε γραπτώς.
Μεταξύ 1338 και 1340 συνέταξε τις τρεις Τριάδες «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων». Σε αυτές έδειξε, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, ότι το φως του Θαβώρ είναι η αιώνια δόξα του Θεού. Ο Θεός μένει απρόσιτος κατά την ουσία Του, αλλά δίνει αληθινά τον εαυτό Του στον άνθρωπο μέσω των ακτίστων ενεργειών Του. Μέσω αυτών ο άνθρωπος μετέχει στη ζωή του Θεού και θεώνεται κατά χάρη, παραμένοντας κτίσμα. Ο Γρηγόριος μιλούσε από την εμπειρία της προσευχής, την οποία είχε ζήσει επί χρόνια στο Άγιον Όρος, και την έθετε πάντοτε δίπλα στον λόγο των Πατέρων.
Το 1340 οι πιο γνωστοί γέροντες του Αγίου Όρους υπέγραψαν μια ομολογία που συνέταξε ο Γρηγόριος, τον λεγόμενο Αγιορειτικό Τόμο, με τον οποίο διακήρυξαν ότι η διδασκαλία του είναι η πίστη τους. Στις 10 Ιουνίου 1341, σύνοδος που συνήλθε στον ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τη διδασκαλία του Βαρλαάμ, και εκείνος εγκατέλειψε οριστικά την Κωνσταντινούπολη.
Η φυλακή
Λίγες ημέρες μετά τη σύνοδο ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ πέθανε, και ο θάνατός του άνοιξε έναν εμφύλιο πόλεμο που διήρκεσε έως το 1347. Ο Πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, ένας από εκείνους που κυβερνούσαν την αυτοκρατορία στο όνομα του ανήλικου διαδόχου, στράφηκε εναντίον του Γρηγορίου. Το 1342 σύνοδοι που συγκάλεσε ο πατριάρχης καταδίκασαν τα συγγράμματά του, και ο Γρηγόριος συνελήφθη. Από την άνοιξη του 1343 έως τον Φεβρουάριο του 1347 ήταν έγκλειστος στη φυλακή του αυτοκρατορικού παλατιού. Στις 4 Νοεμβρίου 1344 σύνοδος που συγκάλεσε ο πατριάρχης τον αφόρισε, δηλαδή τον κήρυξε αποκομμένο από την κοινωνία της Εκκλησίας.
Εκείνα τα χρόνια ο Γρηγόριος και οι ομόφρονές του έπαψαν να μνημονεύουν τον πατριάρχη στη Θεία Λειτουργία. Για αυτή τη διακοπή της κοινωνίας γράψαμε εκτενώς στο άρθρο «Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η διακοπή του μνημοσύνου». Στα χρόνια της φυλακής ο Γρηγόριος συνέχισε να γράφει και να στηρίζει με επιστολές τους φίλους και τους μαθητές του.
Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Τον Φεβρουάριο του 1347 σύνοδος καθαίρεσε τον Πατριάρχη Ιωάννη, και ο Ιωάννης Καντακουζηνός εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και τερμάτισε τον πόλεμο. Ο Γρηγόριος βγήκε από τη φυλακή. Την άνοιξη του ίδιου έτους ο νέος πατριάρχης, ο Ισίδωρος, μαθητής του, τον ανέδειξε Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης.
Η Θεσσαλονίκη βρισκόταν τότε στα χέρια των Ζηλωτών, ενός επαναστατικού κινήματος που κατείχε την πόλη από το 1342 και δεν αναγνώριζε τον νέο αυτοκράτορα. Αρνήθηκαν να δεχθούν τον αρχιεπίσκοπο. Ο Γρηγόριος περίμενε αρκετά χρόνια, πρώτα στο Άγιον Όρος και έπειτα στο νησί της Λήμνου. Σε αυτό το διάστημα έγραψε τα «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα». Μόλις το 1350 μπόρεσε να εισέλθει στην πόλη.
Τον Μάιο του 1351 μεγάλη σύνοδος στο παλάτι των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη ομολόγησε τη διδασκαλία του ως πίστη της Εκκλησίας και καταδίκασε τον Βαρλαάμ και τον Γρηγόριο Ακίνδυνο, τον άλλο μεγάλο αντίπαλό του. Οι αποφάσεις της συνόδου αυτής εντάχθηκαν στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, το κείμενο που ορίζεται για την Κυριακή της Ορθοδοξίας, με το οποίο η Εκκλησία ομολογεί την ορθή πίστη και καταδικάζει τις αιρέσεις. Από το φθινόπωρο του ίδιου έτους ο Γρηγόριος παρέμεινε σταθερά στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο ποίμνιό του. Πολλοί στην πόλη είχαν ταχθεί με τους αντιπάλους του, και εκείνος τους ποίμανε και τους δίδαξε με το κήρυγμά του. Πολλές από τις ομιλίες του σώζονται έως σήμερα.
Αιχμάλωτος των Τούρκων
Τον Μάρτιο του 1354 ο Γρηγόριος ταξίδευε με πλοίο προς την Κωνσταντινούπολη, όταν το πλοίο του κυριεύθηκε από τους Τούρκους του εμίρη Ορχάν. Οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος σε διάφορες πόλεις της Μικράς Ασίας, ανάμεσα στις οποίες η Λάμψακος, η Προύσα και η Νίκαια. Και στην αιχμαλωσία παρέμεινε ποιμένας. Στη Λάμψακο μίλησε στους χριστιανούς της πόλεως. Κοντά στην Προύσα συνομίλησε για τον Χριστό με τον Ισμαήλ, εγγονό του εμίρη. Είχε και άλλες συζητήσεις για την πίστη, και έγραψε στην Εκκλησία του στη Θεσσαλονίκη μια επιστολή στην οποία διηγούνταν όσα είχε περάσει.
Την άνοιξη του 1355 εξαγοράσθηκε από τους Σέρβους και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί είχε ακόμη μία αντιπαράθεση, ενώπιον του αυτοκράτορα, με τον λόγιο Νικηφόρο Γρηγορά, τον αντίπαλό του. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη.
Η κοίμηση
Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε ποιμαίνοντας το ποίμνιό του, κηρύττοντας και προσευχόμενος για τους ασθενείς. Ο Φιλόθεος, που έγραψε τον βίο του, συγκέντρωσε πολλές θεραπείες που έγιναν με τις προσευχές του, κατά τη ζωή του και μετά την κοίμησή του.
Ο Άγιος Γρηγόριος εκοιμήθη εν Κυρίω στις 14 Νοεμβρίου 1357, ύστερα από ασθένεια. Οι βίοι των αγίων που συντάχθηκαν αργότερα διασώζουν ότι τις ημέρες πριν από την κοίμησή του του εμφανίσθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Εἰς τὰ ἄνω! Εἰς τὰ ἄνω!»
Το σώμα του ενταφιάσθηκε στον ναό της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης, τον καθεδρικό ναό της αρχιεπισκοπής. Αφού οι Τούρκοι μετέτρεψαν τον ναό σε τέμενος, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν, σύμφωνα με την παράδοση που διασώθηκε στην πόλη, στον παραθαλάσσιο ναό του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος έγινε ο νέος μητροπολιτικός ναός. Το 1890 μια πυρκαγιά κατέκαψε αυτόν τον ναό, και τα λείψανα υπέστησαν ζημιές από τη φωτιά. Η πόλη ανήγειρε έπειτα νέο μητροπολιτικό ναό, που εγκαινιάσθηκε το 1914 και τιμάται στο όνομα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Τα λείψανά του φυλάσσονται εκεί έως σήμερα, σε αργυρή λάρνακα.
Το 1368 σύνοδος υπό την προεδρία του Πατριάρχη Φιλοθέου Κοκκίνου τον κατέταξε στη χορεία των αγίων. Ο Φιλόθεος συνέθεσε και την ακολουθία του, την οποία η Εκκλησία ψάλλει έως σήμερα.
Ο φωστήρ της Ορθοδοξίας
Η δεύτερη εορτή του Αγίου Γρηγορίου γίνεται την Κυριακή μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, κατά την οποία η Εκκλησία εορτάζει τον θρίαμβο των αγίων εικόνων. Στο απολυτίκιό του η Εκκλησία τον ονομάζει φωστήρα της Ορθοδοξίας, στήριγμα και διδάσκαλο της Εκκλησίας, καλλονή των μοναχών, ακαταμάχητο υπέρμαχο των θεολόγων, θαυματουργό, καύχημα της Θεσσαλονίκης και κήρυκα της χάριτος, και τον παρακαλεί να πρεσβεύει αδιάλειπτα για τη σωτηρία των ψυχών μας.
Ο νεαρός μοναχός του Βατοπαιδίου προσευχόταν με τα λόγια «Φώτισόν μου τὸ σκότος!», και η προσευχή του εισακούσθηκε. Το φως που ζήτησε στη νεότητά του το ομολόγησε αργότερα στα συγγράμματά του, ενώπιον των συνόδων και στα χρόνια της φυλακής και της αιχμαλωσίας. Το ίδιο φως αναζητούν και σήμερα όσοι προσεύχονται με καθαρή καρδιά, και ο Άγιος Γρηγόριος παραμένει γι᾽ αυτούς οδηγός και πρεσβευτής. Με τις πρεσβείες του, ο Χριστός ας φωτίσει και το δικό μας σκότος.
Πηγές και μελέτες
- Φιλόθεος Κόκκινος, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν: PG 151, 551–656· κριτική έκδοση Δ. Γ. Τσάμη, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 427–591. Χρησιμοποιήθηκε η ρωσική μετάφραση: «Житие и подвиги святителя Григория Паламы, архиепископа Фессалоникийского», Οδησσός 1889.
- Ρουμανική μετάφραση: Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, «Cuvânt la cel întru sfinți Părintele nostru Grigorie, Arhiepiscopul Tesalonicului», στο Sfântul Grigorie Palama, Tomosuri dogmatice – Viața – Slujba. Scrieri I, μτφρ. διακ. Ioan I. Ică jr., Deisis, Σιμπίου 2009.
- J. Meyendorff, Introduction à l’étude de Grégoire Palamas, Παρίσι 1959. Χρησιμοποιήθηκε η ρωσική μετάφραση, Αγία Πετρούπολη 1997.
- Православная энциклопедия, λήμμα «Григорий Палама».
- A. Rigo, «La canonizzazione di Gregorio Palama (1368) ed alcune altre questioni», Rivista di Studi Bizantini e Neoellenici 30 (1993), σσ. 155–202.
- A. Rigo, «La prima redazione del I Antirretico contro Niceforo Gregoras di Gregorio Palamas e la Risposta sul Contro Eunomio di Basilio di Cesarea», La Parola del Passato 73, τχ. 2 (2018, εκδ. 2021), σσ. 343–358.
- A. Philippidis-Braat, «La captivité de Palamas chez les Turcs: dossier et commentaire», Travaux et Mémoires 7 (1979), σσ. 109–222.
- M. Mitrea, «Monasticism and Kinship in Byzantine Hesychastic Hagiography», Greek, Roman, and Byzantine Studies 61, τχ. 3 (2021), σσ. 396–422.
- Θ. Μαντοπούλου, «Ο παραθαλάσσιος Ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη», Μακεδονικά 20 (1980), σσ. 175–192 (η μεταφορά των λειψάνων και η πυρκαγιά του 1890).
- Για την οπτασία της τελευταίας ασθένειας και τα τελευταία λόγια: Афонский патерик, 7η έκδ., Μόσχα 1897, στις 14 Νοεμβρίου· Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ, Βίοι των Αγίων, στις 14 Νοεμβρίου.
Σημειώσεις
- Έτος κοιμήσεως: 1357, κατά τον A. Rigo, με βάση τον βίο που έγραψε ο Φιλόθεος. Πολλοί βίοι και συναξάρια δίνουν το έτος 1359, ενώ ορισμένα το 1360.
- Το απολυτίκιο αποδίδεται εδώ κατά το νόημα και όχι ως λειτουργικό κείμενο.