
Το άρθρο διευκρινίζει γιατί ο σπάνιος τίτλος του Θεολόγου δεν δηλώνει την απλή πολυμάθεια, αλλά τον λόγο περί Θεού που γεννιέται από την προσευχή, την κάθαρση και την όραση.
Η σημαντική διάκριση δεν είναι ανάμεσα σε «μεγαλύτερους» και «μικρότερους» ανθρώπους, αλλά ανάμεσα σε διαφορετικά έργα: θεολογία εξ όψεως, ομολογία, δογματική, πατερική σύνθεση και ακαδημαϊκό υπόμνημα.
Για το κρυφό κριτήριο ενός σπάνιου τίτλου και για το τι σημαίνει, στην πραγματικότητα, «θεολόγος» στην πατερική Παράδοση
1. Το απλό ερώτημα
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τιμήσει με τον τίτλο Θεολόγος μόνο τρεις αγίους: τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή (1ος αιώνας), τον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (4ος αιώνας) και τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο (10ος–11ος αι.). Τρεις άνθρωποι σε δύο χιλιάδες χρόνια. Τρία ονόματα σε μια Παράδοση που γέννησε εκατοντάδες Πατέρες τεράστιου αναστήματος.
Και εδώ γεννιέται το ερώτημα που κάθε καλλιεργημένος αναγνώστης της πατερικής γραμματείας θέτει στον εαυτό του νωρίτερα ή αργότερα, αν δεν το θέτει ήδη από τις πρώτες αναγνώσεις: και οι υπόλοιποι; Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έγραψε τη Δογματική — την Έκδοση ακριβή της ορθοδόξου πίστεως — που έγινε το εγχειρίδιο πίστεως ολόκληρης της ανατολικής Παράδοσης επί μία χιλιετία. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έγραψε τα Αμπίγκουα, τις Απαντήσεις προς Θαλάσσιον, τα Θεολογικά Κεφάλαια — το πυκνότερο σώμα της βυζαντινής μυστικής θεολογίας. Ο Μέγας Βασίλειος έγραψε το Περί του Αγίου Πνεύματος σε μια εποχή που αμφισβητούνταν η ίδια η θεότητα του Πνεύματος. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας υπερασπίστηκε το ομοούσιον επί πενήντα χρόνια, με τίμημα πέντε εξορίες. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάχθηκε — κατά την ιστορική μαρτυρία, όπως την έχει παραλάβει η αθωνική Παράδοση — από την ίδια την Παναγία, είδε το άκτιστο φως και καθόρισε τον 14ο αιώνα τη διδασκαλία για τις θείες ενέργειες.
Κανένας από αυτούς δεν ονομάζεται Θεολόγος. Η Παράδοση τούς ονόμασε διαφορετικά — Ομολογητής, Μέγας, Υπερασπιστής, Δαμασκηνός, Θεσσαλονίκης — και επιφύλαξε τον τίτλο Θεολόγος ακριβώς για τους τρεις. Γιατί;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι μια περιέργεια της πολυμάθειας. Είναι, αντίθετα, μία από τις πολυτιμότερες διακρίσεις που μας κληροδότησε η πατερική Παράδοση. Γιατί μας διδάσκει, με την ίδια τη σιωπή της, τι είναι η θεολογία με την ορθόδοξη έννοια — και τι δεν είναι. Και από εδώ ανοίγονται συνέπειες που αγγίζουν άμεσα τη σημερινή μας αντίληψη για το τι σημαίνει «ορθόδοξος θεολόγος» και γιατί, με αυτή την αυστηρή έννοια, η Δογματική ενός καθηγητή θεολογίας — όσο πολύτιμη και όσο πολυσυζητημένη κι αν είναι — παραμένει κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από τους Θεολογικούς Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού.
2. Μια διάκριση από την οποία εξαρτάται όλο το υπόλοιπο: οι τρεις έννοιες της λέξης «θεολόγος»
Πριν στρέψουμε το βλέμμα στους τρεις, οφείλουμε να απαντήσουμε σε μια απορία που γεννά το ίδιο το ερώτημα. Αν μόνο τρεις άγιοι φέρουν τον τίτλο Θεολόγος, γιατί μιλάμε, στην κοινή χρήση, για τον Άγιο Βασίλειο ως θεολόγο του Αγίου Πνεύματος, για τον Άγιο Μάξιμο ως θεολόγο των λόγων, για τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως θεολόγο του άκτιστου φωτός; Πώς συμβιβάζεται αυτή η συνήθης χρήση με την αυστηρή επιφύλαξη του τίτλου για τους τρεις;
Η απάντηση βρίσκεται σε μια γλωσσική διάκριση που η ελληνική γλώσσα κάνει φυσικά, ενώ η ρουμανική (και η αγγλική, και η γαλλική, και η σλαβονική) τη συγχώνευσαν σε μία λέξη. Η Παράδοση γνωρίζει τρεις έννοιες της λέξης θεολόγος, διατεταγμένες ιεραρχικά — και η σύγχρονη σύγχυση συνίσταται στο ότι τις ταυτίζουμε.
Η πρώτη έννοια είναι ο λειτουργικός τίτλος, Ο Θεολόγος — ο Θεολόγος, με οριστικό άρθρο. Αυτός δεν είναι περιγραφή έργου, αλλά όνομα. Ανήκει μόνο στους τρεις που η Εκκλησία αναγνώρισε, με τη λειτουργική και συνοδική της χρήση, ως φορείς αυτού του ονόματος: τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, τον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Όπως ορισμένα εκκλησιαστικά επίθετα παγιώνονται λειτουργικά και γίνονται σχεδόν κύρια ονόματα — Χρυσόστομος, Ομολογητής, Δαμασκηνός, Σφραγίδα των Πατέρων — έτσι και ο Θεολόγος δεν είναι απλώς περιγραφή, αλλά καθιερωμένο προσωνύμιο. Λειτουργεί ως κύριο όνομα, όχι ως κοινό ουσιαστικό.
Η δεύτερη έννοια είναι η πλήρης πατερική: θεολόγος (χωρίς άρθρο, ως κοινό ουσιαστικό) — δηλαδή ο άνθρωπος που μιλά για τον Θεό εκ της εσωτερικής όρασης, εκ της καθαρής προσευχής, εκ της απάθειας. Σε αυτή την έννοια εντάσσονται όλοι οι μεγάλοι Πατέρες: ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής, ο Άγιος Μάρκος ο Ασκητής και πολλοί άλλοι. Αυτή είναι η έννοια που χρησιμοποιεί ο Άγιος Ευάγριος ο Ποντικός στον περίφημο λόγο του από το Περί προσευχής: «Αν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι αληθινά· και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος» (κεφ. 60, Φιλοκαλία τόμ. Α΄, μτφρ. Στανιλοάε, Σιμπίου 1947, σ. 81). Εδώ, θεολόγος δεν σημαίνει πια ο Θεολόγος, αλλά εκείνος που έλαβε τη γνώση του Θεού μέσω της προσευχής. Και ο Άγιος Ευάγριος θέτει έναν απόλυτο όρο: χωρίς αληθινή προσευχή δεν υπάρχει αληθινή θεολογία. Η φράση έχει μείνει, από τότε, κανόνας της Παράδοσης.
Η τρίτη έννοια είναι η σύγχρονη, περιγραφική: οποιοσδήποτε μαθαίνει, μελετά ή γράφει για τον Θεό. Σε αυτή την έννοια εντάσσονται οι καθηγητές θεολογίας, οι φοιτητές των θεολογικών σχολών, οι σχολιαστές των Πατέρων, οι συγγραφείς δογματικών πραγματειών. Είναι η ευρύτερη έννοια — και η πιο όψιμη. Γεννήθηκε, στην κοινή χρήση, μόλις με τα μεσαιωνικά πανεπιστήμια και, αργότερα, με τις θεολογικές σχολές του 19ου αιώνα. Η πατερική Παράδοση δεν γνωρίζει, ως πνευματικό κανόνα, την ιδέα ενός θεολόγου αποκομμένου από την προσευχή, την κάθαρση και την ασκητική ζωή. Η λέξη θεολόγος είχε, στον παγανισμό, ευρύτερη χρήση — οι ποιητές, οι μυθογράφοι που «μιλούσαν για τους θεούς» (ο Ησίοδος, ο Φερεκύδης, οι θεολόγοι του Αριστοτέλη) — αλλά οι Πατέρες μεταμόρφωσαν αυτή την κατηγορία θέτοντας το ασκητικό κατώφλι. Και αυτό που η σημερινή εποχή ονομάζει «θεολόγο» — τον πανεπιστημιακό καθηγητή χωρίς ασκητική προϋπόθεση — δεν είναι ούτε ανάκτηση της παγανιστικής έννοιας ούτε συνέχιση της πατερικής· είναι τυπικά σύγχρονη επινόηση. Για τους παλαιούς, θεολόγος χωρίς καθαρή προσευχή ήταν αντίφαση εν τοις όροις.
Η διαφορά ανάμεσα στις τρεις φαίνεται καθαρά αν δούμε σε ποιον εφαρμόζεται η καθεμία:
- Έννοια Ι (ο λειτουργικός τίτλος): μόνο στους τρεις
- Έννοια ΙΙ (η πατερική σημασία): σε όλους τους αγίους Πατέρες που μίλησαν εξ όψεως — τον Βασίλειο, τον Μάξιμο, τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τον Παλαμά και σε πολλούς άλλους
- Έννοια ΙΙΙ (η σύγχρονη σημασία): σε οποιονδήποτε μελετά θεολογία, ανεξάρτητα από την πνευματική του κατάσταση
Και η πατερική Παράδοση, ως πνευματικός κανόνας, δεν αναγνωρίζει την έννοια ΙΙΙ ως νόμιμη θέση. Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, για τον Άγιο Ευάγριο, για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, θεολόγος σημαίνει θεολόγος. Το να υποθέτει κανείς ότι μπορεί να υπάρξει θεολόγος χωρίς προσευχή, χωρίς κάθαρση, χωρίς καν τις απαρχές της όρασης — αυτό είναι επινόηση των νεότερων χρόνων. Ο Πρώτος Θεολογικός Λόγος του Αγίου Γρηγορίου, που θα παραθέσουμε εκτενώς παρακάτω, είναι ακριβώς η υπεράσπιση αυτής της διάκρισης απέναντι σε εκείνους που ήθελαν, ήδη από τον 4ο αιώνα, να κάνουν τη θεολογία επάγγελμα και δημόσια επίδειξη, χωρίς θεμέλιο κάθαρσης.
Γι’ αυτό, όταν λέμε σήμερα «ο Άγιος Βασίλειος, μεγάλος θεολόγος», λέμε αλήθεια — αλλά με την έννοια ΙΙ, όχι με την έννοια Ι. Και όταν λέμε «ένας μεγάλος σύγχρονος θεολόγος», οφείλουμε να αναρωτηθούμε ειλικρινά: με ποια έννοια; Με τη ΙΙ — δηλαδή, είναι πράγματι αυτός ο άνθρωπος βιωματικός φορέας καθαρής προσευχής, κάτοχος εσωτερικής όρασης; Ή με την ΙΙΙ — δηλαδή, είναι άνθρωπος μορφωμένος και πολυδιαβασμένος, χωρίς αυτό να προϋποθέτει αναγκαστικά όσα περιλαμβάνει η έννοια ΙΙ;
Αυτή η γλωσσική διάκριση, που μπορεί να φαίνεται δευτερεύουσα, είναι στην πραγματικότητα κλειδί κατανόησης για όσα ακολουθούν. Γιατί η ίδια η δυνατότητα της σύγχρονης γλώσσας μας να χρησιμοποιεί τη λέξη θεολόγος χωρίς να προϋποθέτει προσευχή είναι σύμπτωμα της απομάκρυνσής μας από την πατερική έννοια. Η Παράδοση δεν γνώριζε αυτό το πρόβλημα. Οι παλαιοί δεν μπορούσαν να σκεφτούν θεολόγο χωρίς προσευχή, όπως δεν μπορούσαν να σκεφτούν γιατρό χωρίς ιατρική ή τσαγκάρη χωρίς σφυρί.
3. Οι τρεις και τι τους ενώνει
Για να κατανοήσουμε τώρα τι σημαίνει ο τίτλος Θεολόγος — με την έννοια Ι — πρέπει να δούμε εκείνους που τον φέρουν. Και να ρωτήσουμε — όχι τι έγραψαν, αλλά για ποιο θέμα έγραψαν και από πού μίλησαν.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (1ος αι.)
Ο Άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης είναι ο Θεολόγος κατ’ εξοχήν — είναι η πηγή της ίδιας της λέξης, στην ελληνική γλώσσα της Εκκλησίας. Η λέξη Θεολόγος συνοδεύει τον Ιωάννη ήδη από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας. Γιατί;
Επειδή το Δ΄ Ευαγγέλιο — το μόνο από τα τέσσερα που δεν αρχίζει με τη σωματική γέννηση του Σωτήρα, αλλά με τον πρόλογό Του: «Εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν, και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιω. 1, 1) — είναι η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το εσωτερικό μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Ο Άγιος Ιωάννης, σε αντίθεση με τους τρεις συνοπτικούς ευαγγελιστές, δεν ξεκινά ούτε από τη σωματική γέννηση του Σωτήρα, ούτε από το κήρυγμά Του στον κόσμο, ούτε από μια χρονολογική παράθεση των πράξεών Του. Τα επτά σημεία που περιλαμβάνει το Ευαγγέλιό του — ο γάμος στην Κανά, η θεραπεία του γιου του βασιλικού, ο παράλυτος της Βηθεσδά, ο χορτασμός των πεντακισχιλίων, ο περίπατος στη θάλασσα, ο εκ γενετής τυφλός, η ανάσταση του Λαζάρου — δεν είναι θαύματα ανάμεσα σε άλλα θαύματα· είναι βαθμίδες ανάβασης προς μία μοναδική ομολογία: είδαμε τη δόξα Του. Ανεβαίνει, επίμονα όσο κανένας άλλος ευαγγελιστής, από το έργο στο Πρόσωπο, από τον χρόνο στην αιωνιότητα, από τον Ιησού στον Λόγο. Μιλά για το ποιος είναι ο Θεός καθ’ εαυτόν: ότι ο Πατήρ έχει τον Λόγο από Εαυτόν εξ αιώνος, ότι ο Λόγος είναι Θεός, ότι εν Αυτώ ήταν η ζωή, ότι αυτό το φως φωτίζει μέσα στο σκοτάδι.
Η μαρτυρία του Αγίου Ιωάννη είναι εξ άμεσης όρασης. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. 1, 14). Αυτό το «εθεασάμεθα» δεν είναι μεταφορά. Ο Ιωάννης ήταν εκείνος που αναπαύθηκε στο στήθος του Κυρίου στον Μυστικό Δείπνο. Ήταν εκείνος που στάθηκε στον Σταυρό. Ήταν εκείνος που παρέλαβε την Παναγία στο σπίτι του. Ήταν εκείνος που, αργότερα, στην έρημο της Πάτμου, είδε τον θρόνο του Θεού και το Αρνίον το εσφαγμένο.
Ο Άγιος Ιωάννης είδε, έπειτα μίλησε. Και μίλησε για το εσωτερικό μυστήριο της Τριάδας — για τη μεταξύ Πατρός και Υιού αιώνια σχέση. Αυτή είναι η αρχαιότερη έννοια του τίτλου Θεολόγος: εκείνος που μιλά, από μια όραση, για τα εντός του Θεού.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (4ος αι.)
Ο δεύτερος που έλαβε τον τίτλο, επτακόσια χρόνια μετά τον Ιωάννη και έντεκα αιώνες πριν από τον Συμεών, είναι ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Ο τίτλος Θεολόγος μαρτυρείται πολύ νωρίς στην εκκλησιαστική πρόσληψή του, και σε έγγραφα που σχετίζονται με τις Πράξεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα (451) — χωρίς αυτό να σημαίνει, ωστόσο, ότι η Σύνοδος του απένειμε πανηγυρικά τον τίτλο με συνοδική πράξη. Η Χαλκηδόνα μαρτυρεί μάλλον μια κύρωση που ήδη υπήρχε: λιγότερο από έναν αιώνα μετά την κοίμησή του, ο Άγιος Γρηγόριος μνημονευόταν, στους υψηλότερους εκκλησιαστικούς κύκλους, ως Θεολόγος, χωρίς να χρειάζεται καμία εξήγηση.
Ο Άγιος Γρηγόριος έγραψε πολλά — κηρύγματα, επιστολές, ποιήματα. Από όλα του τα έργα, πέντε κείμενα είναι εκείνα που του χάρισαν τον τίτλο: οι Πέντε Θεολογικοί Λόγοι (Λόγοι 27–31), που εκφωνήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 380, στον ναό της Αγίας Αναστασίας, σε μια εποχή που η πόλη βρισκόταν ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, στα χέρια των Αρειανών.
Τι έκανε ο Άγιος Γρηγόριος σε αυτούς τους πέντε Λόγους; Μίλησε, όπως και ο Ιωάννης, για το εσωτερικό μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Υπερασπίστηκε τη θεότητα του Υιού (ο δεύτερος Λόγος). Υπερασπίστηκε τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος (ο πέμπτος Λόγος). Διατύπωσε με λόγια εκείνο που ο ανθρώπινος νους δεν φτάνει: πώς οι Τρεις είναι Ένας, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Πώς ο Πατήρ είναι ο μόνος γεννήτωρ, ο Υιός μονογενής, το Πνεύμα εκπορευόμενο. Πώς η μοναρχία ανήκει στον Πατέρα, χωρίς να είναι ο Υιός και το Πνεύμα κατώτεροι. Πώς οι Τρεις μετέχουν στην ίδια ουσία, χωρίς να είναι τρεις θεοί.
Ο Άγιος Γρηγόριος όμως δεν αρχίζει τους Λόγους με το δόγμα. Τους αρχίζει με μια προειδοποίηση. Ο πρώτος Θεολογικός Λόγος δεν μιλά για τον Θεό — μιλά για το ποιος έχει το δικαίωμα να μιλά για τον Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος θέτει ένα κατώφλι, και το κατώφλι αυτό έγινε, από τότε, το ίδιο το κριτήριο της πατερικής θεολογίας. «Δεν είναι για τον καθένα — λέει — να θεολογεί, ούτε παντού, ούτε με όποιον τρόπο, ούτε για οτιδήποτε. Αλλά μόνο για εκείνους που έχουν δοκιμαστεί, που έχουν προχωρήσει στη θεωρία και, πάνω απ’ όλα, έχουν καθαρθεί, ή τουλάχιστον καθαρίζονται, σε σώμα και ψυχή» (Θεολογικός Λόγος Α΄, §3).
Εδώ βρίσκεται ένας κανόνας που καμία σύγχρονη πανεπιστημιακή θεολογία δεν μπορεί πια να τηρήσει — γιατί, αν τον τηρούσε, θα όφειλε να αναγνωρίσει τα όριά της. Το θεολογείν — ο λόγος περί Θεού — απαιτεί προηγουμένως κάθαρση. Όχι πολυμάθεια. Όχι παραθέματα. Όχι συστηματοποίηση. Αλλά κάθαρση της καρδιάς. Γιατί, χωρίς κάθαρση, η σκέψη περί Θεού είναι φαντασίωση. Και η φαντασίωση, όσο λαμπερή κι αν είναι, είναι κάτι άλλο από θεολογία.
Ο Άγιος Γρηγόριος μίλησε για την Τριάδα ως εκείνος που την είχε γνωρίσει. Η μαρτυρία του από τον Λόγο 28 είναι μία από τις τολμηρότερες εκφράσεις της Παράδοσης: «Θα ανέβω στο όρος» — δηλαδή στο Σινά, όπως ο Μωυσής — «και θα διαπεράσω το νέφος. Και εκεί θα δω, όσο μου είναι δυνατό, το μέρος του Θεού που είναι δυνατό να το δει κανείς· δεν θα είναι το πρόσωπό Του, αλλά τα νώτα Του — δηλαδή όχι η φύση Του, αλλά οι ενέργειές Του» (Θεολογικός Λόγος Β΄, §3). Εδώ φαίνεται το όριο που χαράσσει ο Άγιος Γρηγόριος — και που, ύστερα από χίλια χρόνια, θα το πάρει λέξη προς λέξη ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: η φύση του Θεού παραμένει άγνωστη· μόνο τα νώτα — οι ενέργειες — είναι γνωστά. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος δεν μιλά για ενέργειες. Μιλά για την Τριάδα. Για το πώς οι Τρεις είναι Ένα. Αυτή είναι η θεολογία κυρίως.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (10ος–11ος αι.)
Ο τρίτος, και τελευταίος, έλαβε τον τίτλο του Θεολόγου περισσότερα από εξακόσια χρόνια μετά τον Γρηγόριο. Ο Άγιος Συμεών πέθανε το 1022. Κατά την αγιοκατάταξή του, η Εκκλησία πρόσθεσε στο όνομά του το προσωνύμιο «Νέος Θεολόγος». «Νέος» όχι επειδή εισήγαγε κάποια νέα διδασκαλία — ο ίδιος υπερασπίστηκε τον εαυτό του απέναντι σε αυτή την κατηγορία σε όλη του τη ζωή — αλλά επειδή, ύστερα από έξι αιώνες κατά τους οποίους ο τίτλος παρέμενε επιφυλαγμένος μόνο για τον Γρηγόριο και τον Ιωάννη, η Εκκλησία αναγνώρισε ότι υπάρχει κάποιος που μιλά, ξανά, όπως εκείνοι.
Τι έκανε ο Άγιος Συμεών; Δεν έγραψε συστηματική δογματική. Δεν υπερασπίστηκε κάποια οικουμενική σύνοδο. Δεν πολέμησε μείζονες δογματικές αιρέσεις. Έγραψε τις Κατηχήσεις, τους Ηθικούς Λόγους, τα Θεολογικά και Πρακτικά Κεφάλαια — και, κυρίως, τους Ύμνους του θείου έρωτος, πενήντα οκτώ μυστικά ποιήματα που αριθμούν περίπου έντεκα χιλιάδες στίχους.
Και σε αυτούς τους ύμνους, ο Άγιος Συμεών κάνει κάτι χωρίς προηγούμενο στην ελληνική πατερική γραμματεία: μιλά για τη δική του εμπειρία της όρασης του Θεού. Δεν παραθέτει — μαρτυρεί. Δεν συστηματοποιεί — διηγείται. «Ζώστηκα με Σένα, Θεέ μου, και Εσύ με ντύθηκες τον Εαυτό Σου, σαν ένδυμα. Το φως Σου είσαι Εσύ ο ίδιος, Θεέ μου. Μη μου μιλάς για κάποιο άλλο — μίλησέ μου για Σένα» (παράφραση του Ύμνου 24, έκδ. Sources Chrétiennes 174).
Και εκείνο που είδε και ομολόγησε είναι το θείο φως — το άκτιστο φως, που συνδέεται με την ίδια την Τριάδα. Ο Άγιος Συμεών δεν διαχωρίζει, μέσα στην εμπειρία του, την όραση του Πατρός από την όραση του Υιού και από την όραση του Πνεύματος. Το φως που εκείνος έλαβε είναι της Αγίας Τριάδας. Και από εδώ ο τίτλος: όπως ο Ιωάννης, όπως ο Γρηγόριος, ο Άγιος Συμεών μίλησε από άμεση όραση για το εσωτερικό μυστήριο της Αγίας Τριάδας.
Το κοινό νήμα
Τώρα μπορούμε να δούμε τους τρεις μαζί. Τι τους ενώνει;
Όχι ο όγκος των έργων — ο Ιωάννης έγραψε ένα σύντομο Ευαγγέλιο, τρεις μικρές Επιστολές και μια Αποκάλυψη· ο Γρηγόριος έγραψε γύρω στους πενήντα Λόγους· ο Συμεών έγραψε περίπου πεντακόσιες σελίδες πεζού λόγου και ύμνων. Ο όγκος διαφέρει τεράστια.
Όχι το σύστημα — κανένας τους δεν έγραψε μια Δογματική με τη στενή έννοια της λέξης. Ο Ιωάννης έγραψε αφηγηματικά. Ο Γρηγόριος έγραψε ομιλητικά. Ο Συμεών έγραψε ποιητικά και κατηχητικά.
Όχι το εκκλησιαστικό αξίωμα — ο Ιωάννης ήταν απόστολος, ο Γρηγόριος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Συμεών ηγούμενος μικρότερης μονής, αμφισβητούμενος από το πατριαρχείο.
Αυτό που τους ενώνει είναι κάτι άλλο. Και οι τρεις μίλησαν, από προσωπική όραση, για το εσωτερικό μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Όχι για τα έργα της Τριάδας στον κόσμο — τα ad extra. Αλλά για την Τριάδα καθ’ εαυτήν — τα ad intra. Και η μαρτυρία τους ήταν βιωματική: όχι σύνθεση εκείνων που είχαν παραλάβει, αλλά έκφραση εκείνων που είχαν δει.
Αυτή είναι, με τη στενή έννοια, η θεολογία. Και αυτό — στη δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας — το έκαναν, ως ιδιαίτερο έργο της ζωής τους, μόνο τρεις άνθρωποι.
4. Γιατί όχι και οι άλλοι; Η περίπτωση του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού
Τώρα μπορούμε να επιστρέψουμε στο ερώτημα που μας έδωσε την αφορμή: και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που έγραψε τη Δογματική; Και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής; Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς;
Η περίπτωση του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού (περ. 675–749) είναι, ίσως, η πιο καθαρή για να δούμε τη διάκριση. Η Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως — το τρίτο μέρος του μεγάλου έργου του Πηγή γνώσεως — είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα από τα σημαντικότερα θεολογικά κείμενα της ανατολικής Παράδοσης. Επί μία χιλιετία υπήρξε το βασικό εγχειρίδιο της ορθόδοξης θεολογίας. Ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης το παραθέτει διαρκώς στη Δύση. Οι βυζαντινές, σλαβικές, λατινικές, αραβικές εκδόσεις κυκλοφόρησαν σε ολόκληρη την Ανατολή. Κι όμως, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δεν ονομάζεται Θεολόγος. Ονομάζεται Δαμασκηνός — από τον τόπο της γέννησής του. Γιατί;
Επειδή ο ίδιος ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναγνώρισε, με απόλυτη σαφήνεια, τι έκανε και τι δεν έκανε. Δεν έγραψε από όραση — συγκέντρωσε. «Δεν θα πω τίποτε από τον εαυτό μου» — δηλώνει στον Πρόλογο της Δογματικής — «αλλά θα εκθέσω όσα είπαν οι εκλεκτότεροι Πατέρες και θα κάνω μια σύνοψη από τα συγγράμματά τους». Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι, κατά την ομολογία του ίδιου, ο συνθέτης της Παράδοσης — όχι ο εμπνευστής της. Έδωσε συστηματική μορφή σε όσα παρέλαβε από τον Βασίλειο, από τον Γρηγόριο, από τον Αθανάσιο, από τον Μάξιμο. Έκανε ένα έργο κατεξοχήν πατερικό — αλλά όχι ένα έργο θεολογικό με τη στενή έννοια.
Αυτό δεν είναι κριτική. Είναι διαπίστωση της φύσης του έργου. Η Παράδοση κάνει ανάμεσα στα δύο μια διάκριση που εμείς, σήμερα, δεν τη βλέπουμε πια. Το να μιλά κανείς εξ όψεως — αυτό είναι θεολογία. Το να συγκεντρώνει όσα ειπώθηκαν εξ όψεως — αυτό είναι πατρολογία, ή δογματική, ή συστηματική. Και τα δύο είναι άγια έργα. Αλλά δεν είναι το ίδιο έργο.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580–662) είναι κι αυτός ένα τεράστιο παράδειγμα. Τα συγγράμματά του για τα δύο θελήματα εν Χριστώ, για τους λόγους των όντων, για τα στάδια της πνευματικής ζωής συγκαταλέγονται στα πυκνότερα της Παράδοσης. Υπέφερε γι’ αυτά το κόψιμο της γλώσσας και του δεξιού χεριού. Κι όμως, η Παράδοση δεν τον λέει Θεολόγο. Τον λέει Ομολογητή — γιατί το ιδιαίτερο έργο του ήταν η ομολογία, η διατήρηση της διδασκαλίας μέσα από το πάθος, και η διασάφηση της χριστολογίας και της ανθρωπολογίας. Ο Άγιος Μάξιμος μίλησε πολύτιμα για το πώς ο Χριστός περιέχει δύο φύσεις, δύο θελήματα, δύο ενέργειες. Δεν μίλησε, ως δικό του έργο, για το εσωτερικό μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Αυτό είχε ήδη λεχθεί από τον Γρηγόριο.
Τον Μέγα Βασίλειο η Παράδοση τον ονομάζει «Μέγα» — όχι Θεολόγο, αν και έγραψε για το Άγιο Πνεύμα. Τον Άγιο Αθανάσιο τον ονομάζει «Αθανάσιο τον Μέγα» — όχι Θεολόγο, αν και υπερασπίστηκε το ομοούσιον. Τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας τον ονομάζει «σφραγίδα των Πατέρων» — όχι Θεολόγο, αν και διασάφησε την ένωση καθ’ υπόστασιν. Τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο τον ονομάζει «Χρυσόστομο» — όχι Θεολόγο, αν και υπήρξε κήρυκας χωρίς όμοιο. Ο καθένας έλαβε, από την Παράδοση, το όνομα που ανταποκρίνεται στο έργο του. Και ο Θεολόγος είναι επιφυλαγμένος για εκείνους που μίλησαν, εξ όψεως, για την Τριάδα.
5. Η περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά
Εδώ γεννιέται όμως η βαρύτερη ένσταση, και αυτή που αξίζει τη σοβαρότερη απάντηση. Γιατί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296–1359) είχε θεία όραση. Διδάχθηκε, κατά την αθωνική Παράδοση, από την ίδια την Παναγία. Είδε το άκτιστο φως του Θαβώρ. Έγραψε, με τόλμη που έσπασε τους αιώνες, για αυτό το φως.
Κι όμως, δεν είναι ο Θεολόγος.
Η απάντηση είναι, για όσους εισέρχονται βαθιά στην Παράδοση, μία από τις πολυτιμότερες ανακαλύψεις που μπορεί να κάνει ο αναγνώστης. Το έργο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν ήταν να μιλήσει για το εσωτερικό μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Ήταν να υπερασπιστεί το όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και την Τριάδα. Ακριβέστερα: ήταν να καθορίσει, τον 14ο αιώνα, τη διδασκαλία ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί με τον Θεό, ήδη από τη ζωή αυτή, διά των θείων ενεργειών — όχι διά της ουσίας Του.
Η διάκριση που καθόρισε ο Άγιος Γρηγόριος — η ουσία παραμένει αμέθεκτη· οι ενέργειες μετέχονται — είναι μία από τις μεγάλες συνθέσεις της Παράδοσης. Υπερασπίστηκε τον αθωνικό ησυχασμό απέναντι στις κατηγορίες του Βαρλαάμ του Καλαβρού. Καθόρισε δογματικά εκείνο που βίωσαν οι Πατέρες της ερήμου και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Κατέστησε αδύνατη, στην Ανατολή, την ολίσθηση προς τον θεολογικό ορθολογισμό. Και διατήρησε, για πάντα, τη διδασκαλία ότι η θέωση δεν είναι μεταφορά, αλλά οντολογική πραγματικότητα.
Κι όμως — ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομολογεί, στον ίδιο τον πυρήνα της διδασκαλίας του, ότι η ουσία της Τριάδας παραμένει άγνωστη στην κτίση ακόμη και στον μέλλοντα αιώνα. Βλέπουμε τις ενέργειες. Βλέπουμε το φως. Θεωνόμαστε διά της χάριτος. Αλλά η φύση της Τριάδας — τα εντός του Αγίου Θεού — μένουν αθέατα και άρρητα.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έχει, βεβαίως, τριαδολογικά συγγράμματα — τα Κεφάλαια περί της τριαδικής θεολογίας, το Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος — και υπερασπίζεται καθαρά το χαλκηδόνιο δόγμα. Αλλά το διακριτικό του έργο στην Παράδοση, εκείνο για το οποίο η Εκκλησία του αναγνώρισε τον τίτλο του Υπερασπιστή του ησυχασμού, δεν είναι η έκθεση των υποστατικών σχέσεων της Τριάδας, αλλά ο δογματικός καθορισμός της διάκρισης ανάμεσα στην αμέθεκτη θεία ουσία και τις μετεχόμενες θείες ενέργειες. Μίλησε για την Τριάδα — αλλά μίλησε κυριότερα για το πώς η Τριάδα κατεβαίνει προς την κτίση, όχι για το πώς γνωρίζεται η Τριάδα καθ’ εαυτήν. Υπερασπίστηκε ένα όριο — το σωτήριο όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό — χωρίς το οποίο ο άνθρωπος θα ήταν είτε χωρισμένος από τον Θεό (βαρλααμισμός) είτε ταυτισμένος με τον Θεό (παντεϊσμός). Και η Παράδοση τον ονομάζει, ανάλογα με το έργο του: Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Υπερασπιστής του ησυχασμού.
Αυτό δεν είναι υποβιβασμός του Αγίου Γρηγορίου. Είναι ακριβής τοποθέτηση. Γιατί, αν τον ονομάζαμε Θεολόγο, θα χάναμε ακριβώς το ειδικό νόημα του τίτλου. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος από τη Ναζιανζό μίλησε για τις υποστατικές διακρίσεις της Τριάδας — ο Πατήρ αγέννητος, ο Υιός γεννητός, το Πνεύμα εκπορευτόν — χωρίς να ισχυρίζεται ότι ο νους μπορεί να διεισδύσει στον μυστηριώδη τρόπο αυτών των σχέσεων· αυτή είναι η θεολογία ad intra. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μίλησε για το πώς η Τριάδα κατεβαίνει προς την κτίση, διά των άκτιστων ενεργειών Της· αυτή είναι η θεολογία ad extra. Και οι δύο είναι θεολογία, με την ευρεία έννοια. Αλλά μόνο η πρώτη είναι θεολογία με τη στενή έννοια — στην ακριβή γλώσσα της Παράδοσης.
Ακόμη περισσότερο: αυτή τη διάκριση την αναγνώρισε ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος διάβασε τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ως πηγή του. Ο λόγος από τον Θεολογικό Λόγο Β΄ §3 — ότι βλέπουμε τα νώτα του Θεού, όχι το πρόσωπο — είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο ο Παλαμάς οικοδόμησε ολόκληρη τη διάκριση ουσίας/ενεργειών. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός άνοιξε την πόρτα· ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την κατοχύρωσε δογματικά. Αλλά άνοιξε — δηλαδή μίλησε πρώτος για το ίδιο το όριο — ο Θεολόγος.
6. Τι μας διδάσκει, λοιπόν, αυτή η διάκριση
Κοιτάζοντας τώρα το σύνολο του πανοράματος, μπορούμε να βγάλουμε μερικά συμπεράσματα που δεν είναι πατερικές περιέργειες, αλλά έχουν άμεσες συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε σήμερα την «ορθόδοξη θεολογία».
Το πρώτο: Η θεολογία, με την πιο κυριολεκτική έννοια της Παράδοσης, δεν είναι λόγος περί Θεού. Είναι λόγος εκ του Θεού. Ο λόγος του Ευαγρίου του Ποντικού, που επαναλήφθηκε χίλιες φορές μέσα στην Παράδοση, παραμένει ο κανόνας: «Αν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι αληθινά· και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος» (Περί προσευχής, κεφ. 60). Η προσευχή είναι το θεμέλιο της θεολογίας — όχι η μελέτη. Η κάθαρση της καρδιάς είναι το κατώφλι της — όχι η πολυμάθεια.
Το δεύτερο: Υπάρχει μια ιεραρχία των αγίων έργων, χωρίς αυτή να είναι ιεραρχία αγιότητας. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δεν είναι λιγότερο άγιος από τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο· είναι, κατά το μέτρο, ίσως εξίσου ή και μεγαλύτερος. Αλλά είναι άγιος κατ’ άλλο έργο. Η Παράδοση δεν συγχέει τα έργα. Ονομάζει το καθένα με το όνομά του: Ομολογητής, Μέγας, Δαμασκηνός, Χρυσόστομος, Θαυματουργός, Υπερασπιστής, Θεολόγος. Αυτή η ακρίβεια των ονομασιών είναι, από μόνη της, διδασκαλία.
Το τρίτο: Οι σύγχρονες κατηγορίες μάς τυφλώνουν απέναντι σε αυτή την ακρίβεια. Σήμερα, όταν λέμε «ένας μεγάλος ορθόδοξος θεολόγος» — ο Στανιλοάε, ο Φλορόφσκυ, ο Ρωμανίδης, ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Βλαντίμιρ Λόσκυ — χρησιμοποιούμε τη λέξη θεολόγος με έννοια εντελώς διαφορετική από εκείνη της Παράδοσης. Εννοούμε: καθηγητής θεολογίας, συγγραφέας δογματικών πραγματειών, συστηματικός στοχαστής, σχολιαστής των Πατέρων. Όλα αυτά είναι άγια και ωφέλιμα έργα — αλλά είναι έργα άλλης τάξης από εκείνη των Θεολόγων με τη στενή έννοια. Ανήκουν στην πατρολογία, στη δογματική, στο υπόμνημα. Όχι στη θεολογία με την έννοια με την οποία ο Άγιος Ιωάννης, ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ονομάστηκαν Θεολόγοι.
Αυτό δεν είναι υποβιβασμός των σύγχρονων θεολόγων — είναι, αντίθετα, προστασία της Παράδοσης. Αν κάθε καθηγητής ορθόδοξης θεολογίας ήταν θεολόγος με την έννοια που είναι ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, τότε η λέξη θα είχε χαθεί. Αλλά δεν έχει χαθεί, επειδή η Παράδοση διατηρεί τη διάκριση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δεν είναι Θεολόγος, αν και έγραψε τη Δογματική. Πολύ λιγότερο είναι θεολόγοι όσοι σχολιάζουν τη Δογματική του.
Το τέταρτο: Εδώ εισέρχεται, χωρίς πολεμική και χωρίς να κατονομάζεται κανείς, ένα ερώτημα που κάθε σημερινός ορθόδοξος καλείται να θέσει στον εαυτό του. Όταν διαβάζουμε έναν συγγραφέα που αυτοαποκαλείται, ή αποκαλείται, «ορθόδοξος θεολόγος» — είτε είναι σύγχρονος, είτε του 20ού αιώνα, είτε με διδακτορικό από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Ιάσιο ή το Βουκουρέστι — με ποια έννοια είναι θεολόγος; Με την ευρεία, σύγχρονη, ακαδημαϊκή έννοια; Ή με τη στενή έννοια της Παράδοσης, που αναγνωρίζει τρεις Θεολόγους σε δύο χιλιάδες χρόνια;
Η ειλικρινής απάντηση είναι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, με την πρώτη έννοια. Τίποτε κακό σε αυτό — αν αναγνωρίζουμε τη διάκριση. Αν όμως τη λησμονήσουμε, κινδυνεύουμε να συγχέουμε ένα λόγιο υπόμνημα των Θεολογικών Λόγων του Αγίου Γρηγορίου με τους ίδιους τους Λόγους. Κινδυνεύουμε να νομίσουμε ότι η προσευχή μπορεί να παραλειφθεί, αν διαβάσουμε αρκετά βιβλία. Κινδυνεύουμε να νομίσουμε ότι η μετάνοια — που το προηγούμενο άρθρο αυτού του ιστότοπου την πραγματεύθηκε ως κατώφλι της θεολογίας — είναι θέμα πνευματικότητας, διαχωρίσιμο από την «κυρίως θεολογία». Και αυτό είναι, ίσως, η βαρύτερη σύγχυση της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας.
Το πέμπτο — και τελευταίο: Το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν έδωσε πια τον τίτλο Θεολόγος σε κανέναν μετά τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, δηλαδή επί μία χιλιετία, δεν είναι διαπίστωση φτώχειας των καιρών. Είναι, αντίθετα, μαρτυρία της ταπεινοφροσύνης της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν έδωσε αυτόν τον τίτλο με ευκολία. Τον φύλαξε για εκείνους που μίλησαν, από προσωπική όραση της Τριάδας, για τα εντός του Θεού. Αν, από τον Άγιο Συμεών και ύστερα, υπήρξαν και άλλοι τέτοιοι θεόπτες — και υπήρξαν — η Εκκλησία δεν θέλησε, μέχρι σήμερα, να προσθέσει τον τίτλο σε κανέναν. Επειδή αυτή ακριβώς η συγκράτηση ανήκει στη θεολογία της Παράδοσης: ότι δεν επιλέγουμε εμείς ποιος είναι θεολόγος, αλλά η Εκκλησία αναγνωρίζει, αργά, μέσα στους αιώνες, με σύνεση και εγκράτεια.
Μια αναγκαία διευκρίνιση
Πριν προχωρήσουμε, οφείλουμε να κάνουμε μια διευκρίνιση που προστατεύει το άρθρο από μια εσφαλμένη ερμηνεία. Δεν περιφρονούμε την ακαδημαϊκή θεολογία όταν γίνεται με ταπείνωση και σε υπακοή στους Πατέρες. Είναι ένα αναγκαίο έργο για την Εκκλησία: διασώζει κείμενα, διευκρινίζει όρους, υπερασπίζεται το δόγμα απέναντι σε συγχύσεις, τακτοποιεί την πατερική μνήμη για όσους έρχονται μετά από εμάς, μεταφράζει τους Πατέρες σε νέες γλώσσες για νέους αναγνώστες. Χωρίς αυτήν, πολλά από τα συγγράμματα που διαβάζουμε σήμερα θα είχαν μείνει άγνωστα, ή ανέκδοτα, ή αμετάφραστα. Οφείλει όμως να γνωρίζει τη θέση της: είναι διάκονος της ζωντανής θεολογίας, όχι η πηγή της. Ο καθηγητής δογματικής δεν είναι θεολόγος εκ του αξιώματος· μπορεί να γίνει θεολόγος αν, πέρα από την έδρα, κάνει και την άσκηση που γεννά την όραση — και πολλοί, δόξα τω Θεώ, την έκαναν. Αλλά μέχρι να την κάνει, είναι πολύτιμος δάσκαλος της θεολογίας, όχι θεολόγος με την έννοια της πατερικής Παράδοσης. Και αυτή η διάκριση εξυπηρετεί τον ίδιο: τον τοποθετεί στην αλήθεια, τον προφυλάσσει από την αυταπάτη ότι είναι αυτό που δεν είναι, και τον ανοίγει προς το έργο που μπορεί να τον κάνει πραγματικά θεολόγο.
7. Οι παλαιοί και οι νέοι: πώς γνωρίζεται η διαφορά
Από όλα τα παραπάνω γεννιέται ένα πρακτικό ερώτημα που το άρθρο δεν μπορεί να παρακάμψει, αν θέλει να είναι χρήσιμο στον σημερινό αναγνώστη: πώς γνωρίζεται, συγκεκριμένα, η διαφορά ανάμεσα σε έναν θεολόγο με την πατερική έννοια και σε έναν θεολόγο με τη σύγχρονη, ακαδημαϊκή έννοια; Πώς διαβάζουμε τα βιβλία που ονομάζονται σήμερα «ορθόδοξη θεολογία»;
Την πιο καθαρή απάντηση μάς τη δίνει, παραδόξως, ένας θεολόγος της έδρας — ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης (1927–2001), καθηγητής δογματικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ύστερα στο Πανεπιστήμιο του Μπαλαμάντ. Ο π. Ιωάννης διατύπωσε τι είναι, στην πραγματικότητα, το δόγμα για την πατερική Παράδοση: όχι μια γνώμη που γίνεται δεκτή μόνο με τον νου, αλλά μια εμπειρία που πρέπει να βιωθεί μέσα στο έργο της Εκκλησίας. Όπως το λέει ο ίδιος με έμφαση: «το δόγμα δεν είναι για να πιστεύεται απλώς — το δόγμα είναι για να βιώνεται».
Η φράση αυτή — που με την πρώτη ακρόαση φαίνεται τολμηρή, σχεδόν προκλητική — δεν είναι ωστόσο πολεμική επινόηση του π. Ιωάννη. Δεν κάνει παρά να συνοψίσει, με σύγχρονη διατύπωση, όσα η Παράδοση δίδασκε πάντοτε. Το δόγμα είναι, με την πατερική έννοια, η λογική καταγραφή της αποκαλυπτικής εμπειρίας των αγίων που είδαν τον Θεό. Δεν είναι γνώμη για τον Θεό· είναι καταγραφή της όρασης του Θεού. Και για να γνωρίσει κανείς το δόγμα — όχι απλώς να το γνωρίζει ως διατύπωση — πρέπει να εισέλθει, με το προσωπικό του έργο, στην εμπειρία που το γέννησε.
Ο π. Ιωάννης διατύπωσε αυτή τη διδασκαλία σε τρία στάδια, ακολουθώντας τους Αγίους Πατέρες: κάθαρση, φωτισμός, θέωση (κάθαρσις, φωτισμός, θέωσις). Το πρώτο είναι το ασκητικό έργο του αγώνα με τα πάθη. Το δεύτερο είναι η όραση του καθαρμένου νου, που δέχεται την αδιάλειπτη προσευχή ως φυσικό έργο. Το τρίτο είναι η κυρίως θέωση, η όραση του Ακτίστου Φωτός. Τα τρία δεν είναι προαιρετικά· ούτε μπορούν να παραλειφθούν. Και χωρίς το πρώτο — δηλαδή χωρίς άσκηση — τα άλλα δύο δεν γεννιούνται.
Και εδώ τίθεται το δύσκολο ερώτημα, που κάθε ειλικρινής αναγνώστης της σύγχρονης θεολογίας καλείται να θέσει στον εαυτό του: πώς μπορεί να βιωθεί το δόγμα χωρίς άσκηση;
Η απάντηση της Παράδοσης είναι μονοσήμαντη: δεν μπορεί. Η γνώση της Τριάδας δεν είναι λογικό συμπέρασμα, αλλά όραση που γεννιέται από την κάθαρση της καρδιάς. Η γνώση του Σωτήρα ως Φωτός δεν είναι διανοητική πεποίθηση, αλλά βίωση του φωτός Του μέσα στην καθαρή προσευχή. Και η κάθαρση και η προσευχή είναι η ίδια η άσκηση. Όποιος παρέκαμψε την άσκηση, παρέκαμψε, με αυτό ακριβώς το γεγονός, το όργανο διά του οποίου το δόγμα γνωρίζεται. Του απομένουν, στα χέρια, μόνο οι διατυπώσεις — αληθινές, αλλά νεκρές. Μπορεί να τις μεταδώσει. Μπορεί να τις εξηγήσει. Μπορεί να τις συγκρίνει με άλλες παραδόσεις. Μπορεί να τις συστηματοποιήσει. Αλλά δεν μπορεί να τις γνωρίσει — με την έννοια με την οποία ο Άγιος Απόστολος Παύλος λέει «επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» (Α΄ Κορ. 13, 12).
Και όποιος δεν γνωρίζει το δόγμα — ακόμη και αν το μεταδίδει σωστά — είναι κατηχητής, όχι θεολόγος με την πατερική έννοια. Είναι σχολιαστής, όχι ομιλητής εκ της όρασης. Είναι ιστορικός της θεολογίας, όχι θεολόγος. Αυτή είναι η διάκριση που θέτει το παρόν άρθρο: όχι υποβιβασμός των λογίων, αλλά τοποθέτησή τους στη δική τους θέση.
Το παράδειγμα του π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Ακριβώς επειδή ο π. Ιωάννης διατύπωσε αυτή τη διδασκαλία με τόση ένταση, είναι πολύ χρήσιμο να κοιτάξουμε τη δική του ζωή — γιατί σε αυτήν φαίνεται τι σημαίνει να είναι κανείς θεολόγος της έδρας χωρίς να γίνει μόνο θεολόγος της έδρας.
Ο π. Ιωάννης δεν ήταν μοναχός. Ήταν έγγαμος ιερέας, πανεπιστημιακός καθηγητής, με διδακτορικό από την Αθήνα και σπουδές στο Γέιλ και στο Χάρβαρντ. Η έδρα ήταν το εξωτερικό του έργο επί μισό αιώνα. Κι όμως — και εδώ βρίσκεται το παράδειγμα — δεν σταμάτησε στην έδρα. Αναζήτησε, σε όλη του τη ζωή, τους ζωντανούς ησυχαστές. Συζήτησε άμεσα με αθωνίτες πατέρες για την κάθαρση της καρδιάς, για τον φωτισμό του νου, για την Προσευχή του Ιησού, για την όραση του Ακτίστου Φωτός. Τίμησε τον Όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή, τον οποίο, ήδη από το 1958, αποκαλούσε «ίσως τον καλύτερο ασκητή της νοεράς προσευχής». Επέμεινε να ιδρυθούν στην Αμερική μοναστήρια με πατερική τάξη, και δέχτηκε με χαρά την έλευση του Γέροντα Εφραίμ του Φιλοθεΐτη, άμεσου μαθητή του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή, ο οποίος ίδρυσε δεκαεννέα μοναστήρια στο αμερικανικό έδαφος. Η μητέρα του, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εισήλθε στον μοναχισμό στη Μονή της Μεταμορφώσεως στη Βοστώνη. Και στο τέλος της ζωής του — το 1998, τρία χρόνια πριν από την κοίμησή του — ο π. Ιωάννης ζήτησε την κανονική μετάθεση από την Ελληνική Αρχιεπισκοπή Αμερικής στην Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου, υπό έναν ησυχαστή ιεράρχη αθωνικής μορφώσεως.
Όλα αυτά μαζί δείχνουν ότι ο π. Ιωάννης δεν υπήρξε θεολόγος παρά την έδρα, αλλά υπήρξε θεολόγος ενώ βρισκόταν στην έδρα — επειδή, εκτός από την έδρα, έκανε και το άλλο έργο: στάθηκε μέσα στο ζωντανό δίκτυο της νηπτικής παράδοσης, δέχτηκε μαθητεία από εκείνους που ζούσαν όσα εκείνος δίδασκε, αναζήτησε — και, κατά τη μαρτυρία όσων τον γνώρισαν, έλαβε και, σε κάποιο μέτρο που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα — την προσωπική εμπειρία εκείνων για τα οποία μιλούσε.
Γι’ αυτό ακριβώς τα λόγια του έχουν βάρος. Όταν λέει ότι το δόγμα πρέπει να βιώνεται, δεν εκφέρει σύνθημα· εκφέρει όσα ο ίδιος προσπάθησε να ζήσει. Και αυτό το βίωμα είναι, με πατερική έννοια, η συνειδητή άσκηση — είτε μοναχική είτε η άσκηση της ορθής ζωής με αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία, μη καταδίκη και μαθητεία κοντά σε πνευματικό πατέρα διαμορφωμένο μέσα στη νηπτική παράδοση.
Το ερώτημα-τεστ για κάθε σύγχρονο θεολόγο
Ιδού, λοιπόν, το ερώτημα-τεστ που το άρθρο προτείνει στον αναγνώστη. Όταν ανοίγεις ένα βιβλίο «ορθόδοξης θεολογίας» γραμμένο στην εποχή μας, μη ρωτάς «είναι μορφωμένος;» — αυτό το ερώτημα είναι εύκολο και σχεδόν πάντοτε η απάντηση είναι ναι. Ρώτα κάτι άλλο. Ρώτα:
Έκανε αυτός ο άνθρωπος την άσκηση; Έχει πνευματικό πατέρα που έζησε μέσα στη νηπτική παράδοση; Αγωνίστηκε με την αδιάλειπτη προσευχή; Εισήλθε στην εμπειρία της κάθαρσης μέσω του αγώνα με τα πάθη, της μη καταδίκης, της νηστείας και της συνειδητής άσκησης; Ή απλώς διάβασε για όλα αυτά;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει αν αυτό που διαβάζεις είναι θεολογία ή υπόμνημα της θεολογίας. Και τα δύο μπορεί να έχουν αξία. Και τα δύο μπορεί να είναι ωφέλιμα. Αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα — και δεν πρέπει να συγχέονται. Όποιος έκανε την άσκηση μιλά εξ όψεως· ακόμη και όταν σφάλλει, τα σφάλματά του διορθώνονται μέσα από την ίδια εμπειρία. Όποιος δεν έκανε την άσκηση επαναλαμβάνει όσα διάβασε· ακόμη και όταν δεν σφάλλει, η ορθότητά του παραμένει εξωτερική, αφομοίωτη, ευάλωτη στις πιέσεις της εποχής.
Η σύγχρονη αναστροφή
Οι παλαιοί — όλοι οι Πατέρες που μίλησαν εξ όψεως — έκαναν μία μόνη πορεία: πρώτα η έρημος, ύστερα ο λόγος. Ο Μέγας Βασίλειος έμεινε στην έρημο με τον Άγιο Γρηγόριο πριν γίνει επίσκοπος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κατέφυγε στη Σελεύκεια, στην έρημο, πριν δεχτεί την Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έμεινε επί πολλά χρόνια ως ασκητής στα βουνά της Αντιόχειας, μέχρι που κλονίστηκε η υγεία του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εισήλθε στη Μονή του Αγίου Σάββα πριν γράψει τη Δογματική. Ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε μοναχός επί πολλά χρόνια πριν γράψει τα Αμπίγκουα. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος υπήρξε μαθητής του Αγίου Συμεών του Στουδίτη επί έξι χρόνια πριν λάβει την όραση. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έμεινε είκοσι χρόνια στο Άγιον Όρος πριν υπερασπιστεί τον ησυχασμό. Όλοι — χωρίς εξαίρεση — έκαναν το σχολείο της ερήμου πριν από το σχολείο της γραφής. Κανένας δεν έκανε το αντίστροφο.
Οι νέοι — οι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί — κάνουν, με την ίδια τη δομή της σύγχρονης διαμόρφωσής τους, την αντίστροφη πορεία: πρώτα η έδρα, ύστερα (ενδεχομένως, ιδιωτικά) η λειτουργική ζωή· πρώτα το διδακτορικό, ύστερα (ίσως) η προσευχή. Αυτό δεν είναι προσωπική κατηγορία — είναι διαπίστωση της δομής. Το σύγχρονο πανεπιστήμιο προσφέρει το πρώτο βήμα (τη γνώση των διατυπώσεων) χωρίς να απαιτεί το δεύτερο (την εμπειρία τους). Η σύγχρονη έδρα δεν ζητά ασκητική μαθητεία για να γίνει κανείς δεκτός· ζητά εξετάσεις. Και από όσους περνούν τις εξετάσεις και γίνονται καθηγητές, κάποιοι κάνουν στη συνέχεια και την άσκησή τους — και γίνονται πραγματικοί θεολόγοι, όπως ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης· ενώ άλλοι σταματούν στην έδρα, και παραμένουν — ακόμη κι αν δεν θα τους ονομάζαμε ειλικρινά με τον τίτλο «θεολόγοι» — δάσκαλοι της θεολογίας, όχι θεολόγοι.
Το πρακτικό συμπέρασμα
Το άρθρο δεν ζητά από τον αναγνώστη να απορρίψει τη σύγχρονη ακαδημαϊκή θεολογία. Θα ήταν απώλεια — γιατί πολλά ακαδημαϊκά έργα έχουν πραγματική αξία, όταν συγκεντρώνουν και τακτοποιούν όσα άφησαν οι Πατέρες. Το άρθρο ζητά, αντίθετα, διάκριση: να αναγνωρίζουμε το είδος κάθε έργου. Ακαδημαϊκή σύνθεση; Ωφέλιμη. Λόγιο υπόμνημα; Χρήσιμο. Συστηματικός κατηχητισμός; Αναγκαίος. Αλλά όχι θεολογία με την πατερική έννοια — όχι, μέχρις ότου ο ίδιος ο συγγραφέας περάσει από την άσκηση που γεννά την όραση.
Και για όσους αναζητούν πραγματικά θεολογία με την πατερική έννοια, ο δρόμος δεν αλλάζει με τους αιώνες. Είναι ο ίδιος που διάνυσαν οι τρεις Θεολόγοι και όσοι φέρουν το όνομά τους με τη φιλοκαλική έννοια του Ευαγρίου. Πρώτα η κάθαρση — με δάκρυα, με εξομολόγηση, με προσευχή, με νηστεία, με μη καταδίκη του πλησίον, με υπακοή σε πνευματικό πατέρα που έζησε μέσα στη νηπτική παράδοση. Ύστερα ο φωτισμός — με την αδιάλειπτη προσευχή, που γίνεται φυσική στον καθαρμένο. Ύστερα, όταν και όπως θελήσει ο Θεός, η όραση — που είναι η ίδια η θεολογία. Κανένας άλλος δρόμος δεν οδηγεί εκεί. Τα βιβλία, όσο καλά κι αν είναι, είναι μόνο χάρτες. Τον δρόμο τον διανύει ο άνθρωπος, με τα πόδια του.
8. Ένας επίλογος
Ο αναγνώστης που παρακολούθησε αυτή την επιχειρηματολογία μπορεί, αν θέλει, να τη μεταφέρει πιο πέρα στη δική του ανάγνωση. Όταν ανοίξει τη Δογματική του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, θα γνωρίζει ότι διαβάζει μια άγια σύνθεση — αλλά σύνθεση, όχι όραση. Όταν διαβάσει τους Λόγους για το Άγιο Πνεύμα του Αγίου Βασιλείου, θα γνωρίζει ότι διαβάζει μια άγια υπεράσπιση ενός δόγματος — αλλά υπεράσπιση, όχι έκθεση του εσωτερικού μυστηρίου. Όταν διαβάσει τον Αγιορειτικό Τόμο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, θα γνωρίζει ότι διαβάζει δογματικό καθορισμό του ορίου ανάμεσα στον Θεό και την κτίση — αλλά όχι λόγο για τα εντός της Τριάδας. Και όταν ανοίξει τους Θεολογικούς Λόγους του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, ή τους Ύμνους του θείου έρωτος του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, ή τον Πρόλογο του Ευαγγελίου του Αγίου Ιωάννη, θα διαβάσει κάτι άλλο. Θα διαβάσει θεολογία με την αρχαιότερη και αυστηρότερη έννοια της λέξης.
Και αν αυτή η διάκριση του φανεί βαριά, ή σκληρή, ή αποκλειστική — ας θυμηθεί ότι δεν είναι πολεμική επινόηση. Είναι η ίδια η πρακτική της ονομασίας που η Παράδοση ακολούθησε, με σιωπηλό βήμα, επί δύο χιλιάδες χρόνια. Τρία ονόματα, δύο χιλιετίες. Ο Θεολόγος, ο Θεολόγος, ο Νέος Θεολόγος. Αυτά. Κανένας τέταρτος.
Αυτό είναι, αν θέλουμε, το κρυμμένο δίδαγμα αυτού του σπάνιου τίτλου: ότι η θεολογία, με την κυριολεκτική έννοια, δεν διδάσκεται. Λαμβάνεται. Και λαμβάνεται, κατά την ομόφωνη μαρτυρία των Πατέρων, μόνο μετά την κάθαρση της καρδιάς διά της μετανοίας, της αδιάλειπτης προσευχής και της μη καταδίκης του πλησίον. Τα υπόλοιπα — όσο αναγκαία, όσο πολύτιμα, όσο λόγια κι αν είναι — είναι κάτι άλλο. Είναι πατρολογία. Είναι δογματική. Είναι υπόμνημα. Είναι, στην καλύτερη περίπτωση, θεολογία με την ευρεία έννοια.
Γι’ αυτό, το ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε καθηγητές, δογματολόγους, ιστορικούς της θεολογίας ή σχολιαστές των Πατέρων. Τους χρειαζόμαστε. Το ερώτημα είναι αν τους τοποθετούμε στη φυσική τους θέση. Ο καθηγητής μπορεί να εξηγήσει τον χάρτη· ο άγιος διήνυσε τον δρόμο. Ο σχολιαστής μπορεί να φωτίσει το κείμενο· ο θεολόγος, με την πατερική έννοια, μιλά από το φως που έλαβε. Όταν αυτά τα δύο έργα ταπεινώνονται το ένα απέναντι στο άλλο, η Εκκλησία οικοδομείται. Όταν συγχέονται, γεννιέται η ψευδαίσθηση ότι ο Θεός μπορεί να γνωρισθεί χωρίς κάθαρση της καρδιάς.
Και αυτή είναι, κατά βάθος, η ανοιχτή προοπτική που η Παράδοση αφήνει σε κάθε χριστιανό: ότι η θεολογία, με την κυριολεκτική έννοια, δεν είναι επάγγελμα. Είναι οδός. Και οι τρεις Θεολόγοι δεν είναι μια πινακοθήκη πατερικών μνημείων — είναι τρία σημάδια στον δρόμο.
Βιβλιογραφική σημείωση
Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, οι Πέντε Θεολογικοί Λόγοι (Λόγοι 27–31) είναι διαθέσιμοι στη ρουμανική γλώσσα σε περισσότερες εκδόσεις. Για την κριτική έκδοση, βλ. Sources Chrétiennes 250 (P. Gallay, ed., 1978). Για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, οι Ύμνοι του θείου έρωτος στην κριτική έκδοση Sources Chrétiennes 156, 174, 196 (J. Koder, ed., 1969–1973). Για τον Ευάγριο τον Ποντικό, το Περί προσευχής, στη Φιλοκαλία, τόμ. Α΄ (μτφρ. Στανιλοάε, Σιμπίου 1947, β΄ έκδοση· επανεκδόθηκε αργότερα). Για τη διάκριση ουσίας/ενεργειών στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, το θεμελιώδες έργο παραμένει το Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων (Τριάδες) (J. Meyendorff, ed., 2 τόμ., Louvain, 1959). Για την Έκδοση ακριβή της ορθοδόξου πίστεως του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, βλ. PG 94 και την κριτική έκδοση Patristische Texte und Studien 12 (B. Kotter, ed., 1973). Για τη διατύπωση του π. Ιωάννη Ρωμανίδη περί του βιούμενου δόγματος, βλ. Μητροπολίτης Ιερόθεος Βλάχος, Empirical Dogmatics of the Orthodox Catholic Church according to the Spoken Teaching of Father John Romanides, τόμ. 1 (Δόγμα, Ηθική, Αποκάλυψη) και τόμ. 2 (Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου, Λιβαδειά, 2012–2013). Για το πλαίσιο της ζωής και της ησυχαστικής διαμόρφωσης του π. Ιωάννη, βλ. την προσωπική μαρτυρία του Μητροπολίτη Ιεροθέου για τα τριάντα χρόνια κοινωνίας του με τον π. Ιωάννη, που περιλαμβάνεται στον πρόλογο του ίδιου έργου.