
Πώς οι Μακαρισμοί που ειπώθηκαν στο Όρος μπορούν να μας οδηγήσουν σε Εκείνον
Πώς μπορούμε να ξέρουμε αν ο Χριστός είναι μέσα μας; Σε αυτό το ερώτημα απαντά ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στον Β΄ Λόγο της ρουμανικής έκδοσης των διδαχών του. Λόγος είναι μια διδασκαλία που δίνεται στους μαθητές. Σε αυτόν τον Λόγο ο Άγιος μιλά «προς πατέρες και αδελφούς», τους καλεί να εξετάσουν την ψυχή τους με βάση ορισμένα σημάδια και τους λέει: «Ας γνωρίσουμε από τα σημάδια που φανερώθηκαν αν ο Χριστός είναι μέσα μας».
Ο Άγιος Συμεών γεννήθηκε το 949 στην Παφλαγονία, μια επαρχία της Μικράς Ασίας, και ήρθε από παιδί στην Κωνσταντινούπολη. Χειροτονήθηκε ιερέας το 980, δηλαδή έλαβε το μυστήριο της ιερωσύνης, και έπειτα διηύθυνε ως ηγούμενος, δηλαδή ως προεστώς, τη Μονή του Αγίου Μάμαντος στην Κωνσταντινούπολη έως το 1005. Το 1009 στάλθηκε εξόριστος στην τοποθεσία Παλουκίτου, στην ανατολική ακτή του Βοσπόρου, όπου υπήρχε ένας μικρός ναΐσκος αφιερωμένος στην Αγία Μαρίνα. Εκεί εκοιμήθη, στις 12 Μαρτίου 1022.
Η Εκκλησία τον ονομάζει Νέο Θεολόγο. Η λέξη θεολόγος σημαίνει «αυτός που μιλά για τον Θεό», δηλαδή εκείνος που μιλά για τον Θεό επειδή Τον γνώρισε. Σε αυτόν τον Λόγο ο Άγιος Συμεών ονομάζει τον Άγιο Ιωάννη «Θεολόγο». Η Εκκλησία τίμησε με το όνομα του Θεολόγου τρεις αγίους: τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, τον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Άγιο Συμεών, τον τρίτο από αυτούς.
Όποιος θέλει να βρει τον Θεό
Ο Άγιος αρχίζει με μια προτροπή: όποιος θέλει να βρει τον Θεό ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας μην τον λυπηθεί. Την απάρνηση αυτή την περιγράφει σαν τρέξιμο προς έναν στόχο: εκείνος που τρέχει κυριαρχεί στους λογισμούς του, κρατά τα μάτια του άγρυπνα και τον λάρυγγά του εγκρατή και δεν γυρίζει πίσω σε όσα άφησε, ώσπου να φτάσει εκεί όπου τρέχει.
Από την αρχή ακόμη ο Άγιος ζητά να βάλεις έχθρα ανάμεσα σε σένα και σε όσους περπατούν κατά σάρκα, δηλαδή ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας. Η έχθρα αυτή φανερώνεται ως αποφυγή: η ψυχή αποφεύγει τις προτροπές και τις κολακείες τους, τη συναναστροφή μαζί τους και τα κακά λόγια, που τη δηλητηριάζουν και τη ρίχνουν να συντριβεί πάνω στους κακούς λογισμούς και στην ανάμνησή τους. Η αποφυγή αυτή δεν στέκεται ενάντια στην αγάπη: ο ίδιος Άγιος θα βάλει παρακάτω, ανάμεσα στα σημάδια με τα οποία γνωρίζεται ο Χριστός μέσα μας, την αγάπη προς τους εχθρούς και την προσευχή γι’ αυτούς.
Ο Άγιος δίνει μια εικόνα από το ψάρεμα: «Άνθρωπε, φοβήσου το δόλωμα με το αγκίστρι». Το ψάρι βλέπει το δόλωμα και δεν βλέπει το αγκίστρι. Έτσι είναι οι προτροπές και οι κολακείες εκείνων που ζουν κατά σάρκα: ευχάριστες στην αρχή, ενώ το αγκίστρι φανερώνεται μόνο αφού η ψυχή δαγκώσει. Γι’ αυτό ο Άγιος λέει: «φύγε μακριά τους, για να μην κατεβάσεις πάλι την ψυχή σου στον Άδη».
Έπειτα λέει σε όποιον αγωνίζεται, δηλαδή δίνει τον πνευματικό αγώνα, να μη δεχτεί εκείνον που του βάζει στον νου μια τέτοια σκέψη: «Γιατί τόσος κόπος και τόση μάταιη ταλαιπωρία;» Πέρασε ένας χρόνος, δύο, ακόμη και τρεις από τότε που ο άνθρωπος αγωνίζεται, και ωφέλεια δεν φαίνεται. Ο Άγιος απαντά με μια παρηγοριά, πριν από κάθε εντολή: «Όχι, αδελφέ μου». Του λέει ότι η σκέψη αυτή είναι παγίδα, με την οποία ο άνθρωπος πουλά τη σωτηρία του, και τον προτρέπει να επιμείνει με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο στην εργασία των καλών έργων, χωρίς να παραμελεί τις διδαχές των πνευματικών του πατέρων.
Η απόφαση που ζητά είναι αυστηρή: καλύτερα να πεθάνεις παρά να σταματήσεις τη ζωοποιό εργασία. Προσθέτει μια παρατήρηση: αν ο άνθρωπος είχε αρχίσει έτσι από την αρχή, ο Θεός δεν θα τον είχε παραβλέψει και θα είχε εκπληρώσει το αίτημά του.
Ο Χριστός αντί για όλα
Τι λαμβάνει όποιος επιμένει; Ο Άγιος απαντά: αν θέλεις να αποκτήσεις τα αγαθά του Θεού και από άνθρωπος να γίνεις «επίγειος άγγελος», αγάπησε τον σωματικό κόπο, «φίλησε την κακοπάθεια», δηλαδή την υπομονή στις δυσκολίες, και αγάπησε τους πειρασμούς, δηλαδή τις δοκιμασίες, που σου φέρνουν κάθε καλό. Κατά τα λόγια του, επίγειος άγγελος είναι ο άνθρωπος που άφησε τη φροντίδα των γήινων και κρατά τον νου του προσηλωμένο στον Χριστό· η κατάσταση της ψυχής του είναι αγγελική.
Γιατί οι πειρασμοί φέρνουν κάθε καλό; Ο Άγιος απαντά με τρεις ερωτήσεις. Τι μπορεί να είναι ωραιότερο από μια ψυχή που υπομένει με σύνεση τις θλίψεις της; Τι μπορεί να είναι ισχυρότερο από μια καρδιά συντετριμμένη και ταπεινή, που διώχνει εύκολα τα τάγματα των δαιμόνων; Τι μπορεί να είναι ενδοξότερο από την πνευματική πτωχεία, δηλαδή την ταπείνωση, με την οποία ο άνθρωπος αξιώνεται της Βασιλείας των Ουρανών;
Η εντολή αυτή είναι υπεράνω της φύσεως, λέει, αλλά και οι ανταμοιβές είναι υπεράνω του λόγου: αντί για όλα, «ο ίδιος ο Χριστός αναπληρώνει τα πάντα». Το όνομα «Χριστός» είναι σύντομο, αλλά ο Άγιος προτρέπει: «μην κοιτάς την απλότητα της λέξης», αλλά να κατανοήσεις τη δόξα της Θεότητας, που ξεπερνά τον νου και τη σκέψη: την ανείπωτη εξουσία της, το αμέτρητο έλεός της και τον απρόσιτο και ακατάληπτο πλούτο της, που δίνεται με αφθονία και δόξα. Όλα αυτά αρκούν, γιατί λάβαμε τον ίδιο τον «Αίτιο και Δοτήρα κάθε αγαθού».
Όποιος αξιώθηκε να Τον δει και να Τον δεχτεί δεν επιθυμεί πια τίποτε άλλο, κι όποιον γέμισε η αγάπη του Θεού δεν μπορεί πια να αγαπήσει τίποτε από τη γη.
Πού να φύγουμε από το πρόσωπό Του;
Ο Άγιος βλέπει πόσο κοπιάζουν οι άνθρωποι για πράγματα που περνούν: υπομένουν μόχθους, ξεκινούν για μακρινά ταξίδια και παραμελούν ακόμη και την οικογένειά τους, μόνο για να εκπληρώσουν την επιθυμία τους. Αν για αυτά τα πρόσκαιρα και φθαρτά πράγματα οι άνθρωποι δίνουν την ψυχή τους, τότε, ρωτά, δεν θα δώσουμε εμείς τις ψυχές και τα σώματά μας για τον Βασιλέα των βασιλευόντων και Κύριο των κυριευόντων;
Παρακάτω ρωτά πού θα πάμε και πού θα φύγουμε από το πρόσωπό Του. Το ίδιο ερώτημα είχε θέσει ο Ψαλμωδός: «ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου» (Ψαλμ. 138, 7–10). Ο Άγιος το επαναλαμβάνει σχεδόν με τα ίδια λόγια: στον ουρανό Τον βρίσκουμε, στον Άδη είναι παρών, και στις ακτές της θάλασσας δεν Του ξεφεύγουμε, γιατί στη δεξιά Του κρατά τις ψυχές και τα σώματά μας.
Αν δεν μπορούμε να φύγουμε από το πρόσωπό Του, ο δρόμος που μας μένει είναι να παραδώσουμε τους εαυτούς μας δούλους στον Κύριο, «που έλαβε μορφή δούλου και πέθανε για μας». Ο Άγιος καλεί τους αδελφούς να ταπεινωθούν κάτω από το κραταιό χέρι Του, που χαρίζει σε όσους το αναζητούν την αιώνια ζωή διά του Αγίου Πνεύματος.
Εδώ ο Άγιος εξομολογείται τον πόνο του: «από πόσο πόνο και λύπη γέμισε η ψυχή μου». Τους κήρυξε τα θαυμάσια και το ανείπωτο κάλλος του Θεού, για να κατανοήσουν τη δόξα Του, και δεν βλέπει κανέναν από αυτούς να προσέχει με πόθο όσα ειπώθηκαν. Γι’ αυτό, λέει, μένει «άφωνος» και δεν μπορεί πια να μιλήσει για τη δόξα του Χριστού ή να την ερμηνεύσει.
Ο πόνος του γίνεται έπειτα τρόμος: «Ω, ο τρόμος μου και το μεγαλείο των δωρεών του Θεού!» Ο Θεός άφησε τους σοφούς, τους μεγάλους και τους πλουσίους του κόσμου και διάλεξε τους αδύναμους, τους μωρούς και τους φτωχούς, από την πολλή Του αγαθότητα. Αυτούς οι άνθρωποι τους μισούν, οι βασιλείς της γης δεν ανέχονται να τους βλέπουν και οι πλούσιοι τους προσπερνούν. Ο Θεός, τον Οποίο υπηρετούν αμέτρητες ουράνιες δυνάμεις, δεν δίστασε να γίνει «πατέρας, φίλος και αδελφός» αυτών των «απόβλητων και πεταμένων». Ευδόκησε μάλιστα να λάβει σάρκα και να γίνει όμοιος με εμάς σε όλα, εκτός από την αμαρτία, για να μας κάνει μετόχους της δόξας και της Βασιλείας Του.
Συγκλονισμένος έτσι, ο Άγιος ρωτά τους αδελφούς: γιατί δεν τρέχουμε προς Εκείνον που μας αγάπησε τόσο, γιατί δεν πηγαίνουμε ως τον θάνατο για Εκείνον που πέθανε για μας, γιατί φοβόμαστε την έξοδο από το σώμα;
Η σφραγίδα του Χριστού
Στον φόβο του θανάτου ο Άγιος απαντά με τη σφραγίδα. Σφραγίδα είναι το σημάδι με το οποίο ένας κύριος σημαδεύει ό,τι του ανήκει. Ο Χριστός, λέει ο Άγιος, είναι ο Μέγας Ποιμένας, που σφράγισε τα πρόβατά Του. Ο χριστιανός λαμβάνει τη σφραγίδα στο Χρίσμα, το μυστήριο που ακολουθεί το Βάπτισμα: ο ιερέας χρίει τον νεοφώτιστο με το Άγιο Μύρο, δηλαδή με λάδι αναμεμειγμένο με αρώματα και αγιασμένο από τους αρχιερείς για αυτό το μυστήριο, και λέει: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν».
Ο Άγιος ρωτά αν ο Άδης μπορεί να κρατήσει τις ψυχές όσων ελπίζουν στον Χριστό και αν ο θάνατος μπορεί να εξουσιάσει τις ψυχές τις «σφραγισμένες με τη δωρεά του Παναγίου Πνεύματος και με το Αίμα του Χριστού». Η απάντησή του είναι: «Κατά κανέναν τρόπο». Τους σφραγισμένους τους προτρέπει να τρέξουν, και τους ασφράγιστους να βιαστούν να σημαδευτούν με το σημείο του Αγίου Πνεύματος. Στη ρουμανική έκδοση, δίπλα στη λέξη «ασφράγιστοι» υπάρχει μια εξήγηση σε παρένθεση: «αδαείς».
Ποιος είναι ασφράγιστος; Ο Άγιος απαντά: εκείνος που φοβάται τον θάνατο. Και ασημάδευτος είναι εκείνος που δεν γνωρίζει καλά το σημείο της σφραγίδας, γιατί όποιος γνώρισε με πίστη το θείο σημείο έχει «ελπίδα που δεν καταισχύνει».
Εκείνοι για τους οποίους μιλά είναι βαπτισμένοι χριστιανοί, και ο ίδιος λέει πώς έγινε αυτό. Αγιαστήκαμε ως νήπια χωρίς να το καταλάβουμε, και στη νεότητά μας μολυνθήκαμε. Ο Χριστός είναι Εκείνος τον Οποίο ενδυθήκαμε με το Βάπτισμα και τον Οποίο εκδυθήκαμε με τα κακά έργα. Ο δρόμος της επιστροφής είναι η μετάνοια: να κάνουμε όλα όσα είναι ευάρεστα στον Χριστό και, σφραγισμένοι από Εκείνον, να ζούμε από τώρα και στο εξής χωρίς φόβο, για να λάβουμε έλεος από το χέρι Του.
Η γνώση των μυστηρίων του Χριστού, στην οποία οδηγεί αυτή η επιστροφή, δεν μαθαίνεται μόνο από τον λόγο και την ακοή. Φανερώνεται με την πράξη και με τα έργα.
Οι πτωχοί τω πνεύματι και οι πενθούντες
Πώς φαίνεται μέσα μας η γνώση του Χριστού; Ο Άγιος ξεκινά από τον λόγο που ο Χριστός διακηρύσσει κάθε μέρα με το Ευαγγέλιό Του:
μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
— Ματθ. 5, 3
Σύμφωνα με τη σημείωση της έκδοσης, οι πτωχοί τω πνεύματι είναι οι ταπεινοί. Ο Άγιος ζητά αυτοεξέταση: να ακούσουμε τον λόγο αυτόν σαν ερώτηση που απευθύνεται σε μας και να δούμε αν είμαστε πραγματικά τόσο φτωχοί, ώστε η Βασιλεία των Ουρανών να είναι δική μας. Για τη Βασιλεία ο Κύριος είπε:
ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν.
— Λουκ. 17, 21
Το σημάδι ότι η Βασιλεία βρίσκεται μέσα σε κάποιον είναι ότι αυτός δεν επιθυμεί τίποτε από τα ορατά και φθαρτά: πλούτο, δόξα, απόλαυση ή άλλη γλυκύτητα αυτού του κόσμου, κοσμική ή σωματική. Πόσο πολύ απομακρύνεται από αυτά ο άνθρωπος αυτός, ο Άγιος το δείχνει με δύο παρομοιώσεις. Όσοι λάμπουν με βασιλική τιμή και δόξα σιχαίνονται όσους βρίσκονται σε οίκο πορνείας, και όσοι είναι ντυμένοι με καθαρά ενδύματα και αρώματα αποστρέφονται τη δυσωδία και τη λάσπη. Έτσι απομακρύνεται από τα ορατά όποιος έχει τη Βασιλεία μέσα του. Όποιος κοιτάζει προς τα ορατά πράγματα δεν είδε τη Βασιλεία των Ουρανών, δεν την αισθάνθηκε και δεν γεύτηκε την αγαθότητα και τη γλυκύτητά της.
Έπειτα ο Άγιος φέρνει τον δεύτερο λόγο του Κυρίου:
μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.
— Ματθ. 5, 4
Και ζητά πάλι αυτοεξέταση: να δούμε αν έχουμε πράγματι το πένθος μέσα μας. Το πένθος εδώ είναι ο πόνος της ψυχής που βλέπει την αδυναμία της μπροστά στις εντολές του Θεού, ένας πόνος που φανερώνεται με δάκρυα.
Ο Άγιος θέτει ο ίδιος ένα ερώτημα. Οι πτωχοί τω πνεύματι έχουν τη Βασιλεία και δεν δένουν τον νου τους με τα γήινα. Τι θα είχε να πενθήσει εκείνος που άφησε τον κόσμο με τη σκέψη του, δεν επιθυμεί τίποτε από τα ορατά και έχει τη Βασιλεία των Ουρανών, για την οποία χαίρεται;
Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του. Ο πιστός που προσέχει τις εντολές του Θεού και τις εκπληρώνει κρατά τον νου του στο ύψος τους, δηλαδή ζει ζωή άμεμπτη, με καθαρότητα. Κοιτάζοντας έπειτα τον εαυτό του, βλέπει ότι είναι αδύναμος και ότι δεν μπορεί να ανέβει στο ύψος των εντολών. Τότε λογαριάζει τον εαυτό του «πάρα πολύ φτωχό», ανάξιο να δεχτεί τον Θεό, σαν κάποιον που δεν έχει δικό του «κανένα αγαθό». Όποιος σκέπτεται έτσι για τον εαυτό του πενθεί με το πένθος «το αληθινά μακάριο», που φέρνει παρηγοριά και κάνει την ψυχή πράα.
Η παρηγοριά αυτή είναι, κατά τον λόγο του Αγίου, «αρραβώνας της Βασιλείας των Ουρανών». Αρραβώνας είναι το μέρος της πληρωμής που δίνεται εκ των προτέρων και εγγυάται το υπόλοιπο. Η παρηγοριά του τώρα είναι η αρχή και η εγγύηση της Βασιλείας. Έρχεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στις ψυχές όσων πενθούν και είναι η ίδια η έλευση του Θεού κοντά τους, που τους χαρίζει ταπεινοφροσύνη, δηλαδή ταπεινό φρόνημα για τον εαυτό τους.
Αυτά γεννιούνται το ένα από το άλλο. Όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, εκεί είναι το βάθος της ταπεινοφροσύνης. Όπου υπάρχει ταπεινοφροσύνη, εκεί είναι οι ελλάμψεις του Αγίου Πνεύματος, και όπου είναι οι ελλάμψεις του Πνεύματος, εκεί είναι η έκχυση του θείου φωτός και η φανέρωση της γνώσης και των μυστηρίων του Θεού. Όπου είναι αυτά, εκεί είναι η Βασιλεία των Ουρανών και, μαζί της, η αίσθηση της πνευματικής πτωχείας. Και όπου βρίσκεται η αίσθηση αυτή, εκεί είναι το χαροποιό πένθος και τρέχουν τα αδιάκοπα δάκρυα, που καθαρίζουν την ψυχή και τη φωτίζουν.
Αυτή είναι η λύση. Η Βασιλεία και η αίσθηση της πνευματικής πτωχείας βρίσκονται μαζί, και από την αίσθηση της πτωχείας έρχονται τα δάκρυα. Γι’ αυτό ο άνθρωπος που έχει τη Βασιλεία μπορεί να πενθεί, και τα δάκρυά του είναι τα μακάρια.
Οι Μακαρισμοί με τη σειρά τους
Από τα δάκρυα ο Άγιος ανεβαίνει μέσα από τους άλλους Μακαρισμούς, με τη σειρά με την οποία τους λέει ο Κύριος:
μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.
μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.
μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.
μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.
μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.
— Ματθ. 5, 5–9
Κατά τα λόγια του Αγίου, οι Μακαρισμοί συνδέονται ο ένας με τον άλλον και ο καθένας γεννιέται από τον προηγούμενο. Η ψυχή που καθαρίζεται αδιάκοπα και τρέφεται άφθονα με δάκρυα ημερεύει το θυμικό της, δηλαδή το μέρος της ψυχής που ανάβει από θυμό, και γίνεται πράα. Έπειτα πεινά και διψά και ποθεί να μάθει τα δικαιώματα του Θεού, δηλαδή τα προστάγματά Του. Γίνεται ελεήμων και συμπονετική. Με όλα αυτά η καρδιά της καθαρίζεται και φτάνει στη θέα του Θεού: μπορεί να δει τη δόξα Του «κατά την υπόσχεση».
Όσοι διαμόρφωσαν έτσι τις ψυχές τους είναι ειρηνοποιοί και ονομάζονται «υιοί του Υψίστου». Γνωρίζουν καθαρά τον Πατέρα και Δεσπότη τους και Τον αγαπούν με όλη τους την ψυχή. Για Εκείνον υπομένουν τον ονειδισμό, τη συκοφαντία και τη θλίψη για τη δίκαιη εντολή που μας πρόσταξε να τηρούμε, και χαίρονται που αξιώθηκαν να ατιμαστούν από τους ανθρώπους για την αγάπη Του.
Ταπείνωση και δάκρυα
Εδώ ο Άγιος καλεί τους αδελφούς του: «Μάθετε, αδελφοί, το αληθινό αποτύπωμα της σφραγίδας του Χριστού». Αποτύπωμα είναι το ίχνος που αφήνει η σφραγίδα στην ψυχή. Η αληθινή σφραγίδα, λέει, είναι «η λάμψη του Πνεύματος», που ενεργεί με πολλούς τρόπους και έχει πολλά καλά έργα.
Το πρώτο από αυτά και το πιο αναγκαίο είναι η ταπείνωση, «ως αρχή και θεμέλιο». Γι’ αυτό ο Άγιος φέρνει έναν λόγο του Κυρίου, που τον βρίσκουμε στον Ησαΐα: «καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;» (Ησ. 66, 2).
Το δεύτερο είναι το πένθος και η πηγή των δακρύων. Γι’ αυτά θα ήθελε να πει πολλά, αλλά βρίσκεται «φτωχός στα λόγια». Εδώ γίνεται ένα θαύμα: τα δάκρυα τρέχουν αισθητά από τα μάτια και πλένουν αόρατα την ψυχή από τη λάσπη των αμαρτιών της. Πέφτουν στη γη, καίνε και ταράζουν τους δαίμονες, ενώ την ψυχή την ελευθερώνουν από τα αόρατα δεσμά των αμαρτιών.
Έπειτα απευθύνεται στα ίδια τα δάκρυα: «Ω δάκρυα […] που ανοίγετε τον Ουρανό». Ομολογεί ότι μιλά γι’ αυτά ξανά και ξανά, «με γλυκύτητα και πόθο».
Όπου υπάρχουν πολλά δάκρυα με αληθινή γνώση, εκεί βρίσκεται η λάμψη του φωτός. Και όπου είναι η λάμψη του θείου φωτός, εκεί είναι η δωρεά όλων των αγαθών και η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος τοποθετημένη πάνω στην καρδιά, από την οποία φυτρώνουν όλοι οι καρποί της ζωής. Ο άνθρωπος γίνεται πράος με την πραότητα του Χριστού, έχει ειρήνη, δίνει ελεημοσύνη, γίνεται ελεήμων, αγαθός και ευεργετικός, πιστεύει και εγκρατεύεται. Από τη σφραγίδα καρποφορεί και η αγάπη προς τους εχθρούς: ο άνθρωπος προσεύχεται γι’ αυτούς, χαίρεται για το καλό τους και δίνει την ψυχή του για τους αδελφούς, ως τον θάνατο.
Η αυτοεξέταση
«Ας δούμε λοιπόν, αδελφοί», λέει ο Άγιος, «και ας εξετάσουμε τον εαυτό μας με προσοχή» αν βρίσκεται αυτή η σφραγίδα στις ψυχές μας. Ξυπνά τους αδελφούς και τους ζητά να προσέξουν αν έλαμψε το φως στις καρδιές τους, αν είδαν το μεγάλο φως της γνώσης, αν τους επισκέφθηκε η Ανατολή εξ ύψους. Με αυτά τα τελευταία λόγια επαναλαμβάνει το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο:
διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους, ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης.
— Λουκ. 1, 78–79
Όποιος βρίσκει το φως δεν σταματά, αλλά το τρέφει: ο Άγιος ζητά να δίνουμε αδιάκοπα δόξα και ευχαριστία στον Δεσπότη που μας το χάρισε και να ανάβουμε μέσα μας, με την εργασία των εντολών, όλο και περισσότερη θεία φωτιά.
Αν όμως δεν δεχτήκαμε τον Χριστό και τη σφραγίδα Του και δεν βλέπουμε μέσα μας τα σημάδια που φανερώθηκαν, ο Άγιος λέει τι βρίσκεται στη θέση τους: ο κόσμος ζει μέσα μας και εμείς ζούμε μέσα του. Θεωρούμε μεγάλα τα πρόσκαιρα πράγματα, ταραζόμαστε και λυπούμαστε για τις ζημίες και χαιρόμαστε για την απόλαυση και τον πλούτο. Τότε θρηνεί μαζί με τους αδελφούς: «αλίμονο στην αθλιότητα και στην αναισθησία μας, που μας υποδουλώνει και μας σέρνει στη γη».
Όποιος βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, με τον κόσμο μέσα του και τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, είναι, λέει ο Άγιος, εχθρός του Θεού, γιατί η εμπαθής προσκόλληση στον κόσμο είναι έχθρα εναντίον Του. Εμπαθής προσκόλληση είναι το δέσιμο της ψυχής με ένα πράγμα σαν με πάθος, δηλαδή με μια κακή επιθυμία που την κυρίευσε. Ο Άγιος στηρίζεται στον λόγο του Αποστόλου Ιωάννη:
μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ. ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ·
— Α΄ Ιω. 2, 15
Έπειτα ο Άγιος ρωτά, το ένα μετά το άλλο, τι απομένει από τους Μακαρισμούς στον άνθρωπο που κυριεύεται από κάποιο πάθος. Θα λογαριάσει άραγε τον εαυτό του τελευταίο απ’ όλους εκείνος που αγαπά την ανθρώπινη δόξα, θα ταπεινωθεί, θα συντρίψει την καρδιά του; Μπορεί ακόμη να είναι ελεήμων εκείνος που είναι δούλος της φιλαργυρίας; Πότε θα γίνει καθαρός στην καρδιά εκείνος που είναι δούλος των σαρκικών παθών, και πώς θα δει τον Θεό; Και πώς θα είναι ειρηνοποιός εκείνος που αποξενώθηκε από τον Θεό; Τα πάθη αυτά κλείνουν τους Μακαρισμούς τον έναν μετά τον άλλον: η φιλοδοξία τον μακαρισμό των πτωχών τω πνεύματι και των πενθούντων, η φιλαργυρία τον μακαρισμό των ελεημόνων, τα σαρκικά πάθη τον μακαρισμό των καθαρών στην καρδιά, η αποξένωση από τον Θεό τον μακαρισμό των ειρηνοποιών.
Για τον Άγιο Συμεών, ειρηνοποιός είναι πρώτα απ’ όλα εκείνος που είναι συμφιλιωμένος με τον Θεό. Όποιος πολεμά εναντίον Του με την παράβαση των εντολών μένει εχθρός Του, ακόμη κι αν συμφιλίωνε όλους τους ανθρώπους μεταξύ τους, γιατί δεν κάνει αυτή τη συμφιλίωση κατά την ευαρέσκεια του Θεού. Όποιος έχει έχθρα προς κάποιον δεν μπορεί να ξέρει τι του είναι αρεστό, και όποιος είναι μακριά από τον Θεό δεν ξέρει τι Του αρέσει και δεν μπορεί να διδάξει στους άλλους τον δρόμο της συμφιλίωσης.
Το πάθος που πάλιωσε, δηλαδή που κρατήθηκε πολύ καιρό στην ψυχή, αποκτά δύναμη φύσεως: το κακό που χρονίζει στην ψυχή γίνεται έξη, δηλαδή μόνιμη συνήθεια, και η ψυχή δεν μπορεί πια να ελευθερωθεί από αυτήν. Τότε, στην ψυχή αυτή, «από φως γίνεται σκοτάδι και από αγαθότητα κακία», και εκείνη «ασθενεί αθεράπευτα».
Το φως
Τι βλέπει, αντίθετα, εκείνος που ενώνεται με τον Θεό διά της πίστεως και γνωρίζει τον εαυτό του με την πράξη; Ο Άγιος λέει ότι αξιώνεται να Τον δει κιόλας και ότι «βλέπει πράγματα που δεν μπορούν να γραφτούν». Ο νους του φωτίζεται και μεταμορφώνεται «σε μορφή φωτός». Ο ίδιος ο νους είναι φως, βλέπει τα πάντα ως φως, και το φως αυτό είναι ζωντανό και δίνει ζωή σε εκείνον που το βλέπει. Ο νους βλέπει τον εαυτό του ενωμένο με το φως· όταν απομακρύνεται από αυτό, το βλέπει από μακριά, και όταν στρέφεται προς τα μέσα, το βρίσκει ξανά. Δεν βρίσκει καμία λέξη με την οποία να πει όσα είδε. Εδώ φτάνει στο όριο των λέξεων ο Άγιος, τον οποίο η Εκκλησία ονομάζει «Θεολόγο».
Έπειτα ρωτά ποιος δεν θα θαυμάσει ακούγοντας αυτά τα μυστήρια και δεν θα τρέξει στον Χριστό, ποιος δεν θα ποθήσει να δει τα θαυμάσια του Θεού και δεν θα αγαπήσει Εκείνον που χαρίζει τέτοιες δωρεές.
Ο Άγιος μάς καλεί να εξετάσουμε τον εαυτό μας με βάση αυτά τα σημάδια: αν δεν επιθυμούμε πια τα ορατά, αν τα δάκρυα μας καθαρίζουν, αν από αυτά μεγαλώνουν μέσα μας η πραότητα, το έλεος και η αγάπη προς τους εχθρούς και αν, στο τέλος, ο νους βλέπει το φως που δεν μπορεί να εκφράσει. Τα σημάδια αυτά δεν στέκονται χωριστά το ένα από το άλλο: γεννιούνται το ένα από το άλλο, από την ταπείνωση ως το φως.
Μόνο ο άνθρωπος μένει
Από όλα αυτά ο Άγιος καταλήγει σε μια απλή προτροπή: το καλύτερο είναι να μην έχουμε τίποτε από τα πράγματα του κόσμου και να μη ζητάμε τίποτε περισσότερο από όσα χρειάζεται το σώμα. Τι χρειάζεται το σώμα το ξέρουμε: ψωμί και νερό, ένδυμα και στέγη. Ο Απόστολος Παύλος λέει:
ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα.
— Α΄ Τιμ. 6, 8
Αν χρειαστούμε και κάτι άλλο, ο Θεός, που μας χάρισε τα μεγαλύτερα, θα μας το δώσει· αρκεί να απορρίψουμε όσα θέτουν σε κίνδυνο την ψυχή μας: την κενοδοξία, δηλαδή την επιθυμία να μας επαινούν οι άνθρωποι· τον φθόνο· την έριδα· την πονηρία· τον γογγυσμό, δηλαδή τη δυσαρέσκεια που εκφράζεται με παράπονα και επικρίσεις· τον ερεθισμό, δηλαδή το άναμμα του θυμού· και ό,τι είναι μισητό στον Θεό. Στη θέση τους ο Άγιος βάζει ό,τι μας πρόσταξε ο Θεός: την πνευματική πτωχεία, δηλαδή την ταπείνωση, και το αδιάκοπο πένθος, ημέρα και νύχτα, από το οποίο πηγάζουν η χαρά και η παρηγοριά της ψυχής. Με αυτά φτάνουν στην πραότητα όσοι αγωνίζονται, και ο άνθρωπος γίνεται ελεήμων, καθαρός στην καρδιά, γεμάτος ειρήνη και δυνατός στους πειρασμούς. Όλα αυτά, λέει ο Άγιος, «γίνονται από το αδιάκοπο πένθος». Από αυτό έρχεται το μίσος για τα κακά, και από αυτό επίσης ανάβει στην ψυχή «η θεία ειρήνη», που δεν την αφήνει να χαλαρώσει και να γείρει προς το κακό, αλλά τη γεμίζει με δύναμη να υπομείνει ως το τέλος όλες τις δυσκολίες.
Γι’ αυτό ο Άγιος προτρέπει: «Ας τρέξουμε ώσπου να πιάσουμε το σταθερό, εκείνο που δεν παρέρχεται», γιατί όλα τα πράγματα του κόσμου φθείρονται και περνούν σαν όνειρο. Τίποτε από τα ορατά δεν είναι σταθερό: ο ήλιος, τα άστρα, ο ουρανός και η γη περνούν, «μόνο ο άνθρωπος μένει». Τι μπορεί να μας ωφελήσει από τα ορατά την ώρα του θανάτου, όταν τα αφήνουμε όλα πίσω και αφήνουμε το σώμα νεκρό;
Αφού εγκαταλείψει το σώμα, η ψυχή δεν το βλέπει πια ούτε βλέπεται από αυτό, και ο νους της στρέφεται μόνο προς τα αόρατα. Δεν έχει πια καμία φροντίδα για τα εδώ, δηλαδή για τα ορατά πράγματα που άφησε πίσω. Της μένουν δύο φροντίδες: η Βασιλεία των Ουρανών και η αιώνια δόξα, ή η γέεννα, η αιώνια καταδίκη και τα βάσανα της φωτιάς. Το ένα από τα δύο θα το κληρονομήσει για πάντα, ανάλογα με την αξία όσων έπραξε εδώ.
Τώρα, όχι μετά τον θάνατο
Γι’ αυτό, λέει ο Άγιος, ας φύγουμε από την απάτη της ζωής και από τη «φαινομενική της ευφροσύνη» και ας τρέξουμε μόνο στον Χριστό, τον Σωτήρα των ψυχών μας. Ας φροντίσουμε να βρούμε Εκείνον που είναι παρών παντού, κι αν Τον βρούμε, ας Τον αγκαλιάσουμε, ας πέσουμε στα πόδια Του και ας Του τα φιλήσουμε με τη θέρμη της ψυχής μας.
«Έτσι προσεύχομαι», λέει ο Άγιος: ας φροντίσουμε, όσο ζούμε, να Τον δούμε και να Τον θεωρήσουμε. Αν αξιωθούμε πραγματικά να Τον δούμε εδώ, «δεν θα πεθάνουμε και ο θάνατος δεν θα μας κυριεύσει». Ο Άγιος δεν λέει ότι το σώμα δεν θα πεθάνει: λίγο πριν μιλά για το σώμα που αφήνουμε νεκρό. Με τα λόγια αυτά απαντά στο ερώτημα που έθεσε όταν μιλούσε για τη σφραγίδα: μπορεί ο θάνατος να εξουσιάσει τις σφραγισμένες ψυχές; Εκείνον που είδε τον Χριστό ο θάνατος δεν τον κυριεύει πια. Γι’ αυτό δεν τον φοβάται πια. Και η θέα δεν αναβάλλεται για τη μέλλουσα ζωή: ο Άγιος ζητά να αγωνιστούμε ώστε «τώρα να Τον δούμε».
Ο Άγιος φοβάται και μια πλάνη: να νομίσουμε ότι έχουμε τον Χριστό μέσα μας, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουμε τίποτε, και να βγούμε από τη ζωή «με άδεια χέρια». Τότε θα ακούγαμε τον βαρύ λόγο, με τον οποίο αφαιρείται από τον άνθρωπο ακόμη και «ό,τι νομίζει ότι έχει», και θα κλαίγαμε με αιώνια θλίψη. Έτσι στον Λόγο αυτόν στέκονται αντιμέτωπα δύο είδη κλαυθμού: το μακάριο πένθος του τώρα, που φέρνει παρηγοριά, και ο κλαυθμός του ύστερα, εκείνων που έφυγαν με άδεια χέρια. Ο Άγιος προσεύχεται στον Θεό να μη συμβεί αυτό.
Ο Άγιος μιλά σε ανθρώπους που απαρνήθηκαν τον κόσμο: «εμείς που απαρνηθήκαμε όλο τον κόσμο και τρέξαμε στον Χριστό». Θεμέλιο όμως των λόγων του είναι η σφραγίδα του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, που τη φέρει κάθε χριστιανός, και γι’ αυτό το ερώτημά του μας αφορά όλους.
Ο Άγιος τελειώνει με μια προσευχή. Ζητά από τον Θεό να μας δώσει να τηρούμε τις εντολές Του και να καθαριζόμαστε με δάκρυα και μετάνοια, ώστε να δούμε από εδώ κιόλας το θείο Φως, δηλαδή τον ίδιο τον Χριστό Ιησού, και να μένει Εκείνος μέσα μας. Ζητά να τρέφει με το Πνεύμα Του τις ψυχές μας και να τις ανασταίνει, ώστε να γευτούμε τη γλυκύτητα των αγαθών της Βασιλείας Του, της οποίας είθε να αξιωθούμε όλοι εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, στον Οποίο πρέπει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Το κείμενο ακολουθεί τον Β΄ Λόγο του βιβλίου «Din învățăturile Sfântului Simeon, Noul Teolog» («Από τις διδαχές του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου»), σε επιμέλεια της Μονής των Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, που τυπώθηκε με την ευλογία του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Άρτζες (Argeș) Καλλινίκου (σ. 6–19). Τα βιογραφικά στοιχεία ακολουθούν τη σημείωση της έκδοσης, η δε εξορία του 1009 τη ρουμανική εφημερίδα «Ziarul Lumina». Τα αποσπάσματα από την έκδοση είναι σύντομα και μεταφρασμένα από τα ρουμανικά· τα υπόλοιπα αποδίδονται ελεύθερα. Τα χωρία της Αγίας Γραφής παρατίθενται στο πρωτότυπο κείμενο της Καινής Διαθήκης και κατά τη μετάφραση των Εβδομήκοντα.