Φρανκ Άτγουντ: ανάμεσα στη μετάνοια, την αθωότητα και την εικόνα που έμεινε πίσω

Ο Φρανκ Άτγουντ εκτελέστηκε στην Αριζόνα αφού είχε λάβει το μεγάλο σχήμα. Τι δείχνει ο φάκελος, τι έγραφε ο ίδιος για τον εαυτό του και πώς διαμορφώθηκε η εικόνα του στους ορθόδοξους κύκλους.

Συμβολική εικόνα: ένα κελί φυλακής, ένας κλειστός φάκελος, ένα κομποσχοίνι, ένα μοναχικό ράσο και ένα αναπηρικό καροτσάκι

Το πρωί της 8ης Ιουνίου 2022, η πολιτεία της Αριζόνα εκτέλεσε με θανατηφόρο ένεση έναν άνδρα ονόματι Φρανκ Τζάρβις Άτγουντ. Μία ημέρα νωρίτερα είχε λάβει το μεγάλο σχήμα, δηλαδή τον ανώτατο βαθμό του ορθόδοξου μοναχισμού, και το όνομα Εφραίμ. Στον θάλαμο της εκτέλεσης στάθηκε δίπλα του ο πνευματικός του, ο αρχιμανδρίτης Παΐσιος, ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Αγίου Αντωνίου στη Φλόρενς, που τον είχε βαπτίσει είκοσι δύο χρόνια νωρίτερα. Σύμφωνα με το Τμήμα Σωφρονιστικών Ιδρυμάτων της Αριζόνα, ήταν η πρώτη φορά που ιερέας βρισκόταν στον θάλαμο μιας εκτέλεσης σε αυτή την πολιτεία.

Είχε καταδικαστεί το 1987 για την απαγωγή και τη δολοφονία ενός οκτάχρονου κοριτσιού. Μέχρι την τελευταία στιγμή υποστήριζε ότι δεν το είχε κάνει εκείνος.

Σε ορισμένους ορθόδοξους κύκλους, ο θάνατός του έγινε δεκτός ως μαρτυρία μετανοίας και προσέλευσης στην πίστη. Δύο γνωστοί ιεράρχες έγραψαν γι’ αυτόν, ένας μοναστικός κύκλος τον μνημόνευσε, το βιβλίο του μεταφράστηκε και στα ρουμανικά, και ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος τον παρομοίασε με τον ευγνώμονα ληστή.

Για την ενοχή του έχουν γραφτεί πολλά, και από τις δύο πλευρές. Αυτό που δεν έχει σχεδόν καθόλου εξεταστεί είναι κάτι άλλο, αν και το υλικό βρίσκεται σε κοινή θέα: τι έγραφε αυτός ο άνθρωπος για την εσωτερική του ζωή, και πόσο μοιάζει αυτή με όσα γράφτηκαν γι’ αυτόν. Εκεί βρίσκεται το πραγματικά ωφέλιμο μέρος της υπόθεσης, και εκεί βρίσκεται επίσης το πρόβλημα.

Το παιδί

Την έλεγαν Βίκι Λιν Χόσκινσον. Είχε γεννηθεί στις 2 Φεβρουαρίου 1976 και πήγαινε στην τρίτη τάξη. Το απόγευμα της 17ης Σεπτεμβρίου 1984, η μητέρα της την έστειλε με το ποδήλατο ως το κοντινό γραμματοκιβώτιο, για να ταχυδρομήσει μια κάρτα για τα γενέθλια της θείας της. Είκοσι λεπτά αργότερα, η μητέρα έστειλε την μεγαλύτερη αδελφή της, τη Στέφανι, να την ψάξει. Η Στέφανι βρήκε το ποδήλατο πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Τα λείψανα του παιδιού βρέθηκαν τον Απρίλιο του 1985, στην έρημο βορειοδυτικά του Τουσόν.

Η μητέρα της, η Ντέμπι Κάρλσον, πέρασε την επόμενη δεκαετία αγωνιζόμενη για τα δικαιώματα των θυμάτων και είχε καθοριστικό ρόλο στη θέσπιση, το 1990, του νόμου της Αριζόνα για τα δικαιώματα των θυμάτων. Τρία χρόνια νωρίτερα, στη δίκη του δολοφόνου της κόρης της, η οικογένεια στεκόταν στον διάδρομο: επειδή ήταν μάρτυρες στην υπόθεση, δεν είχαν δικαίωμα να μπουν στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Μετά την εκτέλεση, η μητέρα δήλωσε μπροστά στον Τύπο ότι η κόρη της ήταν ένα ζωηρό παιδί, με κολλητικό γέλιο, και ότι η μύτη της με τις φακίδες φαίνεται σήμερα στα εγγόνια που η Βίκι δεν γνώρισε.

Ξεκινούμε από εκείνη επειδή στις ορθόδοξες αφηγήσεις για αυτή την υπόθεση που μπορέσαμε να διαβάσουμε εμφανίζεται στο τέλος, ή δεν εμφανίζεται καθόλου.

Η δίκη

Οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο για απαγωγή και για φόνο πρώτου βαθμού που τελέστηκε κατά την απαγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αριζόνα επικύρωσε την καταδίκη το 1992, και το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών αρνήθηκε να επανεξετάσει την υπόθεση το 1993.

Τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν έμμεσα, αλλά όχι λίγα. Η απόφαση του 1992 τα συγκεντρώνει σε τέσσερα σημεία: ο κατηγορούμενος, που το δικαστήριο τον αποκαλεί «καταδικασμένο παιδόφιλο», εθεάθη λίγα μέτρα από το κορίτσι, λίγες στιγμές προτού αυτό εξαφανιστεί· μάρτυρες τον αναγνώρισαν ως τον άνδρα που είχαν δει να οδηγεί με ένα μικρό παιδί στο αυτοκίνητο· το ίδιο απόγευμα εθεάθη με αίματα στα χέρια και στα ρούχα· και τότε επίσης, με αγκάθια κάκτου στα χέρια και στα πόδια. Σε αυτά προστίθενται οι πραγματογνωμοσύνες που έδειξαν επαφή ανάμεσα στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του και στο ποδήλατο του κοριτσιού. Και οι μάρτυρες είπαν ακόμη ότι, όταν τον ρώτησαν για το αίμα, ο Άτγουντ τους απάντησε πως είχε μαχαιρώσει έναν άνδρα σε μια υπόθεση ναρκωτικών και είχε μεταφέρει το σώμα του στην έρημο, ενώ αργότερα υποστήριξε ότι είχε επινοήσει την ιστορία για να φανεί σκληρός· ένας τον είδε και να τροχίζει τη λεπίδα ενός μαχαιριού.

Κατά το χρονικό της πράξης βρισκόταν σε υπό όρους απόλυση εδώ και τέσσερις μήνες, έπειτα από καταδίκη για την απαγωγή ενός μικρού αγοριού. Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, συνάντησε το παιδί που πήγαινε με το ποδήλατο, και όταν το αγόρι αρνήθηκε τη βόλτα που του πρόσφερε, πέταξε το ποδήλατο στο έδαφος, το τράβηξε πάνω στη μοτοσικλέτα, το ανάγκασε σε σεξουαλική πράξη και το απείλησε με θάνατο αν φωνάξει.

Είχε καταδικαστεί και το 1975, στην Καλιφόρνια, για lewd and lascivious conduct with a child under the age of fourteen (άσεμνες και ασελγείς πράξεις σε βάρος παιδιού ηλικίας κάτω των δεκατεσσάρων ετών). Αυτός είναι ο νομικός χαρακτηρισμός. Το παιδί ήταν δέκα ετών.

Το αγόρι του 1980 αρπάχτηκε από το ποδήλατό του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ένα οκτάχρονο κορίτσι εξαφανίστηκε από δίπλα στο ποδήλατό του που είχε πέσει στην άκρη του δρόμου. Η ομοιότητα δεν αποδεικνύει ότι άρπαξε και τη Βίκι. Εξηγεί όμως γιατί το προηγούμενο βάρυνε τόσο πολύ.

Ένα μόνο πράγμα πρέπει να τεθεί χωριστά, επειδή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται όλα τα υπόλοιπα.

Η καταδίκη του 1975 ήταν η μοναδική επιβαρυντική περίσταση που λήφθηκε υπόψη εναντίον του. Σύμφωνα με τον νόμο της Αριζόνα, χωρίς μια τέτοια περίσταση η θανατική ποινή δεν μπορούσε να επιβληθεί. Με άλλα λόγια: η δολοφονία της Βίκι τον έκανε ένοχο φόνου πρώτου βαθμού, αλλά η πράξη του 1974 ήταν εκείνη που κατέστησε δυνατή τη θανατική καταδίκη.

Επομένως, ανάμεσα σε εκείνον και το τραπέζι της εκτέλεσης στεκόταν, νομικά, και μια πράξη που είχε διαπραχθεί σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, δεκατρία χρόνια πριν από τη δίκη.

Την αμφισβήτησε από την πρώτη ένδικη διαδικασία ως την τελευταία, μία εβδομάδα πριν από τον θάνατό του. Δεν τα κατάφερε ποτέ.

Οι αδυναμίες του φακέλου είναι και αυτές υπαρκτές. Κανείς δεν είδε την απαγωγή και κανείς δεν είδε τον φόνο. Από τα λείψανα δεν μπόρεσε να προσδιοριστεί η αιτία του θανάτου. Οι πραγματογνώμονες της υπεράσπισης αμφισβήτησαν τα συμπεράσματα για τη βαφή, και η υπεράσπιση υποστήριξε, το αργότερο από το 1996, ότι το ίχνος είχε τοποθετηθεί στον προφυλακτήρα από τους ανακριτές. Τα δικαστήρια απέρριψαν αυτή τη θεωρία, και το 2017 το Εφετείο του Ένατου Κυκλώματος τη βρήκε απίθανη σε σχέση με τον φάκελο. Το 2021 ανακαλύφθηκε ένα υπόμνημα του FBI του 1984 σχετικά με μια ανώνυμη κλήση που οδηγούσε σε μια άλλη ύποπτη· το Εφετείο το εξέτασε το 2022 και έκρινε ότι τα στοιχεία δεν πληρούσαν το νόμιμο όριο που απαιτείται για να επιτραπεί μια δεύτερη ομοσπονδιακή αίτηση habeas corpus.

Το βάρος της απόδειξης πέφτει στην κατηγορούσα αρχή, και ο καταδικασμένος δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αθωότητά του. Αλλά σε τριάντα πέντε χρόνια ένδικων μέσων κανένα δικαστήριο δεν ακύρωσε την καταδίκη του και κανένα δεν διαπίστωσε ότι τα νέα στοιχεία θα τεκμηρίωναν την αθωότητά του.

Τίποτε από όλα αυτά δεν μας λέει ποιος σκότωσε τη Βίκι. Μας λέει μόνο ότι η αθωότητά του δεν αποδείχθηκε ποτέ, αν και γι’ αυτήν μιλήθηκε σαν για κάτι γνωστό.

Ο δρόμος προς την Εκκλησία

Την παιδική του ηλικία την πέρασε σε εύπορο περιβάλλον της νότιας Καλιφόρνιας, στη συνοικία Μπρέντγουντ του Λος Άντζελες, και το μεγαλύτερο μέρος των χρόνων του γυμνασίου σε μια στρατιωτική ακαδημία με καλό όνομα. Μεγάλωσε στην Επισκοπιανή Εκκλησία, πήγαινε συχνά στις ακολουθίες και υπήρξε ακόμη και παιδί του ιερού και ψάλτης στη χορωδία. Το βιβλίο του αποδίδει όλα όσα ακολούθησαν σε ένα και μόνο γεγονός του καλοκαιριού του 1970. Ήταν δεκατεσσάρων ετών όταν απήχθη και κακοποιήθηκε. Για το άγχος που ακολουθεί ένα τέτοιο χτύπημα, λέει, σχεδόν τίποτε δεν ήταν γνωστό εκείνα τα χρόνια, και το αποτέλεσμα ήταν τρομερό.

Από εκεί κατέρρευσαν όλα όσα προηγούνταν: η εκκλησία πολλές φορές την εβδομάδα, η μουσική — έπαιζε τρομπέτα, βιολοντσέλο και πιάνο, και πήγαινε σε συναυλίες με τους γονείς του — το σχολείο, ο αθλητισμός. Στη θέση τους ήρθαν η αστρολογία, οι ανατολικές φιλοσοφίες, η ροκ μουσική, τα ναρκωτικά, η εξέγερση ενάντια σε κάθε τάξη και, όπως λέει το βιβλίο χωρίς περιστροφές, η σεξουαλική διαστροφή.

Στα δεκαοκτώ του βρισκόταν στη φυλακή της πολιτείας, και από τα επόμενα έντεκα χρόνια πέρασε πάνω από εννέα σε σωφρονιστικά ιδρύματα της Καλιφόρνιας. Η μόρφωσή του σταμάτησε το 1975, σε μια εξέταση ισοδυναμίας του λυκείου.

Όσα έμαθε στη συνέχεια τα έμαθε από το κελί. Όταν βρέθηκε στον θάλαμο των μελλοθανάτων, γράφτηκε αμέσως σε μαθήματα αλληλογραφίας και συγκέντρωσε, μέσα σε μία δεκαετία, ένα πτυχίο αγγλικής φιλολογίας με δευτερεύουσα ειδίκευση στο δίκαιο και ένα μεταπτυχιακό στη λογοτεχνία, το τελευταίο το 1998. Ήθελε να γίνει δικηγόρος.

Έτσι, όταν έγραψε για πρώτη φορά στην Κύπρο, είχε πίσω του δέκα χρόνια σπουδών και ένα μεταπτυχιακό. Στην Ορθοδοξία δεν ήρθε ένας άνθρωπος χωρίς γράμματα. Ήρθε ένας διαμορφωμένος συγγραφέας.

Γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγό του το 1987, τη χρονιά της δίκης. Παντρεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 1991. Μέσω αυτής επέστρεψε στον χριστιανισμό, σε μια προτεσταντική μορφή που του άφησε, όπως λέει, ένα εσωτερικό κενό. Έγραψε τότε στον Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο, στην Κύπρο. Ο ιεράρχης δεν περιορίστηκε να του στείλει βιβλία. Τον έφερε σε επαφή με την Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου, που ιδρύθηκε το 1995 από τον Γέροντα Εφραίμ στην έρημο της Αριζόνα, στην ίδια πόλη με τη φυλακή, και, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, φρόντισε ώστε ο ηγούμενος Παΐσιος να πάει να τον δει, να τον βαπτίσει και να αναλάβει την πνευματική του προστασία και ευθύνη. Ο Παΐσιος άρχισε να πηγαίνει στη φυλακή. Πέρασαν αρκετά χρόνια αλληλογραφίας και μελέτης ώσπου να γίνει η βάπτιση. Τον Ιούλιο του 2000 βαπτίστηκε και έλαβε το όνομα Αντώνιος. Η σύζυγος βαπτίστηκε το 2007 και έλαβε το όνομα Σάρα.

Ακολούθησαν είκοσι δύο χρόνια καθημερινού κανόνα προσευχής υπό την υπακοή του ίδιου πνευματικού.

Πρέπει να ειπωθεί σε ποιες συνθήκες. Πέρασε σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια στον θάλαμο των μελλοθανάτων, και ένα μεγάλο μέρος αυτού του διαστήματος σε καθεστώς μέγιστης ασφάλειας. Μια εκφύλιση της σπονδυλικής στήλης τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι και τον άφησε σε αδιάλειπτο πόνο. Όταν ζήτησε την αναβολή της εκτέλεσης για τον λόγο αυτόν, η πολιτεία πρότεινε μια ιατρική σφήνα και την κλίση του τραπεζιού, ώστε η θέση του να πλησιάσει εκείνη που ούτως ή άλλως έπαιρνε στο κελί για να καταπραΰνει τον πόνο.

Τίποτε από αυτά δεν προέρχεται από τα απομνημονεύματά του. Είναι γεγονότα του φακέλου και του Τύπου. Ο κανόνας, η νηστεία και η αγρυπνία έγιναν σε ένα μικρό δωμάτιο, μέσα στον πόνο και χωρίς κοινό.

Αλλά το κελί δεν είναι κελί μοναχού. Όλο το σύστημα προστασίας της ησυχαστικής παράδοσης στηρίζεται στους παρόντες ανθρώπους: έναν πατέρα που σε βλέπει καθημερινά, αδελφούς που σου κόβουν το θέλημα στα μικρά και σου αντιλέγουν, έναν ηγούμενο που προσέχει όσα δεν λες. Ο Άτγουντ είχε έναν πνευματικό που τον επισκεπτόταν και τον καθοδηγούσε, όχι βίο αδελφότητας. Η απομόνωση δρα έτσι και προς τις δύο κατευθύνσεις. Μια άσκηση που τελείται επί χρόνια χωρίς μάρτυρες δεν γίνεται εύκολα θέαμα, αλλά ούτε μπορεί να ζυγιστεί όπως ζυγίζεται η ζωή ενός μοναχού μέσα σε μοναστήρι.

Τι έγραφε για τον εαυτό του

Εδώ αρχίζει το μέρος που έμεινε σχεδόν αόρατο στις αφηγήσεις γι’ αυτόν, αν και δημοσιεύθηκε από τους ίδιους τους ορθοδόξους, στα αγγλικά και στα ελληνικά, τις ημέρες του θανάτου του.

Λίγο πριν από την εκτέλεση, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος δημοσίευσε την αλληλογραφία τους. Περιμένει κανείς εκεί τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που έφτασε σε υψηλά μέτρα. Βρίσκει κάτι άλλο.

Για την προσευχή γράφει ότι δοκίμασε τις ησυχαστικές μεθόδους, με την αναπνοή και τα λοιπά, και ότι μόνο μία φορά ένιωσε κάτι που πιστεύει ότι ήταν η προσευχή που κατέβηκε στην καρδιά. Προσθέτει αμέσως ότι οι κοσμικοί λογισμοί την διώχνουν. Και καταλήγει λέγοντας για τον εαυτό του ότι αισθάνεται αποτυχημένος.

Γράφει έπειτα ότι φοβάται. Φοβάται τα τελώνια του αέρα. Λέει ότι οι δαίμονες του ψιθυρίζουν ότι δεν θα μπορέσει να τα περάσει. Μιλά για το κακό μέρος του εαυτού του, που οι άλλοι δεν το βλέπουν.

Και όταν φτάνει σε αυτό που ελπίζει από τον θάνατό του — την κουρά, το μαρτύριο, τον Παράδεισο — σταματά μόνος του και προσθέτει ότι του φαίνεται έπαρση να το πει αυτό.

Ο άνθρωπος αυτός δεν περιγράφει τον εαυτό του πουθενά ως ότι έφτασε σε κάποιο μέτρο. Περιγράφεται ως φοβισμένος αρχάριος, με μία μόνη επίσκεψη της χάριτος για την οποία δεν είναι βέβαιος, με ένα κρυμμένο μέρος που το φοβάται, και με μια συστολή όταν πρόκειται για τον Παράδεισο.

Αυτή είναι η φωνή του μέσα από τις επιστολές.

Αντώνιος της Ερήμου

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη φωνή του, δημόσια, τυπωμένη και ακόμη ορατή στο διαδίκτυο. Η διαφορά μεταξύ τους λέει περισσότερα από ολόκληρο τον φάκελο της Αριζόνα.

Στη βάπτιση έλαβε το όνομα Αντώνιος. Το προσθετικό «της Ερήμου» το έβαλε μόνος του. Την εξήγηση τη δίνει ο ίδιος, στον ιστότοπο: δεν σκεφτόταν την έρημο της Αριζόνα, ούτε την έρημο του θαλάμου των μελλοθανάτων, αλλά ήθελε να μένει με τον νου στην έρημο της αμαρτίας στην οποία ζει και αγωνίζεται. Η εξήγηση είναι καλή και ταπεινή. Το όνομα όμως είναι του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, του πατέρα των μοναχών.

Ο ιστότοπος στον οποίο δημοσίευε τα γραπτά του ονομάζεται Church Father Theology — Θεολογία των Αγίων Πατέρων.

Τι έγραψε εκεί φαίνεται από τις περιγραφές που συνέταξε ο ίδιος.

Χωρίς να έχει μπορέσει να γνωρίσει τον Άθωνα άμεσα, συντάσσει μια ανθολογία σαράντα έξι σελίδων για το Άγιον Όρος, με βάση τη βιβλιογραφία και τη δική του έρευνα: την ιστορία, τα τυπικά, τις είκοσι μονές, τις σκήτες, με σχέδια.

Ένα φυλλάδιο για την κατάθλιψη. Γράφει ότι στην εποχή μας, τόσων «διαταραχών» — τη λέξη την βάζει ο ίδιος σε εισαγωγικά — είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε τι διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες. Πραγματεύεται την κατάθλιψη ως πάθος και ως ασθένεια, δείχνει την αιτία και τη θεραπεία, και ο αναγνώστης, λέει, θα μείνει οπλισμένος με ισχυρά όπλα για να νικήσει αυτόν τον φθοροποιό δαίμονα. Το κείμενο γράφτηκε από ένα κελί, από τον θάλαμο των μελλοθανάτων, από έναν άνθρωπο που ζούσε σε αδιάλειπτο πόνο και μοναξιά.

Ένα φυλλάδιο για τον κόσμο και τον άνθρωπο: η κατάσταση της κτίσης πριν από την πτώση, η φθορά που εισήλθε στον κόσμο με την αμαρτία, η επιστροφή στην αφθαρσία κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Δηλαδή δογματική.

Και ένα φυλλάδιο κατά της Νέας Εποχής, στο οποίο συγκεντρώνονται μαζί η επιστημονική φαντασία, το Star Trek, ο Χάρι Πότερ και η φανταστική λογοτεχνία, με επισήμανση των δεσμών τους με τον αποκρυφισμό και του κινδύνου να θεωρούνται απλώς αθώα διασκέδαση. Το έγραψε ο άνθρωπος για τον οποίο η βιογραφία στον ίδιο ιστότοπο λέει ότι, στα χρόνια της φυλακής στην Καλιφόρνια, είχε γίνει επιδέξιος στις αποκρυφιστικές σπουδές.

Τα βιβλία έχουν τίτλους ανάλογους: West of Jesus, Spiritual Alchemy, The Gates of Hades Prevaileth Not, Noetic Jerusalem.

Το μοτίβο φαίνεται από την αρχή, πριν από την Ορθοδοξία. Ήδη από την προτεσταντική δεκαετία είχε υπάρξει συντάκτης σε δύο χριστιανικά περιοδικά, είχε δημοσιεύσει εκεί άρθρα με τίτλους όπως Η υπερηφάνεια του ανθρώπου και Η θεϊκή ένωση, και είχε γράψει εκπαιδευτικά φυλλάδια για δύο ιεραποστολικά έργα με νέους. Έπειτα, ως ορθόδοξος, ξεκίνησε ένα τριετές πρόγραμμα θεολογίας και δημοσίευσε, στο ίδιο διάστημα, φυλλάδια δογματικής.

Από τα πρώτα χρόνια της επιστροφής του στην πίστη, ο άνθρωπος αυτός δίδασκε τους άλλους. Στη δημόσια βιογραφία που μπορούμε να παρακολουθήσουμε δεν φαίνεται κάποιο μακρύ διάστημα σιωπής προτού αρχίσει να διδάσκει τους υπόλοιπους.

Πού χάνονται τα γεγονότα του βιβλίου

Στον ιστότοπο που είναι αφιερωμένος στα γραπτά του υπάρχει μια παρουσίαση της ζωής του, σε τρίτο πρόσωπο. Δεν γνωρίζουμε ποιος την συνέταξε. Λέει ότι το καλοκαίρι του 1984 έστηνε ένα δίκτυο ναρκωτικών σε πολλές πολιτείες, ότι πέρασε ένα Σαββατοκύριακο στο Τουσόν και ότι, κοντά στο Όστιν, συνελήφθη για μια απαγωγή και ένα έγκλημα για τα οποία δεν γνώριζε τίποτε. Για τα εννέα χρόνια που πέρασε στις φυλακές της Καλιφόρνιας λέει μόνο ότι συνέχισε την παράνομη δραστηριότητα και έγινε επιδέξιος στις αποκρυφιστικές σπουδές. Για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί δεν λέει.

Στο δικό του βιβλίο, όμως, τα γεγονότα είναι σε κοινή θέα.

Injustice for All, τριακόσιες είκοσι επτά τυπωμένες σελίδες το 2018, είναι πρώτα απ’ όλα ένα υπόμνημα αθωότητας, με χάρτες, φωτογραφίες, δηλώσεις και παραρτήματα. Ο πρόλογός του λέει ωστόσο ευθέως αυτό που ο ιστότοπος αποσιωπά: ότι στα δεκαοκτώ του φίλησε ένα δεκάχρονο κορίτσι, ότι στα είκοσι τέσσερα κακοποίησε ένα επτάχρονο αγόρι, και ότι οι ψυχιατρικοί φάκελοι δείχνουν πως στα χρόνια της εφηβείας του είχε πουλήσει σεξουαλικές χάρες σε ενήλικους άνδρες.

Επομένως στην πηγή τα γεγονότα λέγονται. Δεν λέγονται όμως ως αμαρτίες που εξομολογήθηκε, αλλά ως συνέπειες όσων του έγιναν στα δεκατέσσερά του.

Αν αυτό είναι αλήθεια, ζητά οίκτο, όχι περιφρόνηση. Και εμείς δεν έχουμε τρόπο να κρίνουμε απ’ έξω πόσο βαρύνει.

Αυτό που μπορεί να παρακολουθηθεί είναι κάτι άλλο: τι απέγιναν αυτά τα γεγονότα στην πορεία.

Στο βιβλίο υπάρχουν. Στην παρουσίαση του ιστοτόπου δεν υπάρχουν πια. Στις ρουμανικές αναδιηγήσεις δεν υπάρχουν πια. Στις ομιλίες δεν υπάρχουν πια.

Η ίδια αφήγηση έφτασε και σε εμάς. Η αυτοβιογραφία που έγραψε μαζί με τη σύζυγό του κυκλοφόρησε στα ρουμανικά από τις Εκδόσεις Sophia, με τον τίτλο Το φως πίσω από τα κάγκελα, και υπότιτλο «Η αληθινή ιστορία ενός θανατοποινίτη που προσήλθε στην Ορθοδοξία στις φυλακές της Αριζόνα».

Η ημερομηνία έχει τη σημασία της. Στις 7 Ιουνίου 2022, παραμονή της εκτέλεσης, το ιστολόγιο του εκδοτικού οίκου την ανακοίνωνε ακόμη ως βιβλίο που επρόκειτο να κυκλοφορήσει σύντομα. Και το κείμενο παρουσίασης, που το πήραν στη συνέχεια όλα τα βιβλιοπωλεία, αρχίζει με τη δική του φωνή: είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία ενός παιδιού, «έγκλημα που δεν διέπραξα».

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τη δική του υπόθεση έμπαινε έτσι, χωρίς καμία οριοθέτηση από τον εκδοτικό οίκο, σε ένα βιβλίο που παρουσιαζόταν στον αναγνώστη ως η αληθινή ιστορία.

Κανείς δεν είπε ψέματα σε αυτόν τον δρόμο. Ο καθένας αναδιηγήθηκε ό,τι είχε παραλάβει, πιο σύντομα και πιο καθαρά απ’ ό,τι το είχε παραλάβει. Και σε κάθε μετάδοση έπεφτε ό,τι ήταν πιο δύσκολο να σηκωθεί.

Αυτή η απώλεια έχει όμως μια συνέπεια που κανείς δεν φαίνεται να την έχει δει.

Η πράξη του 1974 δεν ήταν ένας τυχαίος λεκές σε ένα μπερδεμένο παρελθόν. Ήταν ακριβώς η περίσταση που κατέστησε δυνατή τη θανατική καταδίκη. Όποιος αναδιηγήθηκε τη ζωή του χωρίς αυτήν δεν άφησε στην άκρη μόνο μια παλιά αμαρτία. Άφησε στην άκρη την αιτία για την οποία ο άνθρωπος αυτός επρόκειτο να θανατωθεί.

Και έπειτα έγραψε για την αδικία της εκτέλεσης.

Τι γράφτηκε γι’ αυτόν

Τώρα ας βάλουμε δίπλα-δίπλα όσα ειπώθηκαν γι’ αυτόν, συχνά από ανθρώπους που είχαν τις επιστολές στα χέρια τους.

Μια ορθόδοξη αφήγηση λέει καθαρά ότι είχε φτάσει στην προσευχή της καρδιάς. Εκείνος γράφει ότι του φάνηκε μία φορά, και ότι την έχασε.

Ο πνευματικός του δήλωσε μπροστά στην επιτροπή επιείκειας ότι έχει τη βεβαιότητα μιας πλήρους αλλαγής και ότι δεν είχε συναντήσει τέτοια αυθεντικότητα πίστης στις εκατοντάδες ανθρώπους που είχαν περάσει από κοντά του. Εκείνος γράφει ότι αισθάνεται αποτυχημένος.

Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος έγραψε, μία ημέρα πριν από την εκτέλεση, ότι πιστεύει προσωπικά στην αθωότητά του. Ο Μητροπολίτης Αθανάσιος είπε ότι η ποινή δεν ήταν δίκαιη, επειδή δεν είχε διαπράξει τον φόνο.

Και ο Άτγουντ αναφέρει, σε μία από τις επιστολές, ότι ο Μητροπολίτης Αθανάσιος του είχε πει ότι, αν ο Θεός επιτρέπει την εκτέλεση, αυτό σημαίνει ότι δέχθηκε τη μετάνοιά του και ότι είναι έτοιμος να φύγει για τον Παράδεισο. Εκείνος φοβόταν τα τελώνια. Του είπαν ότι είναι έτοιμος.

Αν την κοιτάξουμε από απόσταση, αυτή η πεποίθηση έχει μια συγκεκριμένη μορφή.

Ο Άτγουντ γράφει σε έναν ιεράρχη στην Κύπρο ότι δεν το έκανε. Ο ιεράρχης τον θεωρεί άξιο βοήθειας και φροντίζει να σταλεί ένας πνευματικός. Ο πνευματικός έρχεται επί χρόνια και βλέπει μια αλλαγή που θεωρεί απαράμιλλη. Η αλλαγή γίνεται, για τους γύρω, βάση ότι ο άνθρωπος έλεγε την αλήθεια από την αρχή. Το 2022, ο πνευματικός μαρτυρεί για την αλλαγή και ο ιεράρχης μιλά για την αθωότητα ως για κάτι γνωστό.

Στα δημόσια υλικά δεν υπάρχει καμία έρευνα της πράξης από κάποιον από αυτούς. Τα θεμέλια που έδωσαν στο φως για την αθωότητά του επιστρέφουν, εν τέλει, στον άνθρωπο που ποίμαιναν και στην πεποίθησή τους ότι η αλλαγή του έκανε άξια πίστης τη μαρτυρία του.

Δεν λέμε ότι κάποιος από αυτούς ενήργησε με δόλο. Λέμε μόνο ότι μια πεποίθηση που επιστρέφει στην πηγή της δεν γίνεται ισχυρότερη από τον δρόμο που διήνυσε, όσο άξιοι κι αν είναι εκείνοι που τον διέσχισαν.

Η βαρύτερη υπερβολή δεν ανήκει σε εκείνον στη μορφή με την οποία μεταφέρθηκε παραπέρα. Στις επιστολές είναι εμφανώς πιο συγκρατημένος σε σχέση με την κατάστασή του απ’ ό,τι είναι οι αφηγήσεις γι’ αυτόν, και αυτό αξίζει να ειπωθεί.

Θα ήταν όμως ψευδές να συμπεράνουμε ότι εκείνος ήταν ταπεινός και οι άλλοι τον φούσκωσαν. Η δημόσια φωνή του είναι διαφορετική: γράφει, διδάσκει, συντάσσει πραγματείες και μιλά με αυτοπεποίθηση για την πνευματική ζωή, υπό όνομα ερημίτη, σε έναν ιστότοπο που φέρει το όνομα των Αγίων Πατέρων. Η ένταση ανάμεσα στις δύο φωνές είναι ακριβώς το πράγμα που αξίζει να παρατηρήσουμε. Δεν έχουμε μπροστά μας έναν ταπεινό άνθρωπο που τον ανύψωσαν οι άλλοι πέρα από το μέτρο του, ούτε έναν προσποιητό. Έχουμε έναν άνθρωπο που, στο ίδιο διάστημα, μιλούσε με πολλή σιγουριά όταν δίδασκε τους άλλους και με πολύ λιγότερη όταν έπρεπε να πει πού βρίσκεται ο ίδιος.

Όταν ο άνθρωπος γίνεται υπόθεση

Ένας άνθρωπος που μπήκε στην Εκκλησία στα σαράντα πέντε του, μέσα από μια δύσκολη ζωή και από ένα κελί, έγινε μέσα σε είκοσι χρόνια μια υπόθεση. Ιεράρχες από την Κύπρο και την Ελλάδα του έγραψαν. Μοναστήρια τον μνημόνευσαν. Στην ακρόαση επιείκειας παρευρέθηκαν, κατά τη δική του εκτίμηση, περίπου δύο ντουζίνες μοναχοί και μοναχές και πάνω από εκατόν πενήντα πιστοί. Τα βιβλία του τυπώθηκαν και μεταφράστηκαν.

Η παράδοση της άσκησης επανέρχεται πάντοτε στην ίδια μέριμνα. Η κενοδοξία ονομάζεται από τους Πατέρες το αγκάθι που φυτρώνει από κάθε αρετή και ο κίνδυνος που προσκολλάται ακριβώς στα καλά, και η βιασύνη να τοποθετηθεί ο ακόμη αδοκίμαστος στη θέση του οδηγού είναι επικίνδυνη όχι επειδή εκείνος θα ήταν πιο αμαρτωλός από τους άλλους, αλλά επειδή λίγοι μπορούν να φέρουν την τιμή χωρίς να βλαφτούν.

Σε αυτόν δόθηκε όλη η τιμή μονομιάς, και όχι από τυχαίους ανθρώπους, αλλά από ανθρώπους που τους θεωρούσε αγίους. Και προς έπαινό του πρέπει να ειπωθεί ότι αυτή η πίεση, που πήγαινε όλη προς μία κατεύθυνση, δεν τον μετακίνησε εντελώς. Συνέχισε να θεωρεί τον εαυτό του ανίσχυρο ακόμη και τότε.

Δεν είναι λίγο πράγμα.

Το ερώτημα δεν απευθύνεται σε εκείνον. Τι ωφέλησε τους γύρω του να τον τοποθετήσουν εκεί; Ένας άνθρωπος που φοβάται τα τελώνια έχει ανάγκη από προσευχή, όχι από διαβεβαιώσεις. Ένας άνθρωπος που λέει ότι ένιωσε μία φορά κάτι έχει ανάγκη από σιωπή γύρω από αυτό το πράγμα, όχι από την εκτύπωσή του. Ένας άνθρωπος που πηγαίνει προς τον θάνατο έχει ανάγκη από πνευματικό, όχι από υπόθεση.

Ο ληστής επί του σταυρού

Η παραλληλία με τον ευγνώμονα ληστή μπορεί να νοηθεί με δύο τρόπους, και πρέπει να διαχωριστούν.

Ο Μητροπολίτης Αθανάσιος φαίνεται να τη χρησιμοποιεί κοιτάζοντας τη ζωή του πριν από τη μεταστροφή: ο Φρανκ ήταν ληστής, ο Αντώνιος έγινε ορθόδοξος, ο Εφραίμ έγινε μοναχός. Διαβασμένη έτσι, η παραλληλία είναι δικαιολογημένη. Και πρέπει να ειπωθεί καθαρά ένα πράγμα που η βιαστική κριτική προσπερνά: αν ένας άνθρωπος είναι πραγματικά αθώος για μια συγκεκριμένη πράξη, η μετάνοια δεν του ζητά να πει ψέματα και να ομολογήσει ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Η αλήθεια δεν μετανοεί μέσω του ψεύδους.

Μένει όμως να ειπωθεί πώς φαίνεται η μετάνοια στην Παράδοση.

Ο ευγνώμων ληστής δεν λέει ότι αδικείται. Λέει: «Και ημείς μεν δικαίως, άξια γαρ ων έπραξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξεν» (Λουκ. 23, 41). Μόνο μετά από αυτά τα λόγια έρχεται η παράκληση, και μόνο μετά την παράκληση έρχεται η υπόσχεση του παραδείσου. Ο Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, που υπήρξε ληστής και φονιάς, έκλαιγε τις πράξεις του ως το τέλος της ζωής του. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία διηγήθηκε στον Όσιο Ζωσιμά όλα όσα υπήρξε, χωρίς να λυπηθεί τον εαυτό της.

Η καθαρή ομολογία της αμαρτίας είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα της μετάνοιας. Ο άνθρωπος δεν μετανοεί για μια αμαρτία που αποφεύγει εν γνώσει του να αναγνωρίσει.

Αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να κρίνουμε εμείς, απ’ έξω, αν ο άνθρωπος αυτός πέρασε ή όχι από εκείνη την πόρτα. Αν σκότωσε τη Βίκι και το αρνήθηκε ως το τέλος, τότε πέθανε χωρίς να ομολογήσει την βαρύτερη πράξη της ζωής του. Αν δεν τη σκότωσε, τότε η άρνησή του ήταν αλήθεια. Ποιο από τα δύο συνέβη δεν μας είναι δοσμένο να το γνωρίζουμε.

Το μεγάλο σχήμα, μία ημέρα πριν από τον θάνατο

Μένει το ερώτημα από το οποίο ξεκινήσαμε, και που τέθηκε λιγότερο από όλα.

Στις 7 Ιουνίου 2022, μία ημέρα πριν από την εκτέλεση, ο αρχιμανδρίτης Παΐσιος τον κούρεψε μεγαλόσχημο και του έδωσε το όνομα Εφραίμ, από τον γέροντα που είχε ιδρύσει τη μονή. Την επομένη, στις 10:16, εκτελέστηκε.

Το μεγάλο σχήμα είναι ο τελευταίος βαθμός του μοναχισμού. Σε αυτό φτάνει κανείς, κατά την συνήθη τάξη, μέσα από χρόνια υπακοής ως αδελφός, έπειτα μέσω της ρασοφορίας, έπειτα μέσω του μικρού σχήματος. Ο κουρευόμενος υπόσχεται υπακοή, παρθενία, ακτημοσύνη και σταθερότητα στη μονή του.

Η κουρά τη στιγμή του θανάτου είναι ωστόσο και αυτή παλαιά στην Εκκλησία, και εκεί οι βαθμοί συμπτύσσονται σε έναν. Έτσι, η σύντμηση δεν είναι, αυτή καθαυτή, μια διαφυγή. Και ένας άνθρωπος με υπογεγραμμένο ένταλμα εκτέλεσης βρίσκεται στην ώρα του θανάτου πιο αναμφίβολα από πολλούς αρρώστους.

Ούτε οι υποσχέσεις θέτουν πρόβλημα. Ο μοναχός υπόσχεται μέχρι τον θάνατο, και αν ο θάνατος έρθει σε μία ημέρα, τις τηρεί για μία ημέρα.

Δύο πράγματα παραμένουν ωστόσο ασαφή σε όλα όσα έχουν δημοσιευθεί, και τα σημειώνουμε ως τέτοια, χωρίς να βγάζουμε κανένα συμπέρασμα από τη σιωπή.

Το πρώτο είναι ο γάμος. Η σύζυγός του ζούσε, ήταν ορθόδοξη από το 2007 και έμεινε χήρα την επομένη.

Η κανονική παράδοση δεν επιτρέπει σε έναν από τους συζύγους να βγει μόνος από τον γάμο για μια ανώτερη κατάσταση. Ο κανόνας 48 της Πενθέκτης Συνόδου ορίζει ότι η σύζυγος εκείνου που ανυψώνεται στην επισκοπή χωρίζεται από αυτόν με κοινή συναίνεση. Ο κανόνας αυτός αφορά την επισκοπή, όχι τον μοναχισμό. Αλλά η σκέψη του — ότι κανένας από τους δύο συζύγους δεν βγαίνει μόνος από έναν δεσμό που κρατά και τους δύο, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου ότι δεν εξουσιάζουν τον εαυτό τους ο ένας χωρίς τον άλλον — εφαρμόστηκε από την κανονική παράδοση και σε εκείνον που εισέρχεται στον μοναχισμό.

Στις δημόσιες αφηγήσεις για την κουρά του δεν αναφέρεται τίποτε για την έγκριση της συζύγου, αν και όλες οι υπόλοιπες λεπτομέρειες εκείνων των ημερών έχουν διηγηθεί εκτενώς. Η σιωπή αυτή δεν αποδεικνύει ότι η έγκριση δεν ζητήθηκε και δεν δόθηκε. Σημαίνει μόνο ότι από το δημόσιο υλικό δεν μπορεί να γίνει γνωστό.

Πρέπει να ειπωθεί και τι συνηγορεί υπέρ της κουράς. Δεν εγκατέλειπε έναν γάμο για να μπει σε μοναστήρι. Ήταν φυλακισμένος επί τριάντα πέντε χρόνια και επρόκειτο να θανατωθεί την επομένη το πρωί. Σε μια τέτοια περίσταση η Εκκλησία έχει την συγκατάβασή της, και ο κανόνας παραμένει σε ισχύ χωρίς να αποφασίζει μόνος του τι έπρεπε να γίνει.

Το δεύτερο αφορά την εξουσία υπό την οποία έγινε. Η κουρά τελέστηκε από τον ηγούμενο, πράγμα που από μόνο του δεν έχει τίποτε ασυνήθιστο. Οι ηγούμενοι κουρεύουν, με την ευλογία του επισκόπου του τόπου. Οι δημόσιες πηγές δεν λένε αν για αυτό είχε ζητηθεί και ληφθεί η ευλογία του κατά τόπον επισκόπου. Ούτε εδώ η σιωπή μάς επιτρέπει να υποθέσουμε κάτι προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Τι επέδρασε τότε η κουρά;

Για εκείνον, παρηγοριά, και ίσως η αρχή μιας νέας ζωής, έστω κι αν η ζωή αυτή κράτησε μία ημέρα. Δεν είναι λίγο πράγμα, και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του το χρεώσει.

Για τους άλλους, η κουρά επέδρασε διαφορετικά. Έδωσε ένα όνομα και μια εικόνα. Σε πολλές από τις ορθόδοξες αφηγήσεις, από εκείνη τη στιγμή δεν πέθαινε πια ο Φρανκ Άτγουντ, ο καταδικασμένος από τον φάκελο της υπόθεσης Βίκι Χόσκινσον, αλλά ο Μοναχός Εφραίμ, και με αυτό το όνομα μνημονεύθηκε, ετάφη και διηγήθηκε παραπέρα.

Και εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά τι είναι και τι δεν είναι η κουρά.

Η κουρά είναι τάξη μετανοίας και αφιέρωσης στον Θεό, και η παράδοση χρησιμοποιεί γι’ αυτήν τη γλώσσα του δεύτερου Βαπτίσματος. Αλλά δεν μπορεί να στραφεί προς τα πίσω και να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι η μετάνοια του κουρευθέντος ήταν πλήρης, και πολύ λιγότερο ως απόδειξη για ένα ποινικό γεγονός. Και στις δύο περιπτώσεις δεν λέει τίποτε για όσα συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1984.

Και στο δεύτερο ερώτημα — αν η μετάνοια που φάνηκε ήταν επαρκής — η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν μας ανήκει. Η εξομολόγησή του είναι σφραγισμένη. Ό,τι έγινε ανάμεσα σε εκείνον, τον πνευματικό του και τον Θεό δεν βρίσκεται μπροστά μας, και αυτό κόβει και προς τις δύο κατευθύνσεις: ούτε μπορούμε να πούμε ότι η μετάνοια ήταν πλήρης, ούτε μπορούμε να πούμε ότι έλειπε.

Μπορούμε να κοιτάξουμε μόνο όσα φάνηκαν.

Φάνηκε ένας άνθρωπος που αναγνώριζε την προηγούμενη ζωή του σε γενικές γραμμές: τα ναρκωτικά, τις ποινικές πράξεις, τον εγωισμό που τον χώριζε από τη χάρη, το κακό του μέρος, την οκνηρία στην προσευχή. Φάνηκε ένας άνθρωπος που αρνιόταν τον φόνο, πράγμα που επιτρέπεται αν ήταν αθώος. Και στις ορθόδοξες αφηγήσεις για τη μεταστροφή του που μπορέσαμε να διαβάσουμε, οι πράξεις κατά παιδιών για τις οποίες είχε καταδικαστεί προηγουμένως ή λείπουν ή δεν έχουν σε καμία περίπτωση τη θέση που έχουν στο δικό του υπόμνημα.

Και λίγο πάνω από μία ημέρα αφότου είχε λάβει το μεγάλο σχήμα, τα τελευταία δημόσια λόγια του ευχαρίστησαν τον Χριστό για τη σωτηρία που ήρθε μέσα από μια δικαστική διαδικασία την οποία αποκαλούσε άδικη.

Τίποτε από όλα αυτά δεν μας επιτρέπει να πούμε ότι δεν έπρεπε να κουρευτεί. Ένας ιερέας που πηγαίνει σε έναν καταδικασμένο και του δίνει ό,τι έχει η Εκκλησία κάνει το έργο του ιερέα, και η κουρά τη στιγμή του θανάτου έχει παλαιό έρεισμα. Το λάθος δεν βρίσκεται στην κουρά.

Βρίσκεται σε ό,τι κλήθηκε να σημάνει μετά. Σε ορισμένες μεταγενέστερες αφηγήσεις και επιχειρηματολογίες, το σχήμα κλήθηκε να λειτουργήσει ως σημάδι καθαρότητας, αθωότητας, ενός Παραδείσου ήδη κερδισμένου.

Από το γεγονός ότι κουρεύτηκε μπορεί να συναχθεί κάτι για τη φροντίδα του πνευματικού του και, ίσως, για την επιθυμία του να αφιερωθεί στον Θεό την τελευταία ώρα. Δεν συνάγεται ποιος σκότωσε τη Βίκι. Δεν ανοίγει η εξομολόγησή του. Δεν αποδεικνύεται η απάθεια. Και δεν γίνεται αγιοκατάταξη.

Πού χάθηκε το παιδί

Τη σκηνή που ακολουθεί την γνωρίζουμε μόνο από τη δική του αφήγηση, γραμμένη δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του. Στις 24 Μαΐου 2022, μετά την ακρόαση επιείκειας, η οικογένεια της Βίκι πέρασε από το κλουβί στο οποίο τον κρατούσαν, και ο θείος του κοριτσιού φέρεται να του είπε χαμογελώντας ότι τώρα επιτέλους θα πάρει τη βελόνα στο μπράτσο. Γράφει ότι έσκυψε και χαμογέλασε. Ότι ο άνθρωπος εκείνος τον περιφρονεί εδώ και σαράντα χρόνια και ότι τώρα είχε την ευκαιρία να τον καταραστεί κατάμουτρα. Ότι δεν συμφωνεί με το μίσος του, αλλά πιστεύει ότι το καταλαβαίνει, και ότι λυπάται που ο άνθρωπος το χρειάζεται για να νιώσει καλύτερα. Κλείνει λέγοντας ότι ήταν μια ενδιαφέρουσα και χαροποιός στιγμή.

Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος τύπωσε το απόσπασμα ως τα τελευταία του λόγια και το αποκάλεσε εκπληκτικό.

Ο πόνος του θείου ενός σκοτωμένου κοριτσιού καταλήγει εκεί μια αδυναμία για την οποία ο καταδικασμένος έχει οίκτο, και ένας ιεράρχης τη δημοσιεύει ως καρπό της πνευματικής του αλλαγής. Η αντιστροφή όλης αυτής της ιστορίας φαίνεται εδώ ολόκληρη.

Θα ήταν άδικο να πούμε ότι δεν έδειξε ποτέ συμπόνια προς αυτούς. Σε μια δήλωση που δημοσιεύθηκε λίγο πριν από την εκτέλεση, τους μίλησε απευθείας, αναγνωρίζοντας τον πόνο τους και λέγοντας ότι προσεύχεται ο θάνατός του να τους φέρει ανακούφιση και ένα τέλος στο μαρτύριο. Ακόμη και εκεί επανέλαβε ότι δεν πήρε εκείνος το παιδί. Στον θάλαμο της εκτέλεσης δεν στράφηκε ξανά προς αυτούς.

Ακούγεται συχνά και η απαίτηση να έχει συγχωρήσει η μητέρα της Βίκι. Η εντολή της συγχώρησης δίνεται σε αυτόν που συγχωρεί, ως φάρμακο για τον ίδιο. Δεν πρέπει να μετατρέπεται από τους άλλους σε επίπληξη προς μια μητέρα για τον τρόπο με τον οποίο σηκώνει τον θάνατο του παιδιού της. Και υπάρχει ακόμη μια διαφορά που θα έπρεπε να μας σταματήσει όλους. Η οικογένεια μπορεί να συγχωρήσει το κακό που της έγινε με την απώλεια της Βίκι. Δεν μπορεί όμως να συγχωρήσει, στη θέση της Βίκι, αυτό που έγινε σε εκείνη. Η μόνη που θα μπορούσε να το κάνει ήταν οκτώ ετών.

Τι μένει

Δεν γνωρίζουμε τι συνέβη ανάμεσα σε εκείνον και τον Θεό. Ίσως η μετάνοιά του ήταν βαθιά. Ίσως ήταν και αθώος γι’ αυτή την πράξη. Μπορούμε να ελπίζουμε στο έλεος του Θεού και μπορούμε να προσευχόμαστε γι’ αυτόν, όπως προσευχόμαστε για όλους τους κεκοιμημένους.

Αλλά η τιμή ενός ανθρώπου ως αγίου ανήκει στην Εκκλησία, όχι στην εντύπωση ενός πνευματικού ούτε στην προσωπική πεποίθηση ενός ιεράρχη. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι ο Θεός τον δέχθηκε. Δεν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την ελπίδα σε δική μας αγιοκατάταξη, ούτε την ειρήνη με την οποία πέθανε σε απόδειξη ότι βρισκόταν ήδη στον παράδεισο.

Και το όφελος αυτής της υπόθεσης, για εμάς, δεν βρίσκεται στον φάκελο της Αριζόνα.

Ο άνθρωπος αυτός αντιφασκόταν. Σε ένα σημείο φοβόταν τα τελώνια και το μέρος του εαυτού του που οι άλλοι δεν έβλεπαν· σε ένα άλλο έγραφε ότι έχει πλήρη εμπιστοσύνη ότι η ψυχή του θα ζήσει αιώνια στον Παράδεισο. Θεωρούσε τον εαυτό του ανίσχυρο στην προσευχή και συνέτασσε, στο ίδιο διάστημα, διδασκαλίες για την πνευματική ζωή. Δεν ήξερε καλά τι είναι, όπως και ο καθένας μας.

Πάνω σε αυτόν τον αβέβαιο άνθρωπο τοποθετήθηκε μία και μόνη εικόνα, λεία και άψογη. Από αυτήν σβήστηκαν πρώτα οι αμφιβολίες του, έπειτα οι πράξεις του, έπειτα το παιδί.

Όταν βάζουμε πάνω σε έναν άνθρωπο περισσότερα απ’ όσα μπορεί να σηκώσει, δεν τον τιμούμε. Τον σκεπάζουμε. Και κάτω από όλα όσα τοποθετήθηκαν πάνω του σκεπάστηκε και κάποιος άλλος.

Την έλεγαν Βίκι Λιν Χόσκινσον. Ήταν οκτώ ετών. Πήγαινε να ταχυδρομήσει μια κάρτα.

Σχετικά άρθρα

Εικόνα που δημιουργήθηκε εκδοτικά για το OrtodoxWay. Η σκηνή είναι συμβολική και δεν απεικονίζει πραγματικό πρόσωπο ή τόπο.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.