Κάθε πράξη του ανθρώπου, καλή ή κακή, αρχίζει από έναν λογισμό. Πριν το χέρι βοηθήσει ή χτυπήσει, πριν το στόμα ευλογήσει ή πληγώσει, ο άνθρωπος έχει ήδη σκεφτεί αυτό που πρόκειται να κάνει. Με τη σκέψη κάνουμε τα σχέδιά μας, διαλέγουμε τι πρέπει να γίνει πρώτα και τι μπορεί να περιμένει, στρέφουμε τον νου μας προς τον Θεό ή προς τους ανθρώπους που αγαπάμε. Από τη σκέψη μπορεί να γεννηθεί η διάκριση, δηλαδή η δύναμη να ξεχωρίζουμε το καλό από το κακό και να βλέπουμε τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίσταση. Κάποτε, από αυτήν γεννιέται ακόμη και η πίστη, εκεί όπου η πίστη έλειπε.
Όποιος συζητά με ανθρώπους παρατηρεί όμως ότι οι περισσότεροι σκέφτονται λίγο και βιαστικά. Σκέφτονται τα πρακτικά, τις δουλειές της ημέρας, τι θα απαντήσουν και τι θα αγοράσουν, σπάνια όμως σταματούν να στοχαστούν αυτό που πραγματικά μετρά: ποιοι είναι, πού πηγαίνουν, τι θα μείνει από τη ζωή τους. Η φροντίδα για τα πρακτικά δεν είναι από μόνη της κάτι κακό, γιατί το να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, να κάνεις τίμια τη δουλειά σου και να ξέρεις να μοιράζεσαι το λίγο που έχεις απαιτεί πολλή κρίση. Η σκέψη όμως μένει στην επιφάνεια όταν δεν ξεπερνά ποτέ τις ανάγκες της ημέρας. Άλλοι σκέφτονται πολύ, αλλά σκέφτονται στρεβλά, και μια στρεβλή σκέψη, όταν οδηγηθεί ως το τέλος, έφερε συχνά μεγάλες συμφορές.
Κι όμως η Εκκλησία, που εκτιμά τόσο πολύ τον νου του ανθρώπου, φυλάσσει μια προσευχή στην οποία αυτός που προσεύχεται αγωνίζεται να αφήσει στην άκρη τους λογισμούς. Είναι η προσευχή του νου, δηλαδή η αδιάλειπτη επίκληση του ονόματος του Κυρίου, με συγκεντρωμένο νου, με τα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Όσοι ασκούνται ιδιαίτερα σε αυτή την προσευχή ονομάζονται ησυχαστές, από την ελληνική λέξη ησυχία, που σημαίνει γαλήνη. Το ίδιο και όταν μπαίνουμε στην εκκλησία ή όταν προσευχόμαστε στο σπίτι, μας ζητείται να μη σκεφτόμαστε τίποτε άλλο εκτός από τα λόγια της προσευχής και τον Θεό. Πώς συμβιβάζεται η εκτίμηση της σκέψης με την ηρεμία των λογισμών;
Η πράξη αρχίζει στον λογισμό
Ο Σωτήρας Χριστός έδειξε από πού ξεκινούν οι πράξεις του ανθρώπου: «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15, 19). Οι πονηροί λογισμοί βρίσκονται στην κορυφή αυτού του καταλόγου, γιατί έρχονται πριν από όλα τα άλλα. Η λέξη «διαλογισμοί» σημαίνει, ακριβέστερα, τους υπολογισμούς και τις κρίσεις που κάνει ο άνθρωπος μέσα του.
Οι Άγιοι Πατέρες παρακολούθησαν με μεγάλη προσοχή τον δρόμο που διανύει ένας λογισμός μέχρι να γίνει πράξη. Ο Όσιος Ησύχιος ο Σιναΐτης, του οποίου τα έργα περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία (τη συλλογή κειμένων των Αγίων Πατέρων για την προσευχή και τη φύλαξη του νου), δείχνει ότι στην αρχή εμφανίζεται στον νου μόνο η σκέψη ενός κακού πράγματος, που οι Πατέρες ονομάζουν προσβολή. Τον λογισμό αυτόν τον ρίχνει στην καρδιά ο διάβολος, και η απλή εμφάνισή του δεν είναι ακόμη αμαρτία του ανθρώπου. Όσοι ταράζονται εξαιτίας λογισμών που δεν κάλεσαν μπορούν να βρουν εδώ μεγάλη παρηγοριά. Αν ο άνθρωπος δεν τον διώξει, οι δικοί του λογισμοί τρέχουν κοντά του και αρχίζουν να συζητούν μαζί του. Εδώ αρχίζει η ευθύνη του ανθρώπου. Ακολουθεί η συγκατάθεση, και μετά τη συγκατάθεση έρχεται η πράξη. Η πράξη που επαναλαμβάνεται παγιώνεται στην ψυχή και γίνεται πάθος, δηλαδή μια κακή κλίση που καταλήγει να κυριαρχεί στον άνθρωπο.
Ο αγώνας είναι λοιπόν ευκολότερος στην αρχή του δρόμου, γιατί ένας λογισμός που απορρίπτεται τη στιγμή που εμφανίζεται δεν γίνεται πράξη. Το ίδιο ισχύει και για το καλό. Κάθε καλή πράξη αρχίζει με έναν καλό λογισμό: μια ανάμνηση του Θεού, ένα έλεος που ανάβει μέσα στον άνθρωπο μπροστά στον πλησίον, μια απόφαση που παίρνεται μυστικά πριν εκπληρωθεί.
Οι λογισμοί που τρέφουμε
Ο γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα, ένας από τους πιο γνωστούς πνευματικούς της Σερβίας τον 20ό αιώνα, διδάχθηκε την προσευχή της καρδιάς από έναν πατέρα ανατραμμένο στο πνεύμα των γερόντων της Όπτινα, στη Ρωσία. Η διδασκαλία του συγκεντρώθηκε σε ένα βιβλίο του οποίου ο τίτλος την συνοψίζει: «Όπως είναι οι λογισμοί σου, έτσι είναι και η ζωή σου». Με την πρώτη ματιά, η φράση μοιάζει με προτροπή για θετική σκέψη, για την οποία μιλούν τόσο πολύ σήμερα. Ο γέροντας είχε όμως στον νου του τους λογισμούς που ο άνθρωπος δέχεται, τρέφει και αφήνει να εγκατασταθούν μέσα του.
Ένας λογισμός που δεχόμαστε πολλές φορές γίνεται συνήθεια, και η συνήθεια γίνεται ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο. Όποιος συνηθίζει να βλέπει προσβολή σε κάθε λέξη των άλλων καταλήγει να ζει ανάμεσα σε εχθρούς που έφτιαξε μόνος του, με τη σκέψη του, ενώ οι άνθρωποι γύρω του έμειναν οι ίδιοι. Όποιος συγκρίνεται συνεχώς με τους άλλους υποφέρει σε κάθε επιτυχία του πλησίον. Το ίδιο, ο άνθρωπος που συνηθίζει να βλέπει το καλό που έλαβε και να προσεύχεται για εκείνον που τον στεναχώρησε διορθώνει σιγά σιγά και την καρδιά και τις πράξεις του.
Γι’ αυτό η διάκριση αρχίζει ακριβώς στην πόρτα του νου. Κάποιοι λογισμοί πρέπει να εξετάζονται με υπομονή: αν αυτό που θέλω είναι καλό, αν κάνω κάτι από αγάπη ή από υπερηφάνεια, αν αυτό που πιστεύω για έναν άνθρωπο είναι αληθινό. Άλλοι πρέπει να κόβονται αμέσως. Με έναν λογισμό μίσους, πορνείας ή απόγνωσης δεν ταιριάζει να συζητάς, γιατί κάθε υπολογισμός που κάνεις μαζί του τον δυναμώνει.
Το να εξετάζεις έναν λογισμό δεν σημαίνει να στριφογυρίζεις γύρω του επ’ άπειρον. Όποιος κουβαλά την ίδια ανησυχία στον νου του μέρες ολόκληρες, χωρίς να καταλήξει σε καμία απόφαση και χωρίς να ζητήσει συμβουλή, δεν σκέφτεται βαθύτερα, αλλά βασανίζεται. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος δείχνει στους Φιλιππησίους με τι να τρέφουν τον νου τους: «όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, εί τις αρετή και εί τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε» (Φιλ. 4, 8). Ο νους τρέφεται με ό,τι αντικρίζει, και ο Απόστολος του δείχνει την καλή τροφή.
Ο υγιής νους
Η δύναμη του ανθρώπινου νου είναι μεγάλη, γιατί είναι δώρο του Θεού. Ο νους είναι ένα από τα πολυτιμότερα δώρα που έλαβε ο άνθρωπος. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δείχνει ότι ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του Θεού μέσω του νου και της ελεύθερης θέλησής του, και καθ’ ομοίωσή Του μέσω της αρετής, όσο του είναι δυνατό. Την εικόνα την πήραμε δώρο, την ομοίωση την αποκτούμε εργαζόμενοι με αυτό που λάβαμε. Και για τον Αδάμ διαβάζουμε: «Και έλαβεν Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον ον έπλασεν και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν» (Γέν. 2, 15). Το ίδιο ζητείται από τον άνθρωπο και για τον νου του. Τον εργάζεται μαθαίνοντας, διαβάζοντας και στοχαζόμενος, και τον φυλάσσει αγρυπνώντας πάνω στους λογισμούς, ταπεινωνόμενος και προσευχόμενος. Οι δύο αυτές λέξεις, το εργάζεσθαι και το φυλάσσειν, περικλείουν όλη τη φροντίδα που απαιτεί ο νους.
Οι φιλόσοφοι έχτισαν, σκεπτόμενοι, ολόκληρα συστήματα, και οι συγγραφείς δημιούργησαν στα μυθιστορήματά τους κόσμους που μοιάζουν ζωντανοί. Οι Άγιοι Πατέρες όμως δεν μέτρησαν τον άνθρωπο με βάση το πόσα ξέρει.
Ο Μέγας Αθανάσιος διηγείται στον Βίο του Οσίου Αντωνίου ότι κάποιοι φιλόσοφοι πήγαν στον μεγάλο ασκητή για να τον περιγελάσουν, επειδή δεν είχε μάθει γράμματα. Ο Αντώνιος τους ρώτησε τι προηγείται, ο νους ή η γραφή, και αν ο νους γεννά τη γραφή ή η γραφή τον νου. Εκείνοι απάντησαν ότι ο νους προηγείται και ότι αυτός επινόησε τη γραφή. Τότε ο άγιος τους είπε ότι όποιος έχει υγιή νου δεν έχει ανάγκη από γράμματα. Με αυτά τα λόγια ο Όσιος Αντώνιος δεν περιφρονούσε τη μάθηση. Έδειχνε ότι το πολυτιμότερο πράγμα στον άνθρωπο είναι ένας υγιής νους, και η υγεία του νου δεν μετριέται σε βιβλία που διαβάστηκαν.
Αυτό που ο άνθρωπος αποκτά με κόπο, με χρόνια μάθησης και ταλαιπωρίας, ο Θεός μπορεί να του το δώσει σε μια στιγμή. Ο Σολομών ήταν νέος όταν παρακάλεσε τον Θεό: «Και δώσεις τω δούλω σου καρδίαν ακούειν και διακρίνειν τον λαόν σου εν δικαιοσύνη του συνίειν ανά μέσον αγαθού και κακού» (Γ΄ Βασ. 3, 9). Ζήτησε, λοιπόν, ακριβώς τη διάκριση. Και ο Θεός του απάντησε: «Ιδού πεποίηκα κατά το ρήμα σου· ιδού δέδωκά σοι καρδίαν φρονίμην και σοφήν, ως συ ου γέγονεν έμπροσθέν σου και μετά σε ουκ αναστήσεται όμοιός σοι» (Γ΄ Βασ. 3, 12). Ο Σωτήρας είπε στους μαθητές ότι θα τους οδηγήσουν για χάρη Του μπροστά σε άρχοντες και βασιλείς και τους υποσχέθηκε: «μη μεριμνήσητε πως ή τι λαλήσητε· δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τι λαλήσετε» (Ματθ. 10, 18-19). Τέτοια δώρα όμως δεν έρχονται, κατά κανόνα, σε εκείνον που θέλει να απαλλαγεί από τον κόπο. Στον προφήτη Δανιήλ, ο άγγελος που στάλθηκε σε αυτόν είπε: «από της πρώτης ημέρας, ης έδωκας την καρδίαν σου του συνιέναι και κακωθήναι εναντίον του Θεού σου, ηκούσθησαν οι λόγοι σου» (Δαν. 10, 12). Σε αυτά τα λόγια βρίσκονται μαζί η σκέψη, η καρδιά και η ταπείνωση. Ο άνθρωπος βάζει τον νου του σε εργασία και ταπεινώνεται, και ο Θεός του χαρίζει, κάποτε σε μια στιγμή, αυτό που ο κόπος και μόνο δεν θα είχε συγκεντρώσει σε μια ολόκληρη ζωή.
Κάποτε η σκέψη φέρνει τον άνθρωπο ως το κατώφλι της πίστης. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος γράφει ότι «τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασιν νοούμενα καθοράται» (Ρωμ. 1, 20). Ο Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυς και Φιλόσοφος αναζήτησε την αλήθεια, διαδοχικά, σε αρκετές φιλοσοφικές σχολές της εποχής του. Μια μέρα, καθώς βρισκόταν μόνος κοντά στη θάλασσα, συνάντησε έναν γέροντα που του μίλησε για τους προφήτες. Ο γέροντας τον συμβούλεψε να προσευχηθεί πάνω απ’ όλα, ώστε να ανοιχτούν σε αυτόν οι πύλες του φωτός, γιατί αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να τα καταλάβει ο καθένας, παρά μόνο εκείνος στον οποίο ο Θεός και ο Χριστός Του δίνουν σύνεση. Ο Ιουστίνος μαρτυρεί ότι αμέσως άναψε μια φωτιά στην ψυχή του και τον κατέλαβε αγάπη για τους προφήτες και για τους φίλους του Χριστού. Ο νους του τον είχε φέρει ως την πόρτα. Ο γέροντας του έδειξε ότι πέρα από αυτήν δεν περνά κανείς παρά μόνο με την προσευχή και με το δώρο του Θεού.
Η ίδια δύναμη του νου μπορεί να χτίσει και την πλάνη. Αμέσως μετά τα παραπάνω λόγια, ο Απόστολος δείχνει τι συμβαίνει με τον νου που γνωρίζει τον Θεό αλλά δεν Τον δοξάζει. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους γράφει ότι, «γνόντες τον Θεόν ουχ ως Θεόν εδόξασαν ή ευχαρίστησαν, αλλ’ εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών, και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία. Φάσκοντες είναι σοφοί, εμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 21-22). Η πλάνη των λογισμών αρχίζει εκεί όπου παύει η δοξολογία και η ευχαριστία προς τον Θεό. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα της πίστης μας, Ορθοδοξία, σημαίνει στην ελληνική γλώσσα τόσο την ορθή πίστη όσο και την ορθή δοξολογία του Θεού.
Οι αιρέσεις δεν γεννήθηκαν από έλλειψη σκέψης. Ο Άρειος, πρεσβύτερος της Αλεξάνδρειας, έκρινε το μυστήριο του Υιού του Θεού με το μέτρο των ανθρώπινων γεννήσεων και κατέληξε να διδάσκει ότι ο Υιός είναι κτίσμα. Οι Άγιοι Πατέρες απάντησαν στις αιρέσεις σκεπτόμενοι κι εκείνοι, και σκέφτηκαν τόσο καθαρά και βαθιά, ώστε τα έργα τους μας τρέφουν ακόμη και σήμερα. Η σκέψη τους όμως γεννιόταν από την προσευχή και την καθαρότητα. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που υπερασπίστηκε τη θεότητα του Υιού απέναντι στους αιρετικούς της εποχής του, έλεγε ότι δεν είναι σε όλους δοσμένο να θεολογούν, δηλαδή να μιλούν για τα μυστήρια του Θεού, αλλά σε όσους έχουν καθαρίσει την ψυχή και το σώμα τους ή βρίσκονται στον δρόμο της κάθαρσης.
Ο διασκορπισμένος νους
Γιατί σκέφτονται τόσο λίγοι άνθρωποι σε βάθος; Στους περισσότερους δεν λείπει η δύναμη του νου, αλλά η ησυχία του. Οι Άγιοι Πατέρες μιλούν για τον διασκορπισμό του νου.
Ο νους του ανθρώπου βγαίνει συνεχώς προς τα έξω, μέσω των αισθήσεων, και τρέχει από το ένα πράγμα στο άλλο, από μια φροντίδα σε μια επιθυμία, από μια επιθυμία σε μια ανάμνηση, από μια ανάμνηση σε έναν φόβο. Δεν σταματά κοντά σε κανένα πράγμα όσο χρειάζεται για να το γνωρίσει. Σήμερα αυτό το τρέξιμο έχει γίνει ταχύτερο από ποτέ, γιατί οι οθόνες φέρνουν μπροστά στα μάτια, ώρα με την ώρα, άλλα πρόσωπα και άλλα νέα, και ο νους πηδά από το ένα στο άλλο χωρίς να σταθεί σε κανένα.
Στο Γεροντικό, τη συλλογή λόγων και περιστατικών από τη ζωή των Πατέρων της ερήμου, διηγούνται για τρεις φίλους που έγιναν μοναχοί. Ο πρώτος διάλεξε να συμφιλιώνει όσους είχαν τσακωθεί, σύμφωνα με τη μακαριότητα που είπε ο Σωτήρας για τους ειρηνοποιούς. Ο δεύτερος διάλεξε να επισκέπτεται τους αρρώστους. Ο τρίτος πήγε στην έρημο, για να ζήσει στην ησυχία. Ο πρώτος κουράστηκε μέσα στις έριδες και δεν μπόρεσε να συμφιλιώσει όλους. Αποθαρρυμένος, πήγε στον δεύτερο και βρήκε κι εκείνον λυπημένο, γιατί ούτε αυτός μπορούσε να εκπληρώσει το έργο του. Πήγαν τότε και οι δύο στον ερημίτη και του διηγήθηκαν τα βάσανά τους. Εκείνος σώπασε για λίγο, ύστερα έριξε νερό σε ένα δοχείο και τους είπε να κοιτάξουν μέσα. Το νερό ήταν θολό. Ύστερα από λίγο τους είπε να κοιτάξουν ξανά, και εκείνοι είδαν τα πρόσωπά τους στο διαυγασμένο νερό, σαν σε καθρέφτη. Τότε ο ασκητής τους είπε ότι έτσι γίνεται με τον άνθρωπο που ζει μέσα στην ταραχή: δεν βλέπει τις αμαρτίες του, αλλά όταν ησυχάσει, βλέπει τα σφάλματά του.
Ο νους του ανθρώπου μοιάζει με αυτό το νερό. Όσο σκορπίζεται ανάμεσα σε χιλιάδες πράγματα, δεν βλέπει καθαρά τίποτε, και πολύ λιγότερο τον ίδιο του τον εαυτό. Η βαθιά σκέψη και η προσευχή απαιτούν και οι δύο την ίδια κατάσταση: έναν συγκεντρωμένο νου, που μπορεί να μένει επί πολύ σε ένα μόνο πράγμα. Γι’ αυτό ο άνθρωπος που δεν μπορεί να συγκεντρώσει τον νου του ούτε για λίγες στιγμές προσευχής θα δυσκολευτεί να στοχαστεί και πάνω στα της ζωής του.
Η διάκριση
Ο Μέγας Αντώνιος θεωρούσε τη διάκριση τη μεγαλύτερη από τις αρετές. Ο Όσιος Ιωάννης Κασσιανός διηγείται, στις Συνομιλίες, ότι μια νύχτα οι γέροντες της Θηβαΐδας, της περιοχής της Αιγύπτου όπου ζούσε ο Άγιος Αντώνιος, συγκεντρώθηκαν κοντά του και αναρωτήθηκαν ως το πρωί ποια αρετή φυλάσσει τον μοναχό άτρωτο από τις παγίδες του διαβόλου και τον οδηγεί σε σίγουρο δρόμο προς την τελειότητα. Ορισμένοι απάντησαν: η νηστεία και η αγρυπνία· άλλοι: η αποταγή όλων· άλλοι: η μοναξιά· άλλοι: η αγάπη προς τους αδελφούς. Ο Όσιος Αντώνιος έδειξε ότι πολλοί από όσους κοπίασαν σε όλα αυτά έπεσαν παρ’ όλα αυτά, επειδή τους έλειψε η διάκριση. Ο Κασσιανός την ονομάζει μητέρα, φύλακα και κυβερνήτη όλων των αρετών. Γι’ αυτόν, αυτή η αρετή είναι συγχρόνως δώρο της χάριτος του Θεού. Βλέπει σε αυτήν και τον οφθαλμό για τον οποίο μιλά ο Σωτήρας στο Ευαγγέλιο: «Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός· εάν ουν ο οφθαλμός σου απλούς ή, όλον το σώμα σου φωτεινόν έσται» (Ματθ. 6, 22). Όπως ο οφθαλμός φωτίζει τον δρόμο του σώματος, έτσι η διάκριση εξετάζει τους λογισμούς και τις πράξεις του ανθρώπου και βλέπει τι πρέπει να γίνει.
Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί πώς συμβιβάζεται αυτός ο λόγος με τον λόγο του Αποστόλου: «Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη» (Α΄ Κορ. 13, 13). Ο Όσιος Αντώνιος δεν έβαλε τη διάκριση πάνω από την αγάπη. Οι γέροντες αναρωτιούνταν εκείνη τη νύχτα τι φυλάσσει τον άνθρωπο στον δρόμο, ενώ ο Απόστολος μιλά για το τέρμα του δρόμου. Ακόμη και οι πράξεις της αγάπης μπορούν να παρεκκλίνουν χωρίς διάκριση, γιατί χωρίς αυτήν ο άνθρωπος μπορεί να ονομάσει αγάπη αυτό που είναι μόνο αδυναμία ή επιθυμία να αρέσει. Η διάκριση φυλάσσει τον δρόμο, και η αγάπη είναι το τέρμα προς το οποίο οδηγεί.
Στο όνομα που δίνει η ρουμανική γλώσσα σε αυτή την αρετή (dreaptă socoteală, κατά λέξη «ορθός λογαριασμός») κρύβεται μια αλήθεια. Ο λογαριασμός (socoteală) είναι έργο του νου, με το οποίο ο άνθρωπος ζυγίζει, κρίνει και επιλέγει. Η διάκριση γεννιέται, λοιπόν, από τη σκέψη, αλλά από μια σκέψη διορθωμένη. Από την ίδια καρδιά από την οποία, κατά τον λόγο του Κυρίου, βγαίνουν οι πονηροί διαλογισμοί μπορεί να αναβλύσει και ο ορθός διαλογισμός.
Ο Άγιος Απόστολος Παύλος δείχνει πώς διορθώνεται ο νους: «μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθε τη ανακαινώσει του νοός υμών, εις το δοκιμάζειν υμάς τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. 12, 2). Η δύναμη της διάκρισης έρχεται μετά την ανακαίνιση του νου. Στο ελληνικό κείμενο, το ρήμα «δοκιμάζειν» έχει την ίδια ρίζα με αυτήν με την οποία ο Απόστολος περιγράφει, στην αρχή της επιστολής, τον νου εκείνων που δεν θέλησαν να έχουν τον Θεό στην επίγνωσή τους: «παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις αδόκιμον νουν» (Ρωμ. 1, 28). Ο νους που απομακρύνεται από τον Θεό χάνει τη δύναμη της διάκρισης, και ο ανακαινισμένος νους την παίρνει πάλι.
Αμέσως μετά από αυτά τα λόγια, ο Απόστολος προσθέτει μια συμβουλή για τον νου, λέγοντας στον καθένα: «μη υπερφρονείν παρ’ ό δει φρονείν» (Ρωμ. 12, 3). Λίγο παρακάτω γράφει πάλι: «Μη γίνεσθε φρόνιμοι παρ’ εαυτοίς» (Ρωμ. 12, 16). Η διάκριση μεγαλώνει από την ταπείνωση. Ο Όσιος Ιωάννης Κασσιανός διδάσκει το ίδιο πράγμα: αποκτάται με την αληθινή ταπείνωση, όταν ο άνθρωπος φανερώνει τους λογισμούς του μπροστά στον πνευματικό του πατέρα και δεν εμπιστεύεται την προσωπική του κρίση. Έτσι, η ψηλότερη δύναμη του νου γεννιέται από την έλλειψη εμπιστοσύνης του ανθρώπου στον ίδιο του τον νου.
Η διάκριση βάζει επίσης τα πράγματα της ζωής στην τάξη τους. Ο άνθρωπος κάνει σχέδια και αποφασίζει τι είναι σημαντικότερο, αλλά μόνο ένας νους φωτισμένος από τον Θεό ξέρει τι πρέπει να μπει στην αρχή. Ο Σωτήρας συμπύκνωσε αυτή την τάξη σε μία μόνο φράση: «Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6, 33). Όποιος βάζει στην πρώτη θέση αυτό που είναι δεύτερο χαλάει εξίσου και τα σχέδιά του και τη ζωή του.
Η ησυχία της προσευχής
Η προσευχή του νου φαίνεται, με την πρώτη ματιά, αντίθετη προς αυτή την εκτίμηση της σκέψης, γιατί οι Πατέρες που έγραψαν γι’ αυτήν ζητούν από αυτόν που προσεύχεται να αφήσει τους λογισμούς. Ο Όσιος Ησύχιος ο Σιναΐτης λέει: «Η προσοχή είναι η αδιάκοπη ησυχία της καρδιάς απέναντι σε κάθε λογισμό». Αμέσως όμως προσθέτει ότι αυτή η προσοχή επικαλείται αδιάλειπτα, με κάθε ανάσα, μόνο τον Χριστό, τον Υιό του Θεού και Θεό. Αυτή η ησυχία δεν είναι κενό. Στη μέση της βρίσκεται ένα Πρόσωπο. Ο νους παύει να τρέχει πίσω από τους λογισμούς, για να μπορεί να στέκεται, συγκεντρωμένος και άγρυπνος, μπροστά στον Χριστό.
Ο άνθρωπος που συζητά με κάποιον αγαπημένο και, την ώρα που εκείνος μιλά, ετοιμάζει στον νου του τις απαντήσεις του, δεν τον ακούει πια πραγματικά. Το ίδιο και στην προσευχή: ακόμη και ένας καλός λογισμός μπορεί να μας χωρίσει από Εκείνον στον Οποίο απευθυνόμαστε. Ο Όσιος Ησύχιος ζητά η προσοχή να φυλάσσει την καρδιά χωρίς κανέναν λογισμό, ακόμη και όταν ο λογισμός φαίνεται καλός. Η φροντίδα για κάτι που πρέπει να γίνει ή μια όμορφη ιδέα για τον Θεό έχουν τον καιρό τους. Τη στιγμή της προσευχής μπορούν να περιμένουν.
Οι Πατέρες διακρίνουν τρία πράγματα που εμείς συνήθως ονομάζουμε με την ίδια λέξη. Ονομάζουν νου (στα ελληνικά νους) το ψηλότερο μέρος της ψυχής, με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον Θεό, και τον λένε και οφθαλμό της ψυχής. Ο στοχασμός είναι η δύναμη του νου να κρίνει, να ζυγίζει και να συνδέει το ένα πράγμα με το άλλο. Οι λογισμοί είναι αυτό που έρχεται και φεύγει αδιάκοπα μέσα μας: αναμνήσεις, φαντασίες, επιθυμίες και φόβοι, πολλοί από αυτούς προκαλούμενοι από πάθη. Η προσευχή σταματά τη ροή αυτών των λογισμών, αλλά ο ίδιος ο νους δεν σταματά. Μόλις τώρα ξυπνά.
Οι Πατέρες ονομάζουν αυτή την κατάσταση νήψη. Ο Όσιος Ησύχιος την περιγράφει ως μια σταθερή τοποθέτηση της σκέψης στην πύλη της καρδιάς, από όπου παρατηρεί τους λογισμούς που έρχονται σαν κλέφτες, προτού εισέλθουν. Ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, στο βιβλίο του που ονομάζεται Κλίμαξ, προτρέπει αυτόν που προσεύχεται να κλείνει τον νου του μέσα στα λόγια της προσευχής, και όταν αυτός κουράζεται και πέφτει, σαν παιδί, να τον σηκώνει πάλι. Όποιος προσπάθησε να προσευχηθεί έτσι ξέρει ότι αυτό είναι το πιο δύσκολο έργο του νου.
Ο ίδιος ο Σωτήρας όρισε αυτή τη συγκέντρωση του ανθρώπου στον εαυτό του: «Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6, 6). Έτσι προσεύχεται ο άνθρωπος και στην εκκλησία. Όταν στέκεται στην ακολουθία με τον νου συγκεντρωμένο στα λόγια των ευχών, δεν παύει να σκέφτεται. Η σκέψη του μαζεύεται ολόκληρη σε ένα μόνο σημείο και στρέφεται προς τον Θεό.
Η Εκκλησία χρειάστηκε να υπερασπιστεί αυτή την προσευχή απέναντι σε μια σκέψη που θεωρούσε τον εαυτό της ανώτερη. Τον 14ο αιώνα, ένας λόγιος που ήρθε από την Καλαβρία, στη νότια Ιταλία, ονόματι Βαρλαάμ, χλεύασε τους ησυχαστές μοναχούς και υποστήριξε ότι χωρίς τη διδασκαλία των φιλοσόφων ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στη γνώση του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπερασπίστηκε τους μοναχούς στα έργα που είναι γνωστά ως Τριάδες, και η Εκκλησία δέχτηκε τη διδασκαλία του στις συνόδους που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Παλαμάς σκέφτηκε με σπάνια δύναμη, αλλά η σκέψη του πήγαζε από την προσευχή. Η Εκκλησία δεν έβαλε την προσευχή και τη σκέψη αντιμέτωπες, σαν δύο εχθρούς. Τις τοποθέτησε στη σειρά τους: πρώτα ο νους καθαρίζεται και συγκεντρώνεται στην προσευχή, και ύστερα σκέφτεται σωστά.
Ο νους μέσα στην καρδιά
Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι η αληθινή σκέψη δεν γίνεται μόνο με το κεφάλι. Στη Γραφή, η καρδιά έχει βαθύτερη σημασία από τη συνηθισμένη. Δεν είναι μόνο ο τόπος των αισθημάτων, αλλά ο πιο εσωτερικός πυρήνας του ανθρώπου, ο τόπος όπου παίρνει τις αποφάσεις της ζωής του, όπου συναντά τον Θεό και από όπου, κατά τον λόγο του Κυρίου, βγαίνουν οι λογισμοί. Στον ύμνο της Θεοτόκου λέγεται ότι ο Θεός «διεσκόρπισεν υπερηφάνους διανοία καρδίας αυτών» (Λουκ. 1, 51). Ο στοχασμός του ανθρώπου έχει τη ρίζα του στην καρδιά, και εκεί εγκαθίσταται και η υπερηφάνεια.
Η Θεοτόκος μάς δείχνει πώς στοχάζεται μια καθαρή καρδιά. Μετά τη Γέννηση του Κυρίου, όταν οι ποιμένες διηγήθηκαν όσα είδαν και άκουσαν, «η δε Μαριάμ πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα, συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2, 19). Το ρήμα «συμβάλλουσα» που χρησιμοποιείται εδώ σημαίνει να βάζεις μαζί και να ζυγίζεις: η Παναγία έβαζε τα λόγια το ένα δίπλα στο άλλο και τα στοχαζόταν σιωπηλά. Αυτό είναι ένα αληθινό έργο της σκέψης, που επιτελείται μέσα στην καρδιά, με ταπείνωση και με αγάπη. Ο Ευαγγελιστής λέει το ίδιο πράγμα αφού το Παιδί Ιησούς βρέθηκε στον ναό, ανάμεσα στους δασκάλους: «Και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2, 51).
Ο Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος συνόψισε ολόκληρο το έργο της προσευχής σε μια προτροπή: να στέκεσαι με τον νου μέσα στην καρδιά μπροστά στον Θεό και να παραμένεις έτσι αδιάκοπα, μέρα και νύχτα, ως το τέλος της ζωής σου. Ο νους δεν μένει πίσω. Κατεβαίνει στην καρδιά και ενώνεται μαζί της. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθεί κάθε παρόρμηση της καρδιάς. Ο Σωτήρας έδειξε ότι από την καρδιά βγαίνουν και οι κακοί λογισμοί. Ο νους κατεβαίνει στην καρδιά για να τη φυλάξει και, μέσω της προσευχής, να την καθαρίσει.
Σε κάθε Θεία Λειτουργία, πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου, ο ιερέας προσεύχεται: «Λάμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως, και τους της διανοίας ημών οφθαλμούς διάνοιξον, εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν». Στην ίδια προσευχή, η Εκκλησία ζητά φως για την καρδιά και ανοιχτά μάτια για τη σκέψη. Οι δύο μαθητές που πήγαιναν προς Εμμαούς θυμήθηκαν, αφού γνώρισαν τον Κύριο στην κλάση του άρτου, ότι η καρδιά τους έκαιγε στον δρόμο, ενώ Εκείνος τους ερμήνευε τις Γραφές. Έπειτα, καθώς φανερώθηκε στους αποστόλους, ο Κύριος «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας Γραφάς» (Λουκ. 24, 45).
Μια σκέψη που εργάζεται μόνο στο κεφάλι μπορεί να είναι λαμπερή και ψυχρή. Μπορεί να βρίσκει επιχειρήματα για όλα και να δικαιολογεί τα πάντα. Όταν κατέβει στην καρδιά, η σκέψη ταπεινώνεται και ζεσταίνεται χωρίς να χάσει τη διαύγειά της, γιατί στην καρδιά ο άνθρωπος στέκεται μπροστά στον Θεό και μαθαίνει να μη λέει πια ψέματα στον εαυτό του.
Η σκέψη και η αγάπη
Η αγάπη είναι δώρο του Θεού, αλλά μέσα στον άνθρωπο ριζώνει μέσω των λογισμών, μεγαλώνει μέσω των λογισμών και μέσω των λογισμών μπορεί επίσης να ξεραθεί. Η μεγάλη εντολή ζητά από τον άνθρωπο να αγαπά τον Θεό με όλο του το είναι: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου» (Ματθ. 22, 37). Η λέξη «διάνοια» ονομάζει τον στοχασμό, τη δύναμη του νου να κρίνει και να ζυγίζει. Η αγάπη προς τον Θεό απαιτεί ολόκληρο τον νου. Ο Άγιος Απόστολος Παύλος γράφει στους Φιλιππησίους: «Και τούτο προσεύχομαι, ίνα η αγάπη υμών έτι μάλλον και μάλλον περισσεύη εν επιγνώσει και πάση αισθήσει, εις το δοκιμάζειν υμάς τα διαφέροντα» (Φιλ. 1, 9-10). Στο ελληνικό κείμενο, το ρήμα «δοκιμάζειν» είναι το ίδιο με αυτό του Ρωμ. 12, 2. Η αγάπη που προκόβει στη γνώση λαμβάνει και το δώρο της διάκρισης.
Ο Σωτήρας λέει: «Όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6, 21). Εκεί όπου βρίσκεται η καρδιά τρέχουν και οι λογισμοί. Ο άνθρωπος που αγαπά κάποιον τον σκέφτεται χωρίς να το προτείνει στον εαυτό του, και μέσα σε κάθε δουλειά ο νους του γυρίζει από μόνος του στον αγαπημένο. Το ίδιο, όποιος σκέφτεται συχνά και με καλή διάθεση έναν άνθρωπο καταλήγει να τον αγαπά περισσότερο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έλεγε ότι πρέπει να θυμόμαστε τον Θεό συχνότερα απ’ ό,τι αναπνέουμε. Η αδιάκοπη μνήμη του Θεού είναι η μορφή που παίρνει η αγάπη στον νου του ανθρώπου, γιατί δεν μπορείς να αγαπάς Εκείνον στον Οποίο δεν σκέφτεσαι ποτέ.
Το ίδιο ισχύει και στην αγάπη προς τους ανθρώπους. Οι Πατέρες ονομάζουν μνησικακία τη συνήθεια του νου να φυλάσσει τις παλιές προσβολές και να τις γυρίζει συνεχώς από όλες τις πλευρές. Όποιος τρέφει τον νου του με τα σφάλματα της συζύγου ή του συζύγου, των παιδιών ή των φίλων του τους αγαπά κάθε μέρα λιγότερο, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνει. Και η κατάκριση του πλησίον αρχίζει σε έναν λογισμό, προτού γίνει λόγος. Όποιος θυμάται το καλό που έλαβε, όποιος προσπαθεί να καταλάβει τον άλλον και να τον συγχωρήσει, όποιος προσεύχεται γι’ αυτόν, φυλάσσει την αγάπη του.
Η επιστροφή του νου
Η παραβολή του ασώτου δείχνει πώς θεραπεύεται η σκέψη. Αφού ξόδεψε την περιουσία του και κατέληξε να βόσκει χοίρους, πεινασμένος, ο νεότερος γιος άρχισε να σκέφτεται. Ο Κύριος λέει στην παραβολή ότι, «εις εαυτόν δε ελθών», ο νέος κατάλαβε πως οι μισθωτοί του πατέρα του χορταίνουν ψωμί, ενώ αυτός πεθαίνει της πείνας (Λουκ. 15, 17). Η επιστροφή του άρχισε με έναν λογισμό: σταμάτησε, κοίταξε τη ζωή του και θυμήθηκε το σπίτι του πατέρα του. Ο λογισμός αυτός έγινε αμέσως απόφαση: «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου» (Λουκ. 15, 18).
Η ελληνική λέξη μετάνοια σημαίνει αλλαγή του νου. Η μετάνοια είναι η σκέψη που γυρίζει σπίτι, και ο Απόστολος την ονομάζει ανακαίνιση του νου. Εκείνος που επιστρέφει βρίσκει στο σπίτι περισσότερα απ’ όσα θα τολμούσε να ελπίσει: «έτι δε αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη» (Λουκ. 15, 20). Ο Πατέρας τρέχει να προϋπαντήσει τον γιο που μόλις ήρθε στον εαυτό του.
Ίσως γι’ αυτό οι Πατέρες έβαλαν στα χείλη όσων προσεύχονται μία μόνο φράση: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Σε αυτήν χωράει ό,τι πιο βαθύ μπορεί να σκεφτεί ο άνθρωπος: ποιος είναι ο Θεός, ποιος είμαι εγώ μπροστά Του και τι έχω ανάγκη. Ο νους που εκφέρει αυτά τα λόγια με προσοχή, κατεβασμένος στην καρδιά, δεν έπαψε να σκέφτεται. Άρχισε, επιτέλους, να σκέφτεται αληθινά.
Πηγές
Τα χωρία της Αγίας Γραφής παρατίθενται σύμφωνα με τη Συνοδική Βίβλο.
- Όσιος Ιωάννης Κασσιανός, Συνομιλίες, η δεύτερη συνομιλία με τον αββά Μωυσή (για τη διάκριση), κεφ. 1, 2, 4 και 10.
- Μέγας Αθανάσιος, Βίος του Οσίου Αντωνίου, κεφ. 73.
- Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυς και Φιλόσοφος, Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο, κεφ. 2–8.
- Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος 27 (ο πρώτος θεολογικός λόγος), 3–4.
- Όσιος Ησύχιος ο Σιναΐτης, Λόγος περί νήψεως και αρετής (Προς Θεόδουλον), Ι, 2, 5, 6, 20 και 46, στη Φιλοκαλία.
- Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, Κλίμαξ, Λόγος 28 (για την προσευχή).
- Γεροντικό, λόγοι περί ησυχίας.
- Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Τριάδες (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων).
- Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, Διδασκαλίες και επιστολές για τη χριστιανική ζωή, επιστολή 29 («Για την προσευχή του Ιησού»).
- Θεία Λειτουργία, ευχή πριν από το Ευαγγέλιο.
- Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Δογματική (Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως), II, 12.
- Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα, Όπως είναι οι λογισμοί σου, έτσι είναι και η ζωή σου.