
Ο Απόστολος — Α΄ Κορ. 1, 10–17
Αδελφοί, παρακαλώ υμάς δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες και μη η εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοΐ και εν τη αυτή γνώμη. Εδηλώθη γάρ μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης, ότι έριδες εν υμίν εισι. Λέγω δε τούτο, ότι έκαστος υμών λέγει· Εγώ μεν ειμί Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Χριστού. Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών, ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε; Ευχαριστώ τω Θεώ ότι ουδένα υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάιον, ίνα μη τις είπη ότι εις το εμόν όνομα εβάπτισα. Εβάπτισα δε και τον Στεφανά οίκον· λοιπόν ουκ οίδα ει τινα άλλον εβάπτισα. Ου γαρ απέστειλέ με Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.
Τα νέα από την Κόρινθο
Ο Παύλος βρισκόταν στην Έφεσο όταν ήρθαν οι άνθρωποι του οίκου της Χλόης. Έφερναν νέα από την Κόρινθο, από την κοινότητα στην οποία είχε κηρύξει και είχε μείνει ένα χρόνο και έξι μήνες. Τα νέα ήταν ότι οι άνθρωποι εκεί είχαν χωριστεί σε παρατάξεις και συνέδεαν ο καθένας το όνομά του με κάποιον άνθρωπο.
Ένα από τα ονόματα που ακούγονταν ήταν το δικό του.
Λίγα πράγματα είναι πιο πικρά για έναν άνθρωπο από το να μάθει ότι αυτό που έκανε με το χέρι του διαλύεται, και μάλιστα διαλύεται με τη χρήση του ονόματός του. Ο Παύλος είχε στη διάθεσή του όλα τα μέσα. Τους είχε οικοδομήσει, είχε βαπτίσει μερικούς από αυτούς, ήταν απόστολος. Μπορούσε να γράψει μια επιστολή που θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους με το βάρος της εξουσίας του.
Η επιστολή που γράφει πηγαίνει ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στην απάντηση που δίνει εδώ πορεύεται ακριβώς αντίστροφα: αντί να ενισχύσει την παράταξή του, αποφεύγει να βγει μπροστά.
Πώς αρχίζει
Δεν αρχίζει με επίπληξη, αλλά με παράκληση, και τους παρακαλεί δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σταματά εδώ και λέει κάτι που ταιριάζει σε κάθε επίπληξη: όποιος επιπλήττεται σκληρά από την αρχή γίνεται αναιδής και δεν μπορεί πια να διορθωθεί, ενώ ο άνθρωπος που έχει προετοιμαστεί με ήπια λόγια σκύβει τον αυχένα του. Ο Παύλος ήθελε να τους διορθώσει, όχι να τους νικήσει.
Έπειτα λέει από ποιους το έμαθε: από τους ανθρώπους του οίκου της Χλόης. Δεν αναφέρει κανένα όνομα προσώπου. Κατονομάζει έναν ολόκληρο οίκο, και ο Χρυσόστομος βλέπει σε αυτό φροντίδα — αν είχε κατονομάσει κάποιον, εκείνος θα είχε γίνει θήραμα, ενώ ο Απόστολος λαμβάνει υπόψη εξίσου το όφελος όσων επιπλήττονται και την ασφάλεια εκείνου που μίλησε.
Ακολουθεί ο κατάλογος των παρατάξεων: ο ένας λέει ότι είναι του Παύλου, ο άλλος του Απολλώ, ο άλλος του Κηφά. Εδώ φαίνεται καθαρότερα τι είδους άνθρωπος έγραφε. Βάζει το δικό του όνομα πρώτο και του Πέτρου τελευταίο. Ο Χρυσόστομος εξηγεί γιατί: για να μη νομίσει κανείς ότι μιλά από φθόνο και ότι υπερασπίζεται τη δική του τιμή απέναντι στους άλλους. Δέχεται αυτός πρώτος ολόκληρο το πλήγμα.
Και κάνει κάτι ακόμη. Τα ονόματα εκείνων που πράγματι είχαν διχάσει την εκκλησία δεν τα προφέρει καθόλου. Τα κρύβει, λέει ο Χρυσόστομος, πίσω από τα αποστολικά ονόματα, σαν πίσω από παραπέτασμα. Δηλαδή καλύπτει τους ενόχους με το δικό του όνομα, ώστε να έχουν πού να επιστρέψουν χωρίς να τους δείχνουν με το δάχτυλο.
Τα τρία ερωτήματα
Ακολουθούν τρία σύντομα ερωτήματα, το ένα μετά το άλλο.
Μεμέρισται ο Χριστός; Ο Χρυσόστομος το ερμηνεύει χωρίς περιστροφές: κόψατε τον Χριστό και μοιράσατε το σώμα Του.
Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Εδώ αξίζει να δούμε τι άφησε στην άκρη. Μπορούσε να ρωτήσει: μήπως ο Παύλος δημιούργησε τον κόσμο; Μήπως ο Παύλος σας έφερε στη ζωή από την ανυπαρξία; Τα αφήνει και τα δύο και επιλέγει τον σταυρό, επειδή η δημιουργία του κόσμου δείχνει τη φιλανθρωπία του Θεού, αλλά η κατάβαση μέχρι τον σταυρό τη δείχνει μεγαλύτερη. Και δεν ρωτά αν ο Παύλος πέθανε για αυτούς, αλλά αν σταυρώθηκε, προσθέτοντας και τον τρόπο του θανάτου.
Η εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε; Το ερώτημα είναι τοποθετημένο με προσοχή. Δεν ρωτά ποιος σας βάπτισε, αλλά σε ποιανού όνομα. Αυτή η διάκριση κρατά ολόκληρη τη διδασκαλία για το βάπτισμα: δεν αναζητείται εκείνος που βάπτισε, αλλά Εκείνος που επικαλούμαστε στο βάπτισμα, επειδή Εκείνος συγχωρεί τις αμαρτίες.
Ευχαριστώ τον Θεό που δεν βάπτισα
Ακολουθεί η πρόταση που ακούγεται παράξενη στο στόμα ενός αποστόλου. Ο Παύλος ευχαριστεί τον Θεό που δεν βάπτισε σχεδόν κανέναν από αυτούς.
Ο Χρυσόστομος φροντίζει να διευκρινίσει αμέσως τι καταρρέει με τα λόγια αυτά. Το βάπτισμα παραμένει μέγα πράγμα, και ο Χρυσόστομος λέει με έμφαση ότι χωρίς αυτό δεν κερδίζεται η Βασιλεία. Αυτό που καταρρέει είναι η έπαρση εκείνων που θεωρούσαν τον εαυτό τους μεγάλο επειδή βάπτιζαν, και η διευκρίνιση είναι απλή: το μεγάλο έργο δεν το κάνει εκείνος που βαπτίζει, αλλά Εκείνος που επικαλούμαστε.
Και ο φόβος του Παύλου ήταν πολύ συγκεκριμένος. Αν γύρω από λιγότερο σημαντικούς λειτουργούς είχαν γεννηθεί παρατάξεις, τι θα συνέβαινε αν το όνομά του βρισκόταν στο βάπτισμα πολλών; Όσοι είχαν βαπτιστεί από αυτόν θα είχαν πάρει το όνομά του. Γι’ αυτό χαίρεται που δεν βάπτισε πολλούς, ώστε κανείς να μην κάνει από αυτό τίτλο παράταξης.
Εδώ ταπεινώνεται για δεύτερη φορά. Πρώτα στον κατάλογο των παρατάξεων, όπου έβαλε πρώτο το δικό του όνομα για να δεχτεί αυτός το πλήγμα. Τώρα στα βαπτίσματα, όπου χαίρεται που δεν τους έδωσε αφορμή να προσκολληθούν σε αυτόν.
Και όχι εν σοφία λόγου
Η τρίτη φορά είναι η πιο δύσκολη, και πολλοί σταματούν την ανάγνωση πριν από αυτήν.
Ο Παύλος λέει ότι ο Χριστός δεν τον απέστειλε να βαπτίζει, αλλά να ευαγγελίζεται — και προσθέτει αμέσως: ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.
Ο Χρυσόστομος δείχνει ότι ο απόστολος στρέφεται εδώ εναντίον μιας άλλης έπαρσης. Σε όσους καυχιόνταν ότι βαπτίζουν είχε μιλήσει ήπια, αγγίζοντάς τους μόνο με λίγα λόγια. Σε όσους καυχιόνταν για τη μάθησή τους εφαρμόζει το πλήγμα εξαρχής.
Το επιχείρημά του είναι απροσδόκητα κοφτερό. Αν η σοφία του κόσμου πολεμά τον σταυρό, τότε όχι μόνο δεν πρέπει να καυχιόμαστε γι’ αυτήν, αλλά πρέπει να την κρύβουμε. Γι’ αυτό οι πρώτοι κήρυκες δεν επιλέχθηκαν ανάμεσα στους ρήτορες και στους φημισμένους φιλοσόφους — όχι επειδή η χάρη αντιστέκεται στη μάθηση, αλλά για να μη αποδοθεί η νίκη στην ανθρώπινη επιδεξιότητα. Ο λόγος επιβεβαιωνόταν ακριβώς από εκείνους που ο κόσμος δεν μπορούσε να θεωρήσει νικητές με την τέχνη του λόγου.
Έρχεται αμέσως και η αντίρρηση, που ο Χρυσόστομος θέτει ο ίδιος: αν είναι έτσι, γιατί έστειλαν στους Κορινθίους τον Απολλώ, που ήταν λόγιος; Απαντά ότι όχι για τη δύναμη των λόγων του, αλλά επειδή ήταν δυνατός στις Γραφές και ήλεγχε τους Ιουδαίους. Αυτό που αναζητείται είναι κάτι άλλο: ότι οι πρώτοι σπορείς του Ευαγγελίου δεν ήταν λόγιοι άνθρωποι.
Και διηγείται κάτι που είδε ο ίδιος, μια σκηνή που επαναλαμβάνεται και σήμερα. Άκουσε έναν χριστιανό να φιλονικεί με έναν Έλληνα για τον Παύλο και τον Πλάτωνα, και ο καθένας υπεράσπιζε, χωρίς να το καταλάβει, τη θέση του άλλου. Ο Έλληνας προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Παύλος ήταν αγράμματος. Ο χριστιανός προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Παύλος ήταν πιο σοφός από τον Πλάτωνα. Χωρίς να το θέλει, λέει ο Χρυσόστομος, το επιχείρημα του Έλληνα εξυπηρετούσε το Ευαγγέλιο καλύτερα από την υπεράσπιση του χριστιανού, διότι αν ο Παύλος είχε ξεπεράσει τον Πλάτωνα στη μάθηση, τότε θα μπορούσε δίκαια να ειπωθεί ότι νίκησε με την επιδεξιότητα του λόγου και όχι με τη χάρη. Αν ήταν αγράμματος και παρ’ όλα αυτά τον υπερέβη, η νίκη είναι λαμπρή.
Τρεις φορές στη σειρά, λοιπόν, ο ίδιος άνθρωπος αποφεύγει να βγει μπροστά. Βάζει το όνομά του πρώτο στον κατάλογο των παρατάξεων, για να πέσει το πλήγμα πάνω του. Ευχαριστεί που δεν βάπτισε, για να μην προσκολληθεί κανείς σε αυτόν. Και απορρίπτει την ομορφιά του λόγου, για να μη νομίσει κανείς ότι νίκησε με αυτήν. Τον λόγο τον λέει ο ίδιος στο τέλος: ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.
Πρέπει να τεθεί εδώ και ένας περιορισμός, γιατί το χωρίο αυτό χρησιμοποιείται συχνά λανθασμένα. Η ενότητα που ζητά ο Παύλος δεν είναι αδιαφορία για την αλήθεια. Ο Χρυσόστομος λέει με έμφαση ότι στην Κόρινθο το ρήγμα δεν γεννήθηκε από την πίστη, αλλά από φιλοδοξία και από παθιασμένη προσκόλληση σε ανθρώπους. Ο Απόστολος δεν ζητά τη συμφιλίωση της αλήθειας με την πλάνη· ζητά τη θεραπεία των αντιζηλιών ανάμεσα σε εκείνους που ομολογούν την ίδια πίστη.
Το Ευαγγέλιο — Ματθ. 14, 14–22
Τω καιρώ εκείνω, εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτούς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· Έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν· απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· Ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν. Οι δε λέγουσιν αυτώ· Ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας. Ο δε είπε· Φέρετέ μοι αυτούς ώδε. Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, και λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων. Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους.
Μετά την είδηση του θανάτου του Ιωάννη
Το ανάγνωσμα της ημέρας αρχίζει με τον Ιησού να βγαίνει προς το πλήθος. Ό,τι έγινε πιο πριν βρίσκεται στο προηγούμενο εδάφιο, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ξεκινά από εκεί, γιατί χωρίς αυτό η σκηνή μένει χωρίς θεμέλιο.
Μόλις είχε φτάσει στον Ιησού η είδηση ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε φονευθεί, και αποσύρθηκε σε έρημο τόπο. Ο Χρυσόστομος λέει ότι αποσύρεται συχνά και ότι ήθελε πολλά από τα έργα Του να γίνονται κατά την ανθρώπινη τάξη, όχι από έλλειψη δύναμης, αλλά επειδή δεν αποκάλυπτε παντού τη Θεότητά Του με τον ίδιο τρόπο. Τα πλήθη το μαθαίνουν και Τον ακολουθούν πεζά, από τις πόλεις· δεν τα φόβισε ό,τι συνέβη στον Ιωάννη.
Από εδώ και πέρα ακολουθούμε ό,τι διαβάζεται. Βγαίνει προς αυτά, και αντί να αποφύγει, σπλαχνίζεται και θεραπεύει τους αρρώστους τους.
Βραδιάζει. Ο τόπος είναι έρημος, οι άνθρωποι δεν έχουν τι να φάνε, και κανείς δεν ζητά τίποτε. Ο Χρυσόστομος σταματά σε αυτή τη σιωπή: η αγάπη τους να είναι κοντά στον Χριστό τους είχε κάνει να ξεχάσουν ακόμη και το φαγητό. Οι μαθητές έρχονται και ζητούν ένα μόνο πράγμα — να απολυθούν τα πλήθη για να αγοράσουν φαγητό από τα χωριά.
Τότε έρχεται ο λόγος: δότε αυτοίς υμείς φαγείν.
Δεν λέει ότι θα τους δώσει Αυτός, επειδή δεν θα Τον πίστευαν. Ο Άγιος Θεοφύλακτος προσθέτει την αιτία: αφήνει τους αποστόλους να ομολογήσουν οι ίδιοι ότι δεν έχουν τίποτε, ώστε να φανεί καθαρά ότι το θαύμα προέρχεται από ανάγκη και όχι από επιθυμία να φανεί.
Οι μαθητές απαντούν ότι έχουν πέντε άρτους και δύο ιχθύς. Αξίζει να προσέξουμε τον αριθμό: ήταν δώδεκα άνθρωποι, και τόσα είχαν για τη δική τους τροφή. Και ούτε αυτό το λίγο το κράτησαν για τον εαυτό τους, αλλά το έδωσαν όταν τους ζητήθηκε, χωρίς να ρωτήσουν με τι θα τραφούν οι ίδιοι.
Ο άρτος
Ο Χριστός παίρνει τους άρτους, αναβλέπει στον ουρανό και ευλογεί.
Εδώ ο Χρυσόστομος θέτει το ερώτημα που συνήθως τρομάζει. Γιατί προσεύχεται για ένα τόσο μικρό θαύμα, Εκείνος που είχε αναστήσει νεκρούς και είχε καταπραΰνει τη θάλασσα χωρίς να προσευχηθεί; Η απάντησή του βαδίζει ταυτόχρονα σε δύο δρόμους, και κανένας δεν λέει ότι ο Υιός θα λάμβανε απ’ έξω μια δύναμη που θα Του έλειπε. Τα μεγάλα θαύματα τα κάνει με τη δική Του δύναμη, για να γνωριστεί η Θεότητα. Στα μικρά υψώνει τα μάτια, για να γνωριστεί και ότι ήρθε από τον Πατέρα. Και τα δύο έπρεπε να τα ξέρουμε. Και επιπλέον μας διδάσκει ένα μικρό και καθημερινό πράγμα: να μην καθόμαστε στο τραπέζι πριν ευχαριστήσουμε Εκείνον που μας έδωσε την τροφή.
Γιατί δεν φτιάχνει ψωμί από το τίποτε; Για να κλείσει το στόμα των Μαρκιωνιστών και των Μανιχαίων, που χώριζαν τον ορατό κόσμο από τον αγαθό Θεό και του απέδιδαν άλλη καταγωγή. Πολλαπλασιάζοντας άρτους που υπάρχουν, δείχνει έμπρακτα ότι Αυτός είναι που κάνει τη γη να καρποφορεί και τα νερά να βγάζουν έμβια όντα. Δεν είναι μικρότερο θαύμα να βγάζεις καρπούς από τη γη παρά να κάνεις από πέντε άρτους τόσους πολλούς.
Και η έρημος επιλέγεται. Εκεί κάνει το θαύμα, λέει ο Χρυσόστομος, για να μη νομίσει κανείς ότι έφεραν κάτι από κάποιο κοντινό χωριό.
Ακολουθεί το σημείο στο οποίο επιμένει περισσότερο. Μέσω των μαθητών καθίζει τα πλήθη στο χορτάρι. Από τα χέρια τους παίρνει τους άρτους. Κόβει και δίνει στους μαθητές, και οι μαθητές στα πλήθη. Η διάταξη αυτή έχει έναν σκοπό: κάθε απόστολος να είναι μάρτυρας του θαύματος με όσα είπε και όσα έκανε, και τα χέρια τους να είναι μάρτυρες. Και ο Χρυσόστομος περιγράφει ό,τι έγινε εκεί με μια εικόνα που δεν ξεχνάς: οι άρτοι πήγαζαν στα χέρια των μαθητών.
Στο τέλος μένουν κλάσματα, όχι ολόκληροι άρτοι, για να γνωρίζουμε ότι είναι ακριβώς ό,τι περίσσεψε από εκείνους τους άρτους. Ο Θεοφύλακτος προσθέτει ότι το περίσσευμα δείχνει ότι το θαύμα δεν έγινε κατά φαντασία. Για τα δώδεκα κοφίνια, και οι δύο βλέπουν ότι έτσι θα έφερνε ένα και ο Ιούδας, μένοντας κι εκείνος μάρτυρας. Ο Θεοφύλακτος προσθέτει ότι, κρατώντας το θαύμα στα χέρια του, δεν έπρεπε να τρέξει ασυγκράτητος προς την προδοσία.
Το κάθισμα στο χορτάρι, η απλή και ίδια για όλους τροφή, χωρίς ξεχωριστό τραπέζι για τους επιφανείς — ο Χρυσόστομος τα διαβάζει όλα ως διδασκαλία. Ο Χριστός δεν ήθελε μόνο να χορτάσει τα σώματα, αλλά να διδάξει και στις ψυχές την ταπείνωση, την εγκράτεια και την αγάπη.
Ο Θεοφύλακτος διαβάζει τη σκηνή και κατά το ύψιστο νόημα. Ο Ηρώδης, που στην πνευματική ερμηνεία εικονίζει το σαρκικό φρόνημα, είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη, την κεφαλή των προφητών· γι’ αυτό αναχωρεί ο Ιησούς σε έρημο τόπο, δηλαδή προς τα έθνη που ως τότε στερούνταν τη γνώση του Θεού, και εκεί πρώτα θεραπεύει, έπειτα τρέφει. Διότι, λέει, αν δεν μας συγχωρήσει τις αμαρτίες και δεν μας θεραπεύσει διά του Βαπτίσματος, δεν μας τρέφει με τα Άγια Μυστήρια. Είναι μια τυπολογική ανάγνωση: ο πολλαπλασιασμός των άρτων δεν είναι ακόμη η σύσταση της Ευχαριστίας, αλλά την προαναγγέλλει.
Στο τελευταίο εδάφιο, ο Χριστός αναγκάζει τους μαθητές να μπουν στο πλοίο. Στη λέξη ηνάγκασε ο Θεοφύλακτος βλέπει πόσο δύσκολα αποχωρίζονταν από Αυτόν, επειδή ήθελαν πάντοτε να είναι μαζί Του. Και τα πλήθη τα απολύει, μη θέλοντας να τα πάρει μαζί Του, για να μη φανεί ότι αγαπά την κενοδοξία.
Πηγές
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλίες στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Ομιλία ΜΘ΄ (PSB 23, Έργα Γ΄).
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Υπόμνημα στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή, Ομιλία Γ΄.
Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Ερμηνεία του Αγίου Ευαγγελίου του Ματθαίου, κεφάλαιο 14.