
Στις 16 Αυγούστου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Ιωσήφ, ιεροσχημονάχου, μαθητή του Οσίου Παΐσιου του Νεάμτς και πρώτου πνευματικού της αδελφότητας των μοναχών του Βαράτεκ, στα βουνά της Μολδαβίας. Έζησε ανάμεσα στο 1750 περίπου και το 1828, και η Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας τον κατέταξε στο ποίμνιο των αγίων το 2008.
Η αναχώρηση από την Τρανσυλβανία
Γεννήθηκε γύρω στο 1750, σε ένα χωριό που οι πηγές το ονομάζουν Βάλεα Ζιντανουλούι (Valea Jidanului), στην Τρανσυλβανία, από οικογένεια ορθόδοξων αγροτών. Ήταν τα χρόνια που η αυστριακή κυριαρχία ανάγκαζε τον ορθόδοξο πληθυσμό της επαρχίας να δεχθεί την ένωση με τη Ρώμη, και η αντίσταση είχε συσπειρωθεί γύρω από τον Όσιο Σωφρόνιο της Τσόαρα, μοναχό που γύριζε από χωριό σε χωριό καλώντας στη σταθερότητα. Πολλές οικογένειες διάλεξαν τότε να περάσουν τα βουνά προς ανατολάς, στη Μολδαβία, όπου η Εκκλησία είχε μείνει ανέγγιχτη από αυτές τις πιέσεις. Ανάμεσά τους ήταν και η οικογένεια του Ιωσήφ.
Μαθητής του Οσίου Παΐσιου
Φτάνοντας στη Μολδαβία, ο νεαρός επισκέφθηκε τα μοναστήρια του τόπου και σταμάτησε στη Ντραγκομίρνα, όπου ζούσε τότε ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι. Ο γέροντας είχε έρθει από την Ουκρανία μέσω του Άθω και συγκέντρωνε γύρω του μια αδελφότητα από πολλά έθνη και γλώσσες, που μετέφραζε και αντέγραφε τα συγγράμματα των Πατέρων της εσωτερικής άσκησης. Εκεί μπήκε ο Ιωσήφ σε υπακοή.
Όταν η Βουκοβίνη περιήλθε στην αυστριακή κυριαρχία, η αδελφότητα μετακινήθηκε στο Σέκου και έπειτα στο Νεάμτς. Ο Ιωσήφ ακολούθησε τον γέροντα και στις δύο μετακινήσεις. Με τον λόγο του κουρεύτηκε μοναχός και χειροτονήθηκε ιερομόναχος.
Από τα χρόνια αυτά του έμεινε η συνήθεια που φαίνεται σε όλο το μετέπειτα έργο του: η υπακοή, η φύλαξη του νου, η εγκράτεια, η αγρυπνία και η αδιάλειπτη προσευχή, που τις διδάχθηκε όχι μόνο από βιβλία, αλλά υπό την καθοδήγηση ενός ζωντανού πατέρα.
Ένα πρόγραμμα για τις ησυχαστικές κοινότητες μοναχών
Ο Όσιος Παΐσιος επιδίωκε μια συγκεκριμένη διόρθωση στην περιοχή του Νεάμτς. Οι μοναχές ζούσαν διασκορπισμένες σε μικρές σκήτες, χτισμένες συχνά στις παρυφές των χωριών και των πόλεων, όπου ούτε η ησυχία ούτε η τάξη μπορούσαν να τηρηθούν. Ο γέροντας προσπάθησε να τις συγκεντρώσει σε λίγα μεγάλα καθιδρύματα, απομακρυσμένα από τον κόσμο, με κοινοβιακή ζωή και με καταρτισμένους πνευματικούς.
Ο Ιωσήφ υπήρξε ένας από τους κύριους ανθρώπους μέσω των οποίων πραγματοποιήθηκε αυτή η συγκέντρωση. Τα έγγραφα τον δείχνουν, γύρω στο 1779, πνευματικό οδηγό στη σκήτη Πόκροβ, κοντά στο Νεάμτς, και καθοδηγητή των μοναχών των σκητών Πιρίουλ Καρπένουλουι και Ντουράου. Η πρώτη του γνωστή μαθήτρια που γνωρίζουμε με το όνομά της, η σχημαμονάχη Ναζαρία, κατέληξε στο Πιρίουλ Καρπένουλουι, όπου γνώρισε τον Ιωσήφ. Εκείνος μετέφερε κατόπιν την αδελφότητα στο Ντουράου, κάτω από το όρος Τσεαχλάου, όπου η Ναζαρία έμεινε δεκατέσσερα χρόνια υπό την καθοδήγησή του. Γύρω στο 1779–1780 ο γέροντας Παΐσιος συγκέντρωσε εκεί τις μοναχές και τις ασκήτριες της περιοχής, υπό την ηγεσία της Ναζαρίας και του Ιωσήφ.
Η Ναζαρία καταγόταν από το Μπρασόβ. Είχε παντρευτεί και γεννήσει δύο παιδιά· της πέθανε πρώτα ο σύζυγος και ύστερα τα παιδιά. Μένοντας μόνη, μπήκε στη μοναχική ζωή, πρώτα στη σκήτη Σκύντεια της Βράντσεα, όπου έγινε ρασοφόρα με το όνομα Ναταλία, και έπειτα στη σκήτη Μπόντσεστι, όπου έλαβε το μέγα σχήμα με το όνομα Ναζαρία. Γύρω στο 1770 είχε φτάσει στην περιοχή του Νεάμτς, κοντά στον Ιωσήφ.
Η έρημος των βουνών της Σίχλα
Έπειτα από καιρό, ο Ιωσήφ ζήτησε από τον γέροντα την άδεια να αποσυρθεί σε ησυχία. Την έλαβε και εγκαταστάθηκε στα δάση κοντά στη Σίχλα, μαζί με άλλους δύο πατέρες, τον Γερμανό και τον Γεροντίο. Εκεί έλαβε το μέγα σχήμα και έγινε ιεροσχημονάχος. Στο ξέφωτο υψώθηκαν μερικά κελιά από ξύλο και πηλό και ένα μικρό παρεκκλήσι.
Τα μέρη εκείνα διατήρησαν ως σήμερα το όνομά του: Ξέφωτο του Ιωσήφ, Ρυάκι του Ιωσήφ, Κελιά του Ιωσήφ. Το μονοπάτι προς την πηγή που φέρει το όνομά του ξεκινά και σήμερα από το Βαράτεκ.
Η εύρεση του ξέφωτου
Το Ντουράου όμως αποδείχθηκε πολύ απομακρυσμένο από κάθε βοήθεια. Η ηγουμένη Ναζαρία έγραψε στον γέροντα Παΐσιο, ζητώντας να μεταφερθεί η αδελφότητα σε τόπο πιο κοντινό στο Νεάμτς. Την ίδια εποχή είχε έρθει στον Παΐσιο και μια άλλη μαθήτρια, η Μπαλάσα Χερέσκου (Herescu), κόρη του ιερέα Μιχαήλ της ηγεμονικής εκκλησίας «Άγιος Νικόλαος» του Ιασίου. Χήρα σε νεαρή ηλικία, είχε γίνει ρασοφόρα στη σκήτη Τοπολίτσα με το όνομα Ολυμπιάδα, αλλά η τάξη εκεί δεν την ικανοποιούσε. Ο γέροντας της έδωσε εντολή να αναζητήσει, μαζί με τη Ναζαρία, τόπο για μοναστήρι.
Η Ολυμπιάδα ξεκίνησε μέσα από τα βουνά, οδηγούμενη από τον ασκητή Ιωσήφ, και βρήκε ένα ξέφωτο μακριά από τους ανθρώπινους οικισμούς, που λεγόταν Βαράτεκ. Απέκτησε εκεί εκτάσεις από τον μέγα βεστιάριο Ντελεάνου και από τον δασοφύλακα Ιον Μπαλανόιου, και έθεσε ολόκληρη την περιουσία της στην υπηρεσία του νέου καθιδρύματος. Μεταξύ 1781 και 1785 διαμορφώθηκε στο ξέφωτο μια μικρή ησυχαστική κοινότητα.
Τον Ιούνιο του 1785, η Ολυμπιάδα και ο πνευματικός Ιωσήφ άρχισαν να χτίζουν μια ξύλινη εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Γύρω της υψώθηκαν κελιά και σε αυτά εγκαταστάθηκαν μοναχές. Έτσι γεννήθηκε η σκήτη Βαράτεκ.
Η αύξηση της αδελφότητας
Το 1787 η σκήτη Βαράτεκ ενώθηκε με τη σκήτη Τοπολίτσα, και οι μοναχές εκείνης μετακινήθηκαν στο ξέφωτο. Την επόμενη χρονιά ήρθαν και εκείνες του Ντουράου, με επικεφαλής την ηγουμένη Ναζαρία, η οποία επικυρώθηκε ηγουμένη του νέου καθιδρύματος. Διοίκησε την αδελφότητα από το 1788 ως το 1814, με βοηθό τον πνευματικό Ιωσήφ. Το 1794 υψώθηκε μια δεύτερη ξύλινη εκκλησία.
Η τάξη που καθιέρωσαν μαζί αφορούσε τις ακολουθίες της εκκλησίας, την υπακοή στην αδελφότητα, το χειροτεχνικό έργο στο κελί, την εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής, και την προσευχή κάθε ώρα. Σε έναν αιώνα όπου λίγες γυναίκες ήξεραν γράμματα, η διδασκαλία της γραφής υπήρξε από μόνη της πράξη ελεημοσύνης. Το 1803, με απόφαση του μητροπολίτη Βενιαμίν Κοστάκη, άνοιξε στο Βαράτεκ και στην Αγαπία μια σχολή για μοναχές, όπου διδάσκονταν ψαλτική, ελληνική γλώσσα, κεντητική και υφαντική.
Η αδελφότητα αυξήθηκε σε πάνω από τριακόσιες μοναχές. Σήμερα το Βαράτεκ είναι το μεγαλύτερο γυναικείο μοναστήρι της Ρουμανίας.
Τα χέρια του πνευματικού
Η πέτρινη εκκλησία, αυτή που στέκει ακόμη και σήμερα στο μέσον της αυλής, υψώθηκε με τον κόπο του. Το Ρουμανικό Γεροντικό διατηρεί τη μνήμη του τρόπου με τον οποίο εργαζόταν: κουβαλούσε ο ίδιος πέτρες, ασβέστη, άμμο και νερό και τα ανέβαζε στο ικρίωμα, ενώ τα χρήματα για την πληρωμή των εργατών τα μάζευε από ανθρώπους με περιουσία. Η επιγραφή της εκκλησίας τον μνημονεύει μαζί με την ηγουμένη, «με τον κόπο του Πατρός Ιωσήφ του Πνευματικού και της ηγουμένης Ολυμπιάδας», και προσθέτει ότι οι πρώτοι κτήτορες ήταν οι μοναχές του τόπου.
Τον ίδιο ζήλο επέδειξε και στην οργάνωση άλλων ησυχαστικών κοινοτήτων στα βουνά του Νεάμτς. Τις σκήτες που ποίμανε τις άφησε με κοινοβιακή ζωή και με οργανωμένες ακολουθίες.
Ο πνευματικός του βουνού
Στο κελί του ανέβαιναν οι ασκητές των βουνών της Σίχλα και των δασών της Αγαπίας, οι μοναχοί και οι ηγούμενοι της Σιχαστρίας, της Σίχλα, του Πόκροβ και του Νεάμτς. Τους δεχόταν όλους, τους άκουγε, τους δίδασκε το έργο της προσευχής του Ιησού, τους εξομολογούσε, τους φιλοξενούσε με ασκητική τροφή και τους άφηνε να φύγουν με ειρήνη στα κελιά τους. Έρχονταν και λαϊκοί, από μεγάλες αποστάσεις, για ασθένειες και για θλίψεις.
Ο Θεός του έδωσε το χάρισμα της θεραπείας και της έξωσης των ακάθαρτων πνευμάτων. Οι μαθητές του θυμούνταν ότι, πριν θεραπεύσει, γνώριζε την αιτία της ασθένειας.
Αντέγραφε ο ίδιος χειρόγραφα γραφικά, θεολογικά και λατρευτικά, πράγμα που προϋποθέτει στέρεη γνώση της Γραφής και των Πατέρων, αποκτημένη από τη νεότητα. Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγεται ο ιερομόναχος Ειρηνάρχος Ρόσετ († 1859), ιδρυτής της μονής Χοραΐτσα, ο οποίος έφυγε έπειτα για την Αγία Γη και ύψωσε την εκκλησία στο όρος Θαβώρ.
Το απολυτίκιο της ημέρας τον ονομάζει, σύντομα και ακριβώς, «κτήτορα και πνευματικό της Μονής».
Η Φιλοκαλία και η θέση του σε αυτήν
Η Φιλοκαλία δεν είναι έργο ενός μόνο συγγραφέα. Είναι μια συλλογή πατερικών κειμένων για τη νήψη και για την προσευχή του νου, που συγκέντρωσαν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς, Κορίνθου, και τυπώθηκε στα ελληνικά στη Βενετία, το 1782.
Η αδελφότητα του Οσίου Παΐσιου μετέφραζε τέτοια κείμενα ήδη πριν από την ελληνική έκδοση. Στη Ντραγκομίρνα, ο μοναχός Ραφαήλ συγκέντρωσε το 1769 ένα χειρόγραφο εξακοσίων είκοσι έξι σελίδων με φιλοκαλικά συγγράμματα στα ρουμανικά, δεκατρία χρόνια πριν από τη βενετσιάνικη έκδοση. Στο Νεάμτς το έργο συνεχίστηκε: ο ιερομόναχος Μακάριος, ο ιερομόναχος Ιλαρίων ο δάσκαλος, ο ιερομόναχος Δανιήλ και άλλοι μετέφρασαν και αντέγραψαν, και από τη σχολή αυτή βγήκε και η σλαβική Φιλοκαλία που τυπώθηκε στη Μόσχα το 1793.
Στις γνωστές πηγές ο Ιωσήφ δεν εμφανίζεται ανάμεσα στους μεταφραστές της παϊσιανής σχολής. Μαρτυρείται όμως ως αντιγραφέας χειρογράφων. Στα χρόνια που το γραφείο αντιγραφής του Νεάμτς εργαζόταν εντονότερα, εκείνος βρισκόταν ήδη στα βουνά, και έπειτα στο Βαράτεκ.
Μπήκε στη Φιλοκαλία από τον άλλο δρόμο. Όταν ο π. Δημήτριος Στανιλοάε μετέφρασε τη Φιλοκαλία στα ρουμανικά, πρόσθεσε στον όγδοο τόμο μια ενότητα ρουμανικών ησυχαστικών κειμένων: τον πρόλογο του Οσίου Βασιλείου της Πογιάνα Μαρουλούι, τις συμβουλές του γέροντα Γεωργίου του Τσερνίκα και, ανάμεσά τους, το Τυπικό της ιεράς προσευχής του νου, όπως παρελήφθη από τον Πατέρα Ιωσήφ. Έτσι έφτασε να διαβάζεται δίπλα σε εκείνους που διάβαζε ο ίδιος.
Το Τυπικό της προσευχής του νου
Ο τίτλος δείχνει ότι το κείμενο καταγράφηκε ως τάξη που παραλήφθηκε από τον πατέρα Ιωσήφ, γραμμένη το 1810, δεκαοκτώ χρόνια πριν από τον θάνατό του. Δεν δίνεται ως δικό του αυτόγραφο.
Η τάξη είναι σύντομη και προορίζεται ειδικά για αρχάριους. Ζητά τη συγκέντρωση των αισθήσεων και την κλίση του κεφαλιού προς τον αριστερό ώμο, το στόμα κλειστό, δύο δάχτυλα του δεξιού χεριού τοποθετημένα στο στήθος, αριστερά, πιο πάνω από την καρδιά. Η αναπνοή τραβιέται αργά από τη μύτη, στα βάθη του στήθους, και εκεί εκφωνείται η επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού. Ο νους δεν επιτρέπεται να τρέχει πίσω από την αναπνοή, αλλά μένει στα βάθη της καρδιάς, στο όνομα. Το κείμενο απαγορεύει κάθε φαντασία: «Ούτε την καρδιά να φανταστείς, ούτε τίποτε άλλο.» Και το μέτρο δίνεται εκεί: ένα τέταρτο της ώρας, χωρίς να βαραίνει ο νους, επειδή όποιος ξεκινά είναι αρχάριος.
Παρόμοιες τάξεις είναι γνωστές από τον 13ο και τον 14ο αιώνα, από τον Νικηφόρο τον Μονάζοντα και τον Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, και μία από αυτές, η Μέθοδος της ιεράς προσευχής και προσοχής, κυκλοφόρησε επί πολύ καιρό με το όνομα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου χωρίς να είναι δική του. Όλες μοιάζουν σε όσα επιδιώκουν: να σταματήσουν τον νου από τη διασπορά και να τον κατεβάσουν στην καρδιά. Εκείνη του Ιωσήφ διαφέρει ως προς το μέτρο. Δεν υπόσχεται τίποτε, δεν περιγράφει καταστάσεις, δεν ξεπερνά το τέταρτο της ώρας.
Οι σωματικές λεπτομέρειες διαβάστηκαν λανθασμένα όποτε αποσπάστηκαν από τη θέση τους. Από μόνες τους δεν ανοίγουν τίποτε. Είναι ένα στήριγμα για εκείνον που στέκει υπό υπακοή και που τον βλέπει, εβδομάδα με την εβδομάδα, ένας πατέρας που γνωρίζει τους λογισμούς του. Ο Ιωσήφ μιλούσε σε μοναχούς και μοναχές που εξομολογούσε και γνώριζε με το όνομά τους. Η τάξη του μπορεί να διαβαστεί σήμερα από οποιονδήποτε. Δεν πρέπει όμως να αποσπάται από την υπακοή και να μεταβάλλεται σε τεχνική που εφαρμόζεται από έναν μόνο, χωρίς πνευματική καθοδήγηση.
Εδώ βρίσκεται και η σχέση του με τον Όσιο Παΐσιο. Ό,τι παρέλαβε στη Ντραγκομίρνα και στο Νεάμτς δεν ήταν απλώς μια μέθοδος, αλλά μια παράδοση: τα βιβλία των Πατέρων διαβασμένα υπό καθοδήγηση, η προσευχή που εργάζεται κανείς υπό υπακοή, η φανέρωση των λογισμών ως θεμέλιο των πάντων. Ο Ιωσήφ μετέφερε την παράδοση αυτή σε μια αδελφότητα μοναχών και την κράτησε ζωντανή εκεί επί τρεις δεκαετίες.
Η προφητεία του 1821
Λίγο πριν από το τέλος του προανήγγειλε ότι θα έρθουν ταραχές πάνω στη Μολδαβία, ότι τα χωριά και τα μοναστήρια θα λεηλατηθούν, ότι το Νεάμτς θα μείνει για καιρό έρημο, και ότι η Αγαπία, το Σέκου, η Σιχαστρία και το Βαράτεκ θα καούν. Τα λόγια του εκπληρώθηκαν το φθινόπωρο του 1821, κατά την εξέγερση της Φιλικής Εταιρείας, όταν τουρκικά στρατεύματα πέρασαν από την περιοχή.
Το τέλος
Εκοιμήθη στις 28 Δεκεμβρίου 1828 και ενταφιάστηκε στην εκκλησία που είχε κτίσει, κάτω από το δάπεδο.
Ο θάνατός του άλλαξε την τάξη της αδελφότητας. Η μητέρα Ολυμπιάδα, που είχε αρνηθεί πολλές φορές την ηγουμενία θεωρώντας τον εαυτό της ανάξιο, είχε εντούτοις αναλάβει το φορτίο το 1822 και είχε διοικήσει έξι χρόνια. Με την κοίμηση του πνευματικού της αποσύρθηκε από την ηγουμενία. Εκλέχθηκε για δεύτερη φορά το 1834 και κράτησε το μοναστήρι ως το 1842, οπότε μετέστη προς τον Κύριο, σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών.
Τα λείψανα
Ο τάφος έμεινε κάτω από το δάπεδο της εκκλησίας σχεδόν δύο αιώνες. Τον Αύγουστο του 2013, κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης, η λάρνακα ανασύρθηκε από κάτω από το δάπεδο υπό την εποπτεία ειδικών του Μουσειακού Συγκροτήματος Νεάμτς. Από τότε τα λείψανα βρίσκονται για προσκύνηση στην εκκλησία της μονής, δίπλα σε εκείνα του Οσίου Γεωργίου του Προσκυνητή.
Η αγιοκατάταξη προηγήθηκε, λοιπόν, της ανασύρσεως των λειψάνων, δεν ακολούθησε αυτήν.
Η αγιοκατάταξη
Η Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας αποφάσισε την κατάταξή του στους αγίους στη συνεδρία της 5–7 Μαρτίου 2008. Η πανηγυρική ανακήρυξη έγινε στις 5 Ιουνίου 2008, στη μονή Νεάμτς, και η τοπική στις 16 Αυγούστου του ίδιου έτους, στο Βαράτεκ. Η ημέρα της μνήμης ορίστηκε τη δεύτερη ημέρα μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου, εορτή του μοναστηριού που ύψωσε.
Οι μαθήτριες
Στις 16 Αυγούστου 2026, ημέρα της μνήμης του, στο Βαράτεκ γίνεται η τοπική ανακήρυξη της αγιοκατάταξης τριών οσίων συνδεδεμένων με το ίδιο μοναστήρι: της Ναζαρίας και της Ολυμπιάδας, μαθητριών του, των πρώτων ηγουμένων και κτητόρων του καθιδρύματος, και της Ελισάβετ, γνωστής στον κόσμο ως Σάφτα Μπρανκοβεάνου, η οποία έγινε μοναχή εκεί σε βαθιά γεράματα. Η Σύνοδος τις κατέταξε στις αγίες την 1η Ιουλίου 2025, και η γενική ανακήρυξη έγινε στις 6 Φεβρουαρίου 2026, στον πατριαρχικό καθεδρικό ναό του Βουκουρεστίου. Η μνήμη τους ορίστηκε στις 17 Αυγούστου.
Ο πνευματικός και οι πνευματικές του θυγατέρες καταλήγουν έτσι να τιμώνται σε διαδοχικές ημέρες, στην ίδια εκκλησία. Έτσι φαίνεται το έργο ενός πατέρα: όχι σε ό,τι άφησε γραμμένο, αλλά σε εκείνους που ανέθρεψε.
Σημείωση για τις πηγές
Τα στοιχεία που προηγούνται ακολουθούν τον βίο που παρέλαβε η Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας κατά την αγιοκατάταξη του 2008, τα ακολουθιακά κείμενα που συντάχθηκαν τότε, την ιστορία του μοναστηριού που δημοσίευσε η Μητρόπολη Μολδαβίας και Βουκοβίνης και το Ρουμανικό Γεροντικό του αρχιμανδρίτη Ιωαννικίου Μπάλαν (έκδ. Μονή Σιχαστρίας). Η σελιδαρίθμηση του Γεροντικού διαφέρει μεταξύ των εκδόσεων.
Το Τυπικό της προσευχής του νου. Το κείμενο βρίσκεται στη ρουμανική Φιλοκαλία, όγδοος τόμος, με τον τίτλο Τυπικό της ιεράς προσευχής του νου, όπως παρελήφθη από τον Πατέρα Ιωσήφ. Γραμμένο το 1810. Η παλαιότερη βιβλιογραφία το δίνει στις σσ. 607–608, ενώ η επετειακή έκδοση των Εκδόσεων του Βιβλικού Ινστιτούτου το έχει στη σ. 703. Ο τόμος εμφανίζεται άλλοτε χρονολογημένος το 1977, άλλοτε το 1979. Η παραπομπή πρέπει να επαληθευτεί στο αντίτυπο που έχει κανείς στη διάθεσή του. Ο τίτλος δείχνει ότι η τάξη καταγράφηκε ως παραληφθείσα από τον Όσιο Ιωσήφ, όχι ως αυτόγραφό του· η ορθή διατύπωση σε ένα άρθρο είναι «όπως παρελήφθη από τον Πατέρα Ιωσήφ».
Μια προσευχή με το όνομά του. Οι σημερινές εκδόσεις του Απανθίσματος, της συλλογής προσευχών που μεταφράστηκε στο Νεάμτς το 1827, περιλαμβάνουν στα περιεχόμενα ένα ξεχωριστό κομμάτι με τίτλο «Προσευχή του Οσίου Ιωσήφ του Βαράτεκ», τοποθετημένο μετά τις προσευχές του Αγίου Εφραίμ του Σύρου. Το κείμενο δεν κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.
Τα δεκατέσσερα χρόνια της Οσίας Ναζαρίας. Το Γεροντικό τοποθετεί την άσκησή της των δεκατεσσάρων ετών στο Ντουράου, μετά τη μετακίνηση της αδελφότητας από το Πιρίουλ Καρπένουλουι. Ορισμένες εκκλησιαστικές δημοσιογραφικές αναφορές την τοποθετούν στο Πιρίουλ Καρπένουλουι. Το άρθρο ακολουθεί το Γεροντικό.
Ο τόπος γέννησης. Το χωριό Βάλεα Ζιντανουλούι εμφανίζεται σε όλες τις εκδοχές του βίου, αλλά η ταύτισή του με σημερινό οικισμό δεν είναι τεκμηριωμένη στις πηγές που συμβουλευτήκαμε.
Η χρονολόγηση της πέτρινης εκκλησίας. Ο επίσημος βίος δίνει τα έτη 1808–1812, ενώ η επιγραφή αναφέρει το έτος 1808. Το Γεροντικό τοποθετεί τις εργασίες μεταξύ 1790 και 1800. Η διαφορά οφείλεται πιθανώς στη σύγχυση της δεύτερης ξύλινης εκκλησίας (1794) με την πέτρινη.
Η ηλικία της Οσίας Ναζαρίας. Η συνοδική σύνθεση του 2025 δίνει τα έτη 1697–1814, ενώ ένα χειρόγραφο για τη ζωή της μιλά για εκατόν δεκαεπτά έτη. Αν ο αριθμός είναι ακριβής, θα είχε αναλάβει την ηγουμενία του Βαράτεκ έχοντας ξεπεράσει τα ενενήντα. Τα στοιχεία αυτά κυκλοφορούν σταθερά στη βιβλιογραφία του μοναστηριού και απαιτούν επαλήθευση στα έγγραφα του αρχείου.
Η σειρά των κτητόρων. Η συνοδική σύνθεση ονομάζει τη Ναζαρία πρώτη ηγουμένη και την Ολυμπιάδα κτητόρισσα. Ο βίος του Οσίου Ιωσήφ που δημοσίευσε η Αρχιεπισκοπή Ιασίου μνημονεύει πρώτα την Ολυμπιάδα. Όποιος γράφει για το θέμα θα έκανε καλά να μην αποφασίσει οριστικά.
Μια διαδεδομένη σύγχυση. Αρκετοί ιστότοποι αποδίδουν στον Όσιο Ιωσήφ την προφητεία για τον θάνατό του «όταν θα ταραχθούν οι λαοί», που εκπληρώθηκε τον Αύγουστο του 1916. Τα λόγια εκείνα ανήκουν στον Όσιο Γεώργιο τον Προσκυνητή, που εκοιμήθη στο Βαράτεκ το 1916 και τιμάται στις 17 Αυγούστου. Η προφητεία του Ιωσήφ αφορά την εξέγερση του 1821. Η σύγχυση προέρχεται από άρθρα που πραγματεύονται μαζί τους αγίους του μοναστηριού.
Το όνομα. Οι μορφές «Βαράτεκ» (Văratec) και «Βαράτικ» (Varatic) εμφανίζονται και οι δύο στα εκκλησιαστικά κείμενα, κάποτε στο ίδιο έγγραφο, ενώ η διοικητική ονοματολογία των οικισμών χρησιμοποιεί το «Βαράτικ». Το ημερολόγιο και το συναξάρι χρησιμοποιούν το «Βαράτεκ».
Εικόνα: η εικόνα του Οσίου Ιωσήφ του Βαράτεκ, δημοσιευμένη από την Ρεϊντρεγκίρεα / Αρχιεπισκοπή Αλμπα Ιούλια.