Ο Άγιος Τσάρος Νικόλαος Β΄ και η οικογένειά του: τι έχασε η Ρωσία τη νύχτα της 17ης Ιουλίου 1918

Ο βίος και το μαρτύριο των Αγίων Βασιλικών Παθοφόρων Ρομανόφ και η ερμηνεία της νύχτας της 17ης Ιουλίου 1918: τι αφαιρέθηκε από τον κόσμο μαζί με τον τελευταίο ορθόδοξο τσάρο της Ρωσίας.

Τη νύχτα της 16ης προς 17η Ιουλίου 1918, στο υπόγειο ενός σπιτιού εμπόρου στην Αικατερινούπολη, σκοτώθηκαν ο τελευταίος ορθόδοξος τσάρος της Ρωσίας, Νικόλαος Β΄, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, οι τέσσερις κόρες τους — η Όλγα, η Τατιάνα, η Μαρία και η Αναστασία —, ο τσαρέβιτς Αλέξιος, δεκατριών ετών, και τέσσερις υπηρέτες που είχαν επιλέξει με τη θέλησή τους να μοιραστούν τη μοίρα των κυρίων τους. Τους είχαν ξυπνήσει μετά τα μεσάνυχτα με το πρόσχημα ότι η πόλη δεν ήταν πια ασφαλής και ότι έπρεπε να κατεβούν σε κάποιο καταφύγιο. Κατέβηκαν ήσυχοι, με τις κόρες να κρατούν στην αγκαλιά τους τα μαξιλάρια τους. Δεν επρόκειτο να ξαναανέβουν.

Η Εκκλησία τους τιμά στις 17 Ιουλίου ως παθοφόρους — το παλαιό όνομα των αγίων που δέχονται τον άδικο θάνατο χωρίς αντίσταση, με την πραότητα του Χριστού, όπως τον δέχθηκαν στις απαρχές της χριστιανικής Ρωσίας οι πρίγκιπες Μπορίς και Γκλεμπ. Για την τελευταία τους ζωή, για τους δεκαέξι μήνες της αιχμαλωσίας, στους οποίους μια αυτοκρατορική οικογένεια μεταμορφώθηκε, μπροστά στα μάτια των δεσμοφυλάκων της, σε οικιακή εκκλησία, θα μιλήσουμε κυρίως σε αυτό το άρθρο. Πριν όμως παρακολουθήσουμε την πορεία τους μέσα στην αιχμαλωσία, πρέπει να τεθεί το ερώτημα που φέρει μέσα της η εορτή και που η βιαστική ευσέβεια παρακάμπτει: τι ακριβώς αφαιρέθηκε από τον κόσμο εκείνη τη νύχτα;

Διότι στο υπόγειο της οικίας Ιπάτιεφ δεν πέθανε μόνο μια οικογένεια και δεν έσβησε μόνο μια δυναστεία που κρατούσε τριακόσια χρόνια, από τον Μιχαήλ Φεοντόροβιτς και εντεύθεν. Κόπηκε μια αδιάσπαστη αλυσίδα που ανέβαινε, μέσω της Μόσχας, ως την Κωνσταντινούπολη και, μέσω της Κωνσταντινούπολης, ως τον Μέγα Κωνσταντίνο: η αλυσίδα των χρισμένων αυτοκρατόρων, εκείνης της χριστιανικής εξουσίας που οι Άγιοι Πατέρες, ερμηνεύοντας έναν λόγο του Αποστόλου Παύλου, θεώρησαν ως τον φραγμό που έθεσε ο Θεός στον δρόμο του τελευταίου κακού — τη δύναμη που, όσο στέκεται όρθια, συγκρατεί την εκδήλωση της ανομίας και την αποκάλυψη του αντιχρίστου. Η Ρωσία έμεινε από εκείνη τη νύχτα, ως τις μέρες μας, χωρίς τον χρισμένο της. Και ό,τι ακολούθησε — ο εκτενέστερος διωγμός που γνώρισε ο χριστιανισμός — δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς αυτή την απώλεια. Οι Άγιοι Πατέρες μάς άφησαν το κλειδί· το παρόν άρθρο δεν κάνει παρά να το χρησιμοποιήσει.

Ο χρισμένος του Κυρίου: τι ήταν ο τσάρος στην ορθόδοξη τάξη

Για να κατανοήσουμε τι χάθηκε, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τι ήταν. Και εδώ ο σημερινός αναγνώστης, συνηθισμένος να βλέπει σε κάθε βασιλιά έναν απλό πολιτικό κυβερνήτη, λίγο ως πολύ άξιο, πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω, ως την Αγία Γραφή.

Το χρίσμα των βασιλέων δεν αρχίζει στο Βυζάντιο, αλλά στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Σαούλ και ο Δαβίδ δεν γίνονται βασιλείς με τη θέληση του λαού, αλλά με το χρίσμα του προφήτη Σαμουήλ, που χύνει το αγιασμένο λάδι στο κεφάλι τους κατ’ εντολήν του Θεού. Από εκείνη τη στιγμή, ο χρισμένος άνθρωπος δεν ανήκει πια στον εαυτό του: είναι «ο χρισμένος του Κυρίου», και το πρόσωπό του γίνεται απαραβίαστο — και παραμένει απαραβίαστο ακόμη και όταν ο άνθρωπος αποδεικνύεται ανάξιος του χρίσματος.

Κανείς δεν έζησε βαθύτερα αυτή την αλήθεια από τον Δαβίδ. Καταδιωκόμενος άδικα από τον Σαούλ, περιφερόμενος στις ερήμους σαν κυνηγημένο θήραμα, ο Δαβίδ έχει δύο φορές τον βασιλιά στα χέρια του και δύο φορές σταματά: «Μηδαμώς μοι παρά Κυρίου επενεγκείν χείρα μου επί χριστόν Κυρίου» (πρβλ. Α΄ Βασ. 26, 11). Σε ποιον αφήνει τότε την κρίση; Το λέει ο ίδιος, την ίδια νύχτα: ο Κύριος θα τον πατάξει, ή θα έρθει η ημέρα του και θα πεθάνει, ή θα κατέβει στον πόλεμο — αλλά το χέρι του δεν θα υψωθεί εναντίον του χρισμένου (πρβλ. Α΄ Βασ. 26, 10). Δεν τον σταματά η αξία του Σαούλ — ο Σαούλ είχε πέσει προ πολλού από την αξία, είχε μάλιστα απορριφθεί από τον Θεό διά στόματος του ίδιου του Σαμουήλ που τον είχε χρίσει —, αλλά το χρίσμα, την άρση του οποίου ο Δαβίδ αφήνει εξ ολοκλήρου στα χέρια Εκείνου που το έδωσε. Και όταν ένας Αμαληκίτης έρχεται στον Δαβίδ καυχώμενος ότι σκότωσε τον πληγωμένο Σαούλ, ο Δαβίδ δεν τον ανταμείβει, αλλά τον παραδίδει στον θάνατο: «Πώς ουκ εφοβήθης επενεγκείν χείρα σου διαφθείραι τον χριστόν Κυρίου;» (Β΄ Βασ. 1, 14). Ο ψαλμωδός θα θέσει αυτόν τον νόμο σε μια σύντομη εντολή: «Μη άπτεσθε των χριστών μου» (Ψαλμ. 104, 15) — λόγος που ειπώθηκε αρχικά για τους πατριάρχες και τους προφήτες που ο Θεός οδηγούσε ανάμεσα στα έθνη, και στον οποίο η παράδοση της Εκκλησίας άκουσε στη συνέχεια τον νόμο κάθε χρισμένου του Κυρίου.

Αυτό είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί, χίλια χρόνια αργότερα, η χριστιανική βασιλεία. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος παύει τον διωγμό και θέτει τη δύναμη της αυτοκρατορίας στην υπηρεσία της Εκκλησίας, οι Πατέρες δεν βλέπουν σε αυτό μια απλή πολιτική τύχη, αλλά μυστήριο της οικονομίας: η εξουσία του κόσμου, που ως τότε είχε χύσει το αίμα των μαρτύρων, υποκλίνεται μπροστά στον Χριστό και παίρνει μια διακονία στο σχέδιο του Θεού. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος κατανοούσε τη θέση του με αυτούς τους όρους: ο Ευσέβιος Καισαρείας διασώζει τον λόγο με τον οποίο ο αυτοκράτορας αποκαλούσε τον εαυτό του επίσκοπο των εκτός της Εκκλησίας, διορισμένο από τον Θεό. Και ο Ιουστινιανός, τον 6ο αιώνα, θα δώσει σε αυτή τη σχέση την κλασική της μορφή: η ιερωσύνη και η βασιλεία είναι τα δύο μεγάλα δώρα που η άνωθεν φιλανθρωπία έδωσε στους ανθρώπους — η μία υπηρετεί τα θεία, η άλλη κυβερνά τα ανθρώπινα, και οι δύο προέρχονται από την ίδια πηγή. Όταν ανάμεσά τους υπάρχει καλή συνεννόηση — «συμφωνία» —, κάθε αγαθό ξεχειλίζει πάνω στο ανθρώπινο γένος. Ο αυτοκράτορας δεν στέκεται πάνω από την Εκκλησία και δεν στέκεται έξω από αυτήν: στέκεται μέσα σε αυτήν, ως ο διορισμένος προστάτης της ορθής πίστεως, ο πρώτος από τους λαϊκούς της και ο ένοπλος υπερασπιστής της.

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, αυτή η διακονία περνά στη Μόσχα. Ο γέροντας Φιλόθεος του Πσκοφ γράφει στον μέγα πρίγκιπα, γύρω στο 1523, τα λόγια που επρόκειτο να βαρύνουν επί τρεις αιώνες τη ρωσική συνείδηση: δύο Ρώμες έπεσαν, η τρίτη στέκεται, και τέταρτη δεν θα υπάρξει. Δεν ήταν αυτοκρατορική έπαρση, όπως συχνά διαβάζεται σήμερα, αλλά βάρος: η Μόσχα είχε απομείνει η μόνη ελεύθερη ορθόδοξη βασιλεία του κόσμου, η τελευταία που μπορούσε ακόμη να φέρει τη διακονία του Κωνσταντίνου. Και το τελετουργικό της στέψης των τσάρων διατήρησε ως το τέλος το νόημα αυτής της διακονίας. Στη στέψη του, τον Μάιο του 1896, στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο, ο Νικόλαος Β΄ απήγγειλε ο ίδιος, με δυνατή φωνή, μπροστά σε ολόκληρη την εκκλησία, το Σύμβολο της Πίστεως — την ομολογία πίστεως που η τάξη απαιτεί και από τον αρχιερέα πριν από τη χειροτονία. Χρίστηκε με το Άγιο Μύρο στις Βασιλικές Πύλες. Έπειτα — πράγμα που επιτρέπεται σε λαϊκό μία μόνο φορά στη ζωή του, κατά τη στέψη — μπήκε από τις Βασιλικές Πύλες στο Ιερό Βήμα και κοινώνησε στην Αγία Τράπεζα, παίρνοντας χωριστά το Σώμα και χωριστά το Αίμα του Κυρίου, όπως κοινωνούν οι κληρικοί. Λαϊκός παρέμενε — το χρίσμα δεν ήταν βαθμός της χειροτονίας και ο αυτοκράτορας δεν τελούσε τα Μυστήρια —, αλλά ήταν ο λαϊκός που η Εκκλησία τοποθετούσε, εκείνη την ώρα, πιο κοντά στο ιερό από οποιονδήποτε άλλον. Από εδώ προέρχεται το όνομα που ο ρωσικός λαός έδινε πάντοτε στον τσάρο και που τα έγγραφα της εποχής χρησιμοποιούν φυσικά: ο Χρισμένος του Κυρίου — Ποματζάνικ Μποζίι.

«Ο κατέχων»

Οι Πατέρες όμως είδαν στη χριστιανική βασιλεία κάτι περισσότερο από προστασία της Εκκλησίας: είδαν σε αυτήν μια λειτουργία μέσα στην ίδια την ιστορία της σωτηρίας. Το θεμέλιο βρίσκεται σε ένα από τα πιο μυστηριώδη χωρία των Παύλειων επιστολών. Γράφοντας στους Θεσσαλονικείς για τον ερχομό του αντιχρίστου — «ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της απωλείας» —, ο Απόστολος προσθέτει:

«Και νυν το κατέχον οίδατε, εις το αποκαλυφθήναι αυτόν εν τω εαυτού καιρώ. Το γαρ μυστήριον ήδη ενεργείται της ανομίας, μόνον ο κατέχων άρτι έως εκ μέσου γένηται.» (Β΄ Θεσ. 2, 6-7)

Κάτι — και κάποιος — συγκρατεί την εμφάνιση του υιού της απωλείας. Το μυστήριο της ανομίας ενεργεί ήδη μέσα στον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να φανερωθεί όσο «ο κατέχων» στέκεται στη μέση. Ποιος είναι αυτός; Ο Τερτυλλιανός, στις αρχές του 3ου αιώνα, μαρτυρεί ότι οι χριστιανοί προσεύχονται για τους αυτοκράτορες και για τη διάρκεια της αυτοκρατορίας ακριβώς επειδή γνωρίζουν ότι το φοβερό τέλος του κόσμου αναβάλλεται όσο η ρωμαϊκή εξουσία παραμένει στη ζωή. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην Ομιλία Δ΄ στη Β΄ προς Θεσσαλονικείς, εξετάζει τη μία μετά την άλλη τις ερμηνείες: άλλοι λένε ότι ο «κατέχων» είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος, άλλοι ότι είναι η ρωμαϊκή εξουσία — και ο Χρυσόστομος τάσσεται καθαρά με τη δεύτερη άποψη. Αν ο Απόστολος μιλούσε για το Πνεύμα, θα το έλεγε ανοιχτά· για την αυτοκρατορία όμως μιλά καλυμμένα και με φειδώ, για να μην προκαλέσει την οργή της εξουσίας εναντίον της Εκκλησίας. Όταν η ρωμαϊκή εξουσία αφαιρεθεί από τη μέση — λέει ο άγιος —, τότε θα έρθει ο άνομος· όσο ο φόβος αυτής της εξουσίας συγκρατεί τον κόσμο, κανείς δεν θα υποταχθεί εύκολα στον αντίχριστο· αφού όμως αυτή διαλυθεί, θα ορμήσει η ανομία.

Η ρωμαϊκή εξουσία — όχι ως εθνικό όνομα, αλλά ως αρχή: η νόμιμη, χρισμένη εξουσία που κρατά την τάξη και χαλιναγωγεί την ανομία. Το Βυζάντιο κατανοούσε τον εαυτό του ως συνέχεια αυτής της εξουσίας· η Μόσχα, μετά το 1453, το ίδιο. Και εκείνος που παρακολούθησε, με φοβερή σαφήνεια, το νήμα από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο ως το κατώφλι του 20ού αιώνα ήταν ο Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος. Στην ερμηνεία του στο ίδιο χωρίο της Επιστολής προς Θεσσαλονικείς, γραμμένη λίγες δεκαετίες πριν από την επανάσταση, ο Άγιος Θεοφάνης δείχνει ότι η βασιλική εξουσία, έχοντας στα χέρια της την εικόνα της τάξης και τη δύναμη να χαλιναγωγεί τις ορμές των λαών, είναι εκείνη που δεν αφήνει χώρο ενέργειας στο πνεύμα του αντιχρίστου· όταν όμως οι λαοί θα ρυθμίσουν παντού την εξουσία με αυτοκυβέρνηση — δημοκρατίες και δημοκρατικά καθεστώτα —, τότε στον αντίχριστο θα ανοιχτεί ελεύθερο πεδίο δράσης, αφού δεν θα υπάρχει πια κανείς να τον συγκρατεί.

Ας σταθμίσουμε καλά τι λέει εδώ ένας ανακηρυγμένος άγιος, δάσκαλος της Εκκλησίας, που πέθανε το 1894: όσο στέκεται ο χρισμένος, ο αντίχριστος δεν έχει τόπο· όταν πέσει ο χρισμένος, ο δρόμος ανοίγει. Δεν είναι προφητεία κελιού, αιωρούμενη και χωρίς πηγή, από εκείνες που γεμίζουν τις σημερινές συλλογές. Είναι ερμηνεία της Γραφής, θεμελιωμένη στον Χρυσόστομο. Είκοσι τρία χρόνια μετά τον θάνατο του ερμηνευτή, το πρώτο μέρος της ερμηνείας — εκείνο για την εφόρμηση της ανομίας — εκπληρωνόταν μπροστά στα μάτια του κόσμου.

Αυτός ήταν, λοιπόν, ο τσάρος στα μάτια της Εκκλησίας: ο χρισμένος του Θεού κατά το πρότυπο του Δαβίδ, ο προστάτης της ορθής πίστεως κατά το πρότυπο του Κωνσταντίνου και — όσο ο Θεός τον κρατούσε στη μέση — το τείχος στο οποίο συνέχιζε να συντρίβεται το μυστήριο της ανομίας. Δεν ήταν ο άνθρωπος Νικόλαος Αλεξάντροβιτς, με τις αρετές και τις αδυναμίες του ως ανθρώπου, που έφερε αυτή τη διακονία, αλλά το χρίσμα που βρισκόταν πάνω του. Γι’ αυτό ακριβώς το ερώτημα «ήταν καλός ή αδύναμος κυβερνήτης;» — το ερώτημα με το οποίο η ιστοριογραφία αρχίζει και τελειώνει εδώ και εκατό χρόνια την κρίση της — προσπερνά την ουσία των πραγμάτων. Ο Δαβίδ δεν λυπήθηκε τον Σαούλ επειδή ο Σαούλ κυβερνούσε καλά. Τον λυπήθηκε επειδή ήταν χρισμένος. Και ο λαός που σκοτώνει τον χρισμένο του δεν ανατρέπει μια κυβέρνηση: αγγίζει μια τάξη του Θεού, και οι συνέπειες δεν μετριούνται σε εκλογικά έτη, αλλά σε αιώνες.

Ένας λόγος προφύλαξης, πριν προχωρήσουμε, για να μην παρεξηγήσει κανείς: η Εκκλησία δεν εξαρτάται από αυτό το τείχος. Είχε ζήσει τρεις αιώνες πριν από τον Κωνσταντίνο, κάτω από το σπαθί, και επρόκειτο να ζήσει, πάλι κάτω από το σπαθί, και μετά την Αικατερινούπολη — οι πύλες του άδη δεν την νικούν ούτε όταν πέφτουν οι βασιλείες. Από το τείχος εξαρτάται ο κόσμος: η τάξη του, η ειρήνη του, ο χαλινός της ανομίας μέσα σε αυτόν. Όταν το τείχος πέφτει, η Εκκλησία δεν χάνεται — κατεβαίνει στις κατακόμβες· ο κόσμος είναι εκείνος που μένει ακάλυπτος μπροστά στο μυστήριο της ανομίας. Αυτό επρόκειτο να φανεί, σημείο προς σημείο, στα όσα ακολουθούν.

Φεβρουάριος 1917: πώς αφέθηκε να πέσει

Ο χειμώνας του 1917 βρήκε τη Ρωσία στον τρίτο χρόνο του πολέμου. Το μέτωπο άντεχε, αλλά τα μετόπισθεν κατέρρεαν: οι πόλεις πεινούσαν, οι σιδηρόδρομοι έφραζαν, και στην Πετρούπολη, στα τέλη Φεβρουαρίου, οι ουρές για ψωμί μετατράπηκαν σε ταραχή και η ταραχή σε ανατροπή, όταν η φρουρά της πρωτεύουσας — εκατοντάδες χιλιάδες εφέδρων που δεν ήθελαν να φύγουν για το μέτωπο — πέρασε με το μέρος του δρόμου. Ο τσάρος βρισκόταν στο Μογκίλιεφ, στο Γενικό Στρατηγείο. Ξεκίνησε με τρένο για την πρωτεύουσα· το τρένο εκτράπηκε από τη διαδρομή του και ακινητοποιήθηκε στο Πσκοφ. Εκεί, στο αυτοκρατορικό βαγόνι, το βράδυ της 2ας Μαρτίου (15 Μαρτίου με το Νέο Ημερολόγιο), έγινε η παραίτηση.

Πρέπει να ειπωθεί καθαρά πώς έγινε, γιατί εδώ φαίνεται η «συγκατάθεση» για την οποία θα γίνει λόγος. Δεν την απέσπασε το πλήθος, αλλά η ελίτ: ο στρατηγός Αλεξέγιεφ, αρχηγός του επιτελείου, τηλεγράφησε στους διοικητές των μετώπων ρωτώντας τους αν θεωρούσαν αναγκαία την παραίτηση, και όλοι, ο ένας μετά τον άλλον, απάντησαν καταφατικά. Οι διοικητές του στρατού — άνθρωποι που είχαν ορκιστεί στο Ευαγγέλιο πίστη στον Χρισμένο — ζήτησαν από τον χρισμένο να φύγει. Ο Νικόλαος διάβασε τα τηλεγραφήματα, σώπασε και υπέγραψε. Πρώτα υπέρ του τσαρέβιτς Αλεξίου· έπειτα, αφού ο γιατρός τον βεβαίωσε ότι η ασθένεια του παιδιού είναι ανίατη και ότι θα χωριζόταν από αυτό, άλλαξε την πράξη υπέρ του αδελφού του, του μεγάλου δούκα Μιχαήλ. Την επομένη, ο Μιχαήλ, με τη σειρά του, ανέβαλε την αποδοχή του στέμματος ώσπου να αποφασίσει μια μελλοντική Συντακτική Συνέλευση που δεν επρόκειτο να αποφασίσει ποτέ για τη μοίρα της μοναρχίας. Μέσα σε δύο ημέρες, η ορθόδοξη μοναρχία που διαρκούσε σχεδόν χίλια χρόνια διαλύθηκε χωρίς να τραβήξει κανείς σπαθί γι’ αυτήν.

Το βράδυ της παραίτησης, ο Νικόλαος έγραψε στο ημερολόγιό του: «Γύρω προδοσία, και δειλία, και απάτη!» Τα λόγια αυτά διαβάστηκαν συχνά ως πικρία ενός ηττημένου ανθρώπου. Είναι, στην πραγματικότητα, μια ακριβής διαπίστωση: δεν ήταν ο λαός των κάτω που γκρέμισε τον τσάρο εκείνες τις ημέρες, αλλά οι παραβιασμένοι όρκοι των πάνω — στρατηγών, υπουργών, μεγάλων δουκών της ίδιας του της οικογένειας που διεξήγαν επί εβδομάδες διαπραγματεύσεις πίσω από την πλάτη του.

Ο λαός όμως; Ο λαός σώπασε. Και όχι μόνο ο λαός. Εδώ πρέπει να κοιτάξουμε χωρίς οίκτο ένα γεγονός που η εκκλησιαστική ιστοριογραφία παρέκαμπτε επί μακρόν και που οι νεότερες τεκμηριωμένες έρευνες έφεραν στο φως: τη στάση της Συνόδου. Στις 6-9 Μαρτίου 1917 — λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την παραίτηση, ενώ ο Χρισμένος ήταν ακόμη ζωντανός και ελεύθερος — η Αγία Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας αποφάσισε να διαγραφεί η μνημόνευση του τσάρου και του αυτοκρατορικού οίκου από όλες τις ακολουθίες και να αντικατασταθεί από τη μνημόνευση της «ευσεβούς Προσωρινής Κυβερνήσεως». Η μνημόνευση που ανέβαινε επί μια χιλιετία για τον Χρισμένο του Κυρίου σίγησε μέσα σε λίγες ημέρες, χωρίς σύνοδο, χωρίς έρευνα, χωρίς ένα λειτουργικό δάκρυ. Ο κλήρος απαλλάχθηκε από τον όρκο πίστεως και υποχρεώθηκε να ορκιστεί στη νέα εξουσία· στις εκκλησίες, η πράξη της παραίτησης διαβάστηκε από τον άμβωνα σαν ένα νέο ανάμεσα σε άλλα.

Ας μην σπεύσουμε να ρίξουμε τον λίθο από τη βολική απόσταση ενός αιώνα: οι ιεράρχες εκείνοι έφεραν και τα πραγματικά τραύματα της συνοδικής περιόδου, μιας Εκκλησίας που επί διακόσια χρόνια κρατιόταν υπό την κηδεμονία των αυτοκρατορικών εισαγγελέων, και πολλοί πίστεψαν ειλικρινά ότι ανοίγει μια εποχή εκκλησιαστικής ελευθερίας. Το γεγονός όμως παραμένει γεγονός: τη στιγμή που ο Χρισμένος εγκαταλειπόταν από τους στρατηγούς, η θεσμική Εκκλησία δεν σηκώθηκε να τον υπερασπιστεί, αλλά επιτάχυνε το βήμα για να τακτοποιήσει τις σχέσεις της με τη νέα εξουσία. Και ο ορθόδοξος λαός, εκείνος που είχε γεμίσει τους καθεδρικούς ναούς κατά τη στέψη, παρακολουθούσε. Οι στρατιώτες έσκιζαν τα αυτοκρατορικά μονογράμματα από τις επωμίδες τους· οι αγρότες περίμεναν τη γη· οι πόλεις γιόρταζαν. Κανείς δεν βγήκε να πεθάνει για τον τσάρο — και ακριβώς αυτή η ησυχία είναι το μερίδιο ευθύνης του λαού σε όσα ακολούθησαν. Στον αρχαίο Ισραήλ, ο Δαβίδ παρέδωσε στον θάνατο ακόμη και τον αγγελιοφόρο που καυχιόταν ότι σκότωσε τον χρισμένο. Στη Ρωσία του 1917, η δολοφονία προετοιμάστηκε από μια σιωπηλή συγκατάθεση, απλωμένη από το επιτελείο ως το τελευταίο σοκάκι του χωριού: δεν θα σηκώσουμε χέρι γι’ αυτόν.

Στις 8 Μαρτίου, ο στρατηγός Κορνίλοφ παρουσιάστηκε στο Τσάρσκογιε Σελό και γνωστοποίησε στην αυτοκράτειρα τη σύλληψή της. Την ίδια ημέρα, στο Μογκίλιεφ, ο τσάρος αποχαιρετούσε τον στρατό. Από εκείνη τη στιγμή, ο Νικόλαος Β΄ δεν ήταν πια αυτοκράτορας ούτε κατ’ όνομα. Άρχιζε η άλλη του ζωή — εκείνη για την οποία η Εκκλησία επρόκειτο να τον συγκαταλέξει στους αγίους.

Οι δεκαέξι μήνες: Τσάρσκογιε Σελό, Τομπόλσκ, Αικατερινούπολη

Ό,τι ακολουθεί δεν είναι πια πολιτική ιστορία, αλλά βίος αγίων, και ως τέτοιο πρέπει να αφηγηθεί — τόσο περισσότερο καθώς οι πηγές είναι ασυνήθιστα πλούσιες: τα ημερολόγια του τσάρου και της αυτοκράτειρας, τα γράμματα των κορών, η μαρτυρία του Πιερ Ζιλλιάρ, του Ελβετού που είχε διδάξει γαλλικά στα παιδιά επί δώδεκα χρόνια και επρόκειτο να παραμείνει κοντά τους ως τις πύλες της Αικατερινούπολης, οι καταθέσεις που πάρθηκαν υπό όρκο από την έρευνα Σοκόλοφ. Από όλα αναδύεται το ίδιο πρόσωπο: μιας οικογένειας που, χάνοντας τα πάντα, συσπειρώθηκε γύρω από το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε να της αφαιρεθεί.

Στο Τσάρσκογιε Σελό, από τον Μάρτιο ως τον Ιούλιο του 1917, έζησαν υπό σύλληψη στο ίδιο τους το ανάκτορο. Τη φρούρηση την έκαναν στρατιώτες της επαναστατικής φρουράς, πολλοί από τους οποίους ήθελαν να δείξουν την εξουσία τους πάνω στους πεσμένους: ακολουθούσαν τον πρώην τσάρο βήμα βήμα στο πάρκο, του γύριζαν την πλάτη όταν τους άπλωνε το χέρι, και ένας από τους αξιωματικούς πήρε από τον τσαρέβιτς το παιδικό του όπλο, ως «όπλο» απαγορευμένο στους συλληφθέντες — σκηνή που ο Ζιλλιάρ διηγείται με την ψυχρή αγανάκτηση του μάρτυρα. Η απάντηση της οικογένειας σε όλα αυτά παρέμεινε η ίδια, όπως την κατέγραψαν όλοι όσοι την είδαν: η ησυχία. Ο Νικόλαος έκοβε ξύλα και έσκαβε· την άνοιξη, η οικογένεια έφτιαξε με τα χέρια της έναν λαχανόκηπο στο αυτοκρατορικό πάρκο, και οι στρατιώτες που είχαν έρθει να τους φυλάνε βρέθηκαν όχι μία φορά να σκάβουν δίπλα τους. Τα μαθήματα των παιδιών συνεχίστηκαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα: ο πατέρας τους δίδασκε ιστορία και γεωγραφία, η μητέρα τα Θρησκευτικά, ο Ζιλλιάρ τα γαλλικά. Και κάθε Κυριακή, στο παρεκκλήσι του ανακτόρου, η οικογένεια παρακολουθούσε τη Λειτουργία — πια υπό φρούρηση.

Τον Αύγουστο του 1917, η κυβέρνηση Κερένσκι τούς έστειλε στη Σιβηρία, στο Τομπόλσκ, στο πρώην σπίτι του κυβερνήτη. Επρόκειτο να περάσουν εκεί οκτώ μήνες, τους πιο γαλήνιους ολόκληρης της αιχμαλωσίας. Η μικρή πόλη, μακριά από τους σιδηροδρόμους και τον πυρετό της επανάστασης, είχε διατηρήσει την παλαιά ευσέβειά της: οι κάτοικοι έβγαζαν τα καπέλα τους περνώντας μπροστά από το σπίτι, έκαναν τον σταυρό τους, έστελναν κρυφά αυγά και γλυκά «για τα παιδιά». Στην αρχή τούς επιτρεπόταν να πηγαίνουν, με συνοδεία, στον κοντινό ναό του Ευαγγελισμού· έπειτα, αφού σε μια ακολουθία του Δεκεμβρίου ο διάκονος τόλμησε να ψάλει το πολυχρόνιον — «εις πολλά έτη» — στον τσάρο, ως τσάρο, δεν τους επιτράπηκε πια ο ναός, και η ακολουθία τελούνταν έκτοτε μέσα στο σπίτι. Ο σιβηρικός χειμώνας πέρασε πάνω τους με παγετό σαράντα βαθμών, με τσιγκούνικες σόμπες, με όλο και λιγότερα χρήματα, αφού η νέα εξουσία είχε κόψει τη συντήρησή τους. Και από εκείνο το περικυκλωμένο σπίτι βγήκαν τα γράμματα που είναι, ίσως, ο πιο αγνός πνευματικός καρπός ολόκληρου του μαρτυρίου.

Η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα — η γυναίκα που η προπαγάνδα είχε ζωγραφίσει ως υπερήφανη και ψυχρή «Γερμανίδα» — γράφει στους φίλους της στην Πετρούπολη γράμματα με μια διαύγεια που μόνο η Φιλοκαλία έχει: ότι ο Θεός είναι πιο κοντά τους τώρα παρά ποτέ, ότι δεν πρέπει να τους θρηνούν, ότι η δοκιμασία που στέλνεται είναι για κάθαρση, ότι η Ρωσία πρέπει να αγαπιέται και τώρα, και μάλιστα τώρα. Και η μεγάλη δούκισσα Όλγα, η μεγαλύτερη κόρη, που ήταν είκοσι δύο ετών, μεταβιβάζει, σε ένα γράμμα από το Τομπόλσκ, τον λόγο του πατέρα της προς εκείνους που του είχαν μείνει πιστοί — λόγο που πρέπει να παρατεθεί ολόκληρος, γιατί είναι, στην ουσία, η διαθήκη του τελευταίου τσάρου:

«Ο πατέρας παρακαλεί να μεταβιβαστεί σε όλους εκείνους που του έμειναν πιστοί, και σε εκείνους στους οποίους αυτοί μπορεί να έχουν επιρροή, να μην τον εκδικηθούν, γιατί τους συγχώρεσε όλους και προσεύχεται για όλους· να μην εκδικηθούν οι ίδιοι και να θυμούνται ότι το κακό που υπάρχει τώρα στον κόσμο θα γίνει ακόμη ισχυρότερο, αλλά ότι δεν θα νικήσει το κακό το κακό, παρά μόνο η αγάπη.»

Ας σταθμιστεί καλά η περίσταση: τα λόγια αυτά δεν τα γράφει ένας μεγαλόψυχος νικητής, αλλά ένας άνθρωπος φρουρούμενος από σκοπούς, που βλέπει τη γυναίκα του να γελοιοποιείται στις εφημερίδες και τα παιδιά του φυλακισμένα, και που έχει κάθε ανθρώπινο λόγο να επιθυμεί τουλάχιστον εκδίκηση. Αυτός, που όλη του τη ζωή διέταζε, παρακαλεί τώρα να μην εκδικηθούν γι’ αυτόν. Εδώ, και όχι σε κάποια αρετή του κυβερνήτη, βρίσκεται η αγιότητα για την οποία φέρει στεφάνι: την ώρα που μπορούσε να καταραστεί, συγχώρεσε — και άφησε τη συγχώρεση ως τελευταία του βούληση.

Τον Απρίλιο του 1918, η μπολσεβίκικη εξουσία, πλέον κυρίαρχη, έστειλε στο Τομπόλσκ έναν επίτροπο, τον Γιακόβλεφ, με εντολή να παραλάβει τον πρώην τσάρο — προς τη Μόσχα, όπως έλεγαν, για να δικαστεί. Ο Αλέξιος ήταν κατάκοιτος μετά την πιο βαριά κρίση της αιματολογικής του νόσου· το ταξίδι με το παιδί ήταν αδύνατο. Και τότε διαδραματίστηκε στο σπίτι του κυβερνήτη μια νύχτα που ο Ζιλλιάρ περιέγραψε ως την πιο σπαραχτική απ’ όσες είδε: η αυτοκράτειρα, σκισμένη ανάμεσα στο κρεβάτι του άρρωστου γιου και στον σύζυγο που οδηγούνταν στο άγνωστο, επέλεξε να πάει με τον σύζυγο. Πήρε μαζί της τη Μαρία· η Όλγα, η Τατιάνα και η Αναστασία έμειναν να φροντίζουν τον Αλέξιο. Το τρένο του επιτρόπου δεν έφτασε ποτέ στη Μόσχα: το Σοβιέτ των Ουραλίων το σταμάτησε, και στις 30 Απριλίου οι τρεις κατέβηκαν στην Αικατερινούπολη και οδηγήθηκαν στο σπίτι του εμπόρου Ιπάτιεφ, που είχε επιταχθεί λίγες ημέρες νωρίτερα και περιτειχιστεί βιαστικά με ψηλό ξύλινο φράχτη. Στα έγγραφα της νέας εξουσίας, το σπίτι είχε λάβει ένα όνομα που τα έλεγε όλα: «οίκος ειδικού προορισμού». Στις 23 Μαΐου, τα παιδιά — με τον Αλέξιο μόλις αναρρωμένο — έφτασαν στους γονείς τους. Στον σταθμό της Αικατερινούπολης, ο Ζιλλιάρ και οι υπόλοιποι συνοδοί χωρίστηκαν από αυτούς· ο Ελβετός δάσκαλος τους είδε για τελευταία φορά από το παράθυρο του βαγονιού: την Τατιάνα να κουβαλά τον σκύλο και τη βαλίτσα της μέσα στη λάσπη και έναν ναύτη να μεταφέρει στην αγκαλιά τον Αλέξιο. Ο χωρισμός αυτός έσωσε τη ζωή των συνοδών και μας χάρισε τον μάρτυρα που επρόκειτο να καταθέσει αργότερα, σημείο προς σημείο, στην έρευνα.

Τέσσερις άνθρωποι αρνήθηκαν να τους εγκαταλείψουν, αν και θα μπορούσαν: ο γιατρός Ευγένιος Μπότκιν, ο θεράπων ιατρός της οικογένειας· η Άννα Ντεμίντοβα, καμαριέρα της αυτοκράτειρας· ο Ιβάν Χαριτόνοφ, ο μάγειρας· ο Αλεξέι Τρουπ, ο λακές. Μπήκαν οικειοθελώς στον οίκο ειδικού προορισμού, γνωρίζοντας τι μπορούσε να συμβεί σε όσους βρίσκονταν μέσα. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία του Εξωτερικού τούς συγκατέλεξε και τους τέσσερις στους αγίους μαζί με τους κυρίους τους ήδη από το 1981· το Πατριαρχείο Μόσχας αγιοκατέταξε το 2000 μόνο την οικογένεια, ενώ τον γιατρό Μπότκιν τον δόξασε χωριστά, το 2016. Το εκκλησιαστικό τους καθεστώς διαφέρει από δικαιοδοσία σε δικαιοδοσία· η αλήθεια παραμένει η ίδια: το μαρτύριο του πιστού υπηρέτη δεν είναι μικρότερο από εκείνο του αυτοκράτορα.

Το καθεστώς του οίκου Ιπάτιεφ ήταν, εξαρχής, εκείνο μιας φυλακής που σκοπό είχε να ταπεινώνει. Τα παράθυρα ασβεστώθηκαν, ώστε οι έγκλειστοι να μη βλέπουν τον ουρανό παρά μόνο από έναν φεγγίτη· ο περίπατος στον μικρό κήπο περιορίστηκε σε μισή ώρα την ημέρα· οι σκοποί συνόδευαν τους συλληφθέντες ως την πόρτα του λουτρού· οι τοίχοι γέμισαν αισχρές επιγραφές για την αυτοκράτειρα, και ο πρώτος διοικητής, ο Αβντέγιεφ, με τους άνδρες του, έκλεβε από τα λιγοστά της οικογένειας και έπινε. Και εδώ συνέβη εκείνο που οι καταθέσεις της έρευνας καταγράφουν με ένα είδος απορίας: οι φρουροί — εργάτες που είχαν φέρει από τα εργοστάσια της Αικατερινούπολης, τραφέντες επί χρόνια με μίσος — άρχισαν, ένας ένας, να μαλακώνουν. Έβλεπαν τις κόρες να πλένουν ρούχα, να ψήνουν ψωμί με τον μάγειρα και να τους λένε καλημέρα· έβλεπαν έναν πρώην αυτοκράτορα που δεν παραπονιόταν για τίποτα· άκουγαν το βράδυ, μέσα από τις κλειστές πόρτες, εκκλησιαστικούς ύμνους — η οικογένεια έκανε μόνη της τον κανόνα της, ψάλλοντας το Χερουβικό και τροπάρια. Ένας από τους φρουρούς επρόκειτο να δηλώσει στην έρευνα ότι, αφού τους είδε από κοντά, του ήταν αδύνατο να τους μισεί πια. Η εξουσία πρόσεξε τον κίνδυνο. Στις 4 Ιουλίου, ο Αβντέγιεφ και οι άνδρες του αντικαταστάθηκαν: τη διοίκηση του οίκου την ανέλαβε ο τσεκίστας Γιάκοφ Γιούροφσκι και την εσωτερική φρούρηση ξένοι που έφεραν ειδικά, ανάμεσά τους Αυστροουγγαρέζοι αιχμάλωτοι, οι περισσότεροι χωρίς κοινή γλώσσα και χωρίς κοινό παρελθόν με τους φυλασσόμενους. Η αντικατάσταση των συγκινημένων φρουρών είναι, ίσως, η πιο εύγλωττη μαρτυρία για ό,τι συνέβαινε σε εκείνο το σπίτι: η αγιότητα είχε γίνει μεταδοτική και έπρεπε να απομονωθεί πριν σκοτωθεί.

Την Κυριακή 14 Ιουλίου, μετά από αίτημα της οικογένειας, ο διοικητής επέτρεψε μια ακολουθία. Ήρθε ο πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Στορόζεφ, με έναν διάκονο, και τέλεσε τα Τυπικά — σύντομη ακολουθία, χωρίς πλήρη Λειτουργία. Ο ιερέας είχε ξαναλειτουργήσει στο σπίτι έναν μήνα νωρίτερα, και τους βρήκε τώρα αλλαγμένους: εξαντλημένους, σιωπηλούς, σαν ανθρώπους που δεν περίμεναν πια τίποτα από τη γη. Όταν ο διάκονος έψαλε το «Μετά των αγίων ανάπαυσον» — ύμνο που ψάλλεται στο μνημόσυνο, για τους κεκοιμημένους —, ολόκληρη η οικογένεια, απροσδόκητα και χωρίς κάποιο προηγούμενο σημάδι, γονάτισε. Ο Στορόζεφ κατέθεσε στην έρευνα ότι έφυγε από το σπίτι με την αίσθηση ότι είχε τελέσει όχι τα Τυπικά, αλλά την κηδεία τους. Ήταν τρεις ημέρες πριν από το τέλος.

Την Τρίτη 16 Ιουλίου, το ημερολόγιο της αυτοκράτειρας — κρατημένο αδιάλειπτα ως το τελευταίο βράδυ — καταγράφει μια ημέρα όμοια με όλες τις άλλες: το πρωί, η Τατιάνα της διάβασε από τους προφήτες — το βιβλίο του Αμώς και του Αβδιού, των προφητών της κρίσης· το βράδυ, ένα παιχνίδι χαρτιών με τον Νικόλαο· «10 και μισή, για ύπνο. 15 βαθμοί». Αυτά είναι τα τελευταία λόγια που γράφτηκαν στον οίκο Ιπάτιεφ. Σε τρεις ώρες, επρόκειτο να τους ξυπνήσουν.

Η νύχτα

Όσα συνέβησαν τη νύχτα της 16ης προς 17η Ιουλίου είναι γνωστά σήμερα λεπτομερώς, από δύο πηγές που επαληθεύουν η μία την άλλη: τη δικαστική έρευνα που διηύθυνε ο Νικολάι Σοκόλοφ, ο ανακριτής που όρισε ο ναύαρχος Κολτσάκ, ο οποίος εξέτασε τον τόπο, άκουσε υπό όρκο δεκάδες μάρτυρες και τύπωσε τα συμπεράσματά του στο Βερολίνο το 1925· και τις σημειώσεις των ίδιων των δραστών, με πρώτο την έκθεση του Γιούροφσκι, που βγήκαν στο φως από τα αρχεία δεκαετίες αργότερα. Θα τις ακολουθήσουμε με σοβαρότητα, χωρίς να επιμείνουμε στις λεπτομέρειες που η ευσέβεια δεν έχει ανάγκη να δει από κοντά.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Γιούροφσκι ξύπνησε τον γιατρό Μπότκιν και του είπε να σηκώσει την οικογένεια: στην πόλη επικρατούσε αναταραχή και οι συλληφθέντες έπρεπε να κατέβουν σε καταφύγιο. Ντύθηκαν χωρίς βιασύνη — είχαν μάθει προ πολλού να μην εκπλήσσονται με τίποτα. Κατέβηκαν την εσωτερική σκάλα και πέρασαν από την αυλή στο δωμάτιο του ημιυπογείου. Ο Νικόλαος κρατούσε στην αγκαλιά του τον Αλέξιο, που δεν μπορούσε να περπατήσει· πίσω τους ακολουθούσαν η αυτοκράτειρα, οι τέσσερις κόρες, ο Μπότκιν, η Ντεμίντοβα με ένα μαξιλάρι στην αγκαλιά, ο Χαριτόνοφ και ο Τρουπ. Έντεκα άνθρωποι. Η αυτοκράτειρα ζήτησε καρέκλες· τους έφεραν δύο — για εκείνη και για τον τσαρέβιτς. Έμειναν έπειτα ήσυχοι, καθισμένοι σαν σε αναμονή, στο άδειο δωμάτιο με ένα μοναδικό κιγκλιδωτό παράθυρο. Τότε μπήκε ο Γιούροφσκι με το εκτελεστικό απόσπασμα και διάβασε από ένα χαρτί την απόφαση του Σοβιέτ των Ουραλίων. Ο Νικόλαος δεν κατάλαβε και γύρισε προς τους δικούς του, έπειτα προς τον διοικητή: «Τι; Τι;» — σύμφωνα με τη σημείωση του ίδιου του Γιούροφσκι, αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Ο Γιούροφσκι επανέλαβε την απόφαση και πυροβόλησε πρώτος.

Ό,τι ακολούθησε διήρκεσε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των δραστών, σχεδόν είκοσι λεπτά — επειδή ο θάνατος δεν ήρθε εύκολα. Οι κόρες φορούσαν ραμμένα στους κορσέδες τους, από την εποχή του Τομπόλσκ, τα διαμάντια της οικογένειας — την τελευταία τους περιουσία, φυλαγμένη για μια μελλοντική ζωή που δεν επρόκειτο να υπάρξει —, και μερικές σφαίρες αναπήδησαν από τις πέτρες. Σκοτώθηκαν με ξιφολόγχη και με πυροβολισμούς από κοντινή απόσταση. Έπειτα τα σώματα φορτώθηκαν σε φορτηγό και μεταφέρθηκαν στο δάσος του Κοπτιάκι, σε ένα εγκαταλελειμμένο ορυχείο που οι ντόπιοι αποκαλούσαν Γκανίνα Γιάμα. Την επόμενη νύχτα, από τον φόβο της ανακάλυψης, μετακινήθηκαν και θάφτηκαν κάτω από κορμούς δέντρων, σε έναν λάκκο στο Πορωσιόνκοβ Λογκ, ενώ δύο από αυτά κάηκαν. Η έρευνα Σοκόλοφ, εργαζόμενη το 1919 πάνω σε ίχνη ακόμη νωπά, συγκέντρωσε από τη Γκανίνα Γιάμα καμένα λείψανα και αντικείμενα της οικογένειας· ο λάκκος του Πορωσιόνκοβ Λογκ επρόκειτο να βρεθεί μόλις έπειτα από δεκαετίες, και τα οστά, που εξετάστηκαν γενετικά μετά το 1991, έγιναν δεκτά από την Εκκλησία με μια επιφύλαξη που κρατά έως σήμερα — ένδειξη ότι η πληγή δεν έκλεισε ούτε από αυτή την άποψη.

Μία μόνο λεπτομέρεια από την εξέταση του τόπου πρέπει ωστόσο να αναφερθεί, γιατί εκφέρει την κρίση πιο καθαρά από κάθε σχόλιο. Στον τοίχο του δωματίου του ημιυπογείου, οι ανακριτές βρήκαν γραμμένους με μολύβι, στα γερμανικά, δύο στίχους από το ποίημα του Χάινε για τον βασιλιά Βαλτάσαρ, εκείνον που περιγέλασε τα σκεύη του ναού και είδε τη γραφή στον τοίχο:

«Belsatzar ward in selbiger Nacht / Von seinen Knechten umgebracht» — «Ο Βαλτάσαρ, ακριβώς εκείνη τη νύχτα, σκοτώθηκε από τους δούλους του.»

Ένας από τους δολοφόνους, άνθρωπος με γράμματα, ένιωσε την ανάγκη να ντύσει την πράξη του με έναν στίχο με βιβλική αντήχηση, γυρισμένο ανάποδα: ο τσάρος σκοτωμένος σαν τιμωρημένος Βαλτάσαρ. Όποιος όμως γράφει «μανή, θεκέλ» στους τοίχους για κάποιον άλλον ξεχνά ότι τη γραφή στον τοίχο δεν την βάζει το χέρι του ανθρώπου. Στο βιβλίο του Δανιήλ, τα λόγια εκείνα — «εμέτρησεν», «εστάθη εν ζυγώ», «διήρηται» (Δαν. 5, 25-28) — φανερώνονται από μόνα τους, και όχι πάνω από τον σκοτωμένο, αλλά πάνω από τη βασιλεία που πίστευε ότι θριάμβευε τη νύχτα ακριβώς του συμποσίου της. Και η σοβιετική βασιλεία επρόκειτο να μετρηθεί, να ζυγιστεί και να διαιρεθεί κι εκείνη, στον καιρό της. Αλλά ανάμεσα στη νύχτα του οίκου Ιπάτιεφ και στην τελευταία της νύχτα χώρεσαν εβδομήντα χρόνια — και ό,τι χώρεσε μέσα τους είναι το δεύτερο μέρος της απάντησης στο ερώτημα του άρθρου.

Τι ακολούθησε: όταν αφαιρέθηκε το τείχος από τη μέση

Το πρώτο σημάδι ότι η νύχτα της Αικατερινούπολης δεν ήταν πολιτικός λογαριασμός, αλλά το άνοιγμα ενός διωγμού, ήρθε χωρίς καθυστέρηση: την επόμενη νύχτα, στο Αλαπάγιεφσκ, εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά, πετάχτηκαν ζωντανοί στο φρέαρ ενός ορυχείου η μεγάλη δούκισσα Ελισάβετ Φεοντόροβνα — αδελφή της αυτοκράτειρας, που μετά τον φόνο του συζύγου της είχε γίνει μοναχή και είχε αφιερώσει τη ζωή της στους φτωχούς της Μόσχας —, μαζί με τη μοναχή Βαρβάρα και πέντε πρίγκιπες του αυτοκρατορικού οίκου. Οι χωρικοί της περιοχής επρόκειτο να καταθέσουν στην έρευνα ότι από το βάθος του φρέατος ακούγονταν, ως την επόμενη ημέρα, εκκλησιαστικοί ύμνοι, ανάμεσά τους το Χερουβικό, που ανέβαιναν από όσους πέθαιναν. Η Αγία Ελισάβετ πέθαινε ευλογώντας, όπως είχε ζήσει.

Έπειτα ο διωγμός ξεχύθηκε πάνω σε ολόκληρη την Εκκλησία, και εδώ πρέπει να αφήσουμε τους αριθμούς να μιλήσουν μόνοι τους, γιατί καμία ρητορεία δεν τους φτάνει. Ο μητροπολίτης Κιέβου Βλαδίμηρος είχε σκοτωθεί ήδη τον Ιανουάριο του 1918 — ο πρώτος αρχιερέας-μάρτυρας της νέας εποχής. Ο μητροπολίτης Πετρουπόλεως Βενιαμίν εκτελέστηκε το 1922, έπειτα από μια παρωδία δίκης. Τα Σολοβέτσκι, το φρούριο-μοναστήρι του Βορρά, μετατράπηκαν σε στρατόπεδο — το πρώτο στρατόπεδο του αρχιπελάγους που επρόκειτο να καλύψει τη χώρα. Στα χρόνια της Μεγάλης Τρομοκρατίας, στο πεδίο βολής του Μπούτοβο, κοντά στη Μόσχα, εκτελέστηκαν περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων πάρα πολλοί κληρικοί και πιστοί που σκοτώθηκαν για την πίστη τους· εκατοντάδες από αυτούς είναι σήμερα αγιοκατατεταγμένοι. Παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τις δεκάδες χιλιάδες εκκλησίες της Ρωσίας του 1917 έμεναν ανοιχτές μόνο μερικές εκατοντάδες. Κατά κάθε τίμιο υπολογισμό, ο διωγμός αυτός ξεπέρασε σε έκταση όσα γνώρισε η Εκκλησία από την εποχή του Διοκλητιανού και εντεύθεν — και δεν σταμάτησε στα σύνορα της Ρωσίας, αλλά απλώθηκε, μετά το 1945, σε όλες τις ορθόδοξες χώρες που έπεσαν υπό την ίδια εξουσία, ως τις φυλακές του Αϊούντ και του Πιτέστι.

Εδώ αξίζει να σταθούμε και να θέσουμε το συγκριτικό ερώτημα, γιατί αυτό φωτίζει τον πυρήνα. Και η Ευρώπη είχε σκοτώσει τους βασιλείς της. Η Αγγλία αποκεφάλισε τον Κάρολο Α΄ το 1649· η Γαλλία ανέβασε στη λαιμητόμο τον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ το 1793. Και οι δύο υπήρξαν βασιλοκτονίες, και οι δύο ακολουθήθηκαν από αναταραχές και αίμα. Κι όμως: στην Αγγλία, έντεκα χρόνια μετά την εκτέλεση, η μοναρχία επέστρεψε και η εκκλησιαστική ζωή της χώρας προχώρησε· στη Γαλλία, τη βασιλοκτονία την ακολούθησε, είναι αλήθεια, ένας πραγματικός διωγμός — εκκλησίες κλειστές και βεβηλωμένες, ιερείς σκοτωμένοι ή εξόριστοι, η λατρεία της Λογικής στημένη στα ιερά. Το κύμα πέρασε όμως μέσα σε λίγα χρόνια: οι καθεδρικοί ναοί ξανάνοιξαν και ο λαός γύρισε στα θυσιαστήριά του. Πουθενά στη Δύση, πάντως, ο διωγμός δεν έγινε θεμέλιο του κράτους — έργο ειδικά ταγμένο, απλωμένο σε γενιές, για να ξεριζώσει από τον λαό την ίδια την πίστη στον Θεό. Στη Ρωσία, αυτό ακριβώς ακολούθησε: το σοβιετικό κράτος ήταν το πρώτο κράτος στην ιστορία του κόσμου που έκανε τον αθεϊσμό το ίδιο το θεμέλιο της οικοδόμησής του, με ενώσεις μαχητικών αθέων, με πενταετή σχέδια της απιστίας, με την κατεδάφιση των ναών ως κρατική πολιτική. Γιατί αυτή η διαφορά φύσης, και όχι απλώς βαθμού;

Αν τη δούμε με το κλειδί των Πατέρων, η διαφορά λέγεται από μόνη της: στη Δύση έπεσαν στέμματα· στην Αικατερινούπολη αφαιρέθηκε από τη μέση η εξουσία που συγκρατούσε. Τα δυτικά στέμματα είχαν πάψει προ πολλού να είναι ό,τι ήταν η βασιλεία της Ανατολής, όπου ο αυτοκράτορας στεκόταν κάτω από το χρίσμα της αδιαίρετης Εκκλησίας: αποκομμένα από αυτό το χρίσμα, παρασυρμένα στο πνεύμα του αιώνα του Διαφωτισμού, είχαν πεθάνει εσωτερικά πριν πέσουν εξωτερικά. Η ρωσική βασιλεία, με όλες τις αμαρτίες και τις αδυναμίες της — και ήταν πολλές, από τη συνοδική κηδεμονία πάνω στην Εκκλησία ως την κώφωση απέναντι στην κραυγή των φτωχών —, είχε παραμείνει η τελευταία εξουσία στον κόσμο που στεκόταν κάτω από το χρίσμα και που κατανοούσε τη διακονία της ως υπεράσπιση της ορθής πίστεως. Όσο στεκόταν εκείνη, το μυστήριο της ανομίας ενεργούσε κρυφά, όπως είχε ενεργήσει και στη Ρωσία, μέσα από όλες τις οργανώσεις και τους κύκλους της· όταν αφαιρέθηκε από τη μέση, η ανομία βγήκε στο φως — ακριβώς σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου, ακριβώς σύμφωνα με την ερμηνεία του Χρυσοστόμου, ακριβώς σύμφωνα με την πρόβλεψη του Θεοφάνη. Δεν χρειάζεται καμία εικασία: αρκεί να βάλεις τα κείμενα δίπλα στην αλληλουχία των γεγονότων.

Και αν κάποιος ρωτήσει τι σημαίνουν όλα αυτά «ως τις μέρες μας», η απάντηση οφείλει να δοθεί με το ίδιο πατερικό μέτρο, αποφεύγοντας εξίσου δύο πλάνες. Η πρώτη είναι η λησμονιά: να θεωρούμε ότι η πληγή έκλεισε, ότι ο σοβιετικός αιώνας υπήρξε μια ατυχής παρένθεση και ότι η ζωή προχώρησε. Δεν προχώρησε. Ο θρόνος του Χρισμένου έμεινε άδειος· καμία εξουσία που ακολούθησε — ούτε η σοβιετική, ούτε οι μεταγενέστερες — δεν στάθηκε ξανά κάτω από το χρίσμα, και καμία δεν έφερε τη διακονία του κατέχοντος· και ο λαός που αποκήρυξε τον χρισμένο του φέρει ακόμη, αθεράπευτο, το επακόλουθο της αποκήρυξης. Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, μιλώντας το 1938, στη Σύνοδο του Σρέμσκι Κάρλοβτσι, για την πνευματική κατάσταση του ρωσικού λαού, ονόμασε τα πράγματα χωρίς περιστροφές: ολόκληρος ο λαός διέπραξε μεγάλες αμαρτίες, που βρίσκονται στη ρίζα των σημερινών δυστυχιών — την παραβίαση του όρκου και τον φόνο του Χρισμένου· και η αμαρτία αυτή δεν βαραίνει μόνο όσους την διέπραξαν με το χέρι τους, αλλά όλους: όσους την ενέκριναν, χάρηκαν γι’ αυτήν ή δεν της αντιστάθηκαν — και δεν αίρεται παρά με τη μετάνοια ολόκληρου του λαού.

Η δεύτερη πλάνη είναι η ανατροπή της ευσέβειας σε αίρεση, και γι’ αυτήν πρέπει να ειπωθεί ένας διευκρινιστικός λόγος, ακριβώς επειδή τιμούμε την εορτή. Εμφανίστηκε, σε ορισμένους κύκλους, μια διδασκαλία που κάνει τον σκοτωμένο τσάρο «λυτρωτή» των αμαρτιών της Ρωσίας και το αίμα του δεύτερη σωτήρια θυσία. Η Εκκλησία την απέρριψε, και δικαίως: Λυτρωτής του κόσμου είναι μόνο ο Χριστός, άπαξ και διά παντός, και το να βάζεις το αίμα οποιουδήποτε ανθρώπου, έστω και αγίου, δίπλα στο Αίμα Του σημαίνει να εγκαταλείπεις το Ευαγγέλιο. Οι Άγιοι Βασιλικοί Παθοφόροι δεν μας λυτρώνουν — μας καλούν. Δεν ζητούν λατρεία του προσώπου τους ούτε κανενός είδους παλινόρθωση ως πρόγραμμα σωτηρίας· ζητούν ό,τι ζήτησε ο ίδιος ο Χρισμένος από το Τομπόλσκ: να μην ανταποδίδουμε το κακό με κακό και να μετανοούμε. Όποιος μετατρέπει αυτή την πρόσκληση σε ιδεολογία την προδίδει για δεύτερη φορά.

Ο λόγος του Τύχωνα: το αίμα πέφτει και πάνω σε όσους σιωπούν

Μένει να ειπωθεί πώς απάντησε, ήδη εκείνες τις ημέρες, η φωνή που μπορούσε ακόμη να απαντήσει για ολόκληρη την Εκκλησία. Με μία από εκείνες τις συμπτώσεις στις οποίες διαβάζεται το χέρι της Πρόνοιας, η Ρωσική Εκκλησία είχε ξαναποκτήσει τον πατριάρχη της — έπειτα από διακόσια χρόνια συνοδικής χηρείας — ακριβώς τις εβδομάδες που έχανε τον αυτοκράτορά της: ο Άγιος Τύχων είχε ανέβει στον πατριαρχικό θρόνο τον Νοέμβριο του 1917, ανάμεσα σε δύο ριπές της επανάστασης. Η βασιλεία έχανε τον χρισμένο της τη στιγμή που η Εκκλησία ξανάβρισκε τον προκαθήμενό της· και η φωνή που είχε απομείνει μίλησε.

Στις 21 Ιουλίου 1918, δύο ημέρες αφότου οι σοβιετικές εφημερίδες είχαν ανακοινώσει ξερά την «εκτέλεση του Νικολάου Ρομανόφ», ο πατριάρχης Τύχων ανέβηκε στον άμβωνα του Καθεδρικού Ναού του Καζάν στη Μόσχα — στην καρδιά της εξουσίας που είχε σκοτώσει — και εκφώνησε τον λόγο που παραμένει η κρίση της Εκκλησίας για εκείνη τη νύχτα: η πράξη πρέπει να καταδικαστεί ανοιχτά, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, όσο κι αν μας κοστίσει· γιατί αν σιωπήσουμε, το αίμα του εκτελεσθέντος θα πέσει και πάνω σε εμάς, όχι μόνο πάνω σε εκείνους που διέπραξαν τον φόνο. Ας προσέξουμε τι κάνει εδώ ο άγιος πατριάρχης: δεν εκφέρει απλώς καταδίκη εναντίον των δολοφόνων — αποκαλύπτει έναν πνευματικό νόμο της σιωπής. Το αίμα του Χρισμένου δεν πέφτει μόνο πάνω στο χέρι που πυροβόλησε· πέφτει και πάνω στο στόμα που σωπαίνει. Με αυτά τα λόγια, ο Τύχων έβαλε το δάχτυλο ακριβώς πάνω στην πληγή που παρακολουθήσαμε σε όλο το άρθρο: στη σιωπηλή συγκατάθεση του Φεβρουαρίου του 1917, στους στρατηγούς που ζήτησαν, στα μέλη της Συνόδου που επιτάχυναν το βήμα, στον λαό που παρακολουθούσε. Και με τα ίδια αυτά λόγια υπέγραψε, θαρρείς, τη δική του μοίρα: επρόκειτο να πεθάνει το 1925, εξαντλημένος από συλλήψεις και διωγμό, ομολογητής και ο ίδιος.

Έτσι κλείνει ο κύκλος αυτής της εορτής και μόνο τώρα φαίνεται το πλήρες νόημά της. Η χριστιανική Ρωσία μπήκε στην ιστορία, στις απαρχές της, με τη μορφή δύο παθοφόρων — του Μπορίς και του Γκλεμπ, των πριγκίπων που δέχθηκαν τον θάνατο από τον αδελφό τους χωρίς να υψώσουν το σπαθί, για να μη χυθεί αίμα στη νεοβαπτισμένη χώρα. Η εποχή της ρωσικής βασιλείας έκλεισε με την ίδια μορφή: μια οικογένεια που δέχθηκε τον θάνατο συγχωρώντας. Ανάμεσα στα δύο αυτά κατώφλια στέκονται εννέα αιώνες χριστιανικής εξουσίας· πέρα από το τελευταίο, ο αιώνας χωρίς χρισμένο, με όλα όσα έφερε. Και η εορτή της 17ης Ιουλίου δεν μας δίνεται για να θρηνούμε μια δυναστεία, πολύ περισσότερο για να ονειρευόμαστε παλινορθώσεις: μας δίνεται για να μη βρεθούμε, στις ώρες της δικής μας κρίσης, ανάμεσα σε όσους σιωπούν — και για να μάθουμε από εκείνους που στέκονται στην εικόνα, με λευκούς σταυρούς στα χέρια και στεφάνια πάνω από τα μέτωπά τους, τη μοναδική απάντηση που δίνει το Ευαγγέλιο στη νύχτα: «Δεν θα νικήσει το κακό το κακό, παρά μόνο η αγάπη».

Για τη ρουμανική απάντηση στο ερώτημα για το τείχος, το χρίσμα και την ομολογία χωρίς τείχος, δείτε και Ποια διακονία έφερε η Ρουμανία στην Ορθοδοξία.

Σχετικά άρθρα

Συχνές ερωτήσεις

Πότε τιμώνται οι Άγιοι Βασιλικοί Παθοφόροι Ρομανόφ;

Οι Άγιοι Βασιλικοί Παθοφόροι Ρομανόφ τιμώνται στις 17 Ιουλίου, την ημέρα της δολοφονίας τους στην Αικατερινούπολη, το έτος 1918.

Γιατί ονομάζονται παθοφόροι;

Ονομάζονται παθοφόροι επειδή δέχθηκαν τον άδικο θάνατο χωρίς αντίσταση και χωρίς επιθυμία εκδίκησης, κατά το πρότυπο της πραότητας του Χριστού.

Ποιος σκοτώθηκε μαζί με τον Άγιο Τσάρο Νικόλαο Β΄;

Σκοτώθηκαν η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, τα παιδιά τους Όλγα, Τατιάνα, Μαρία, Αναστασία και Αλέξιος, καθώς και οι υπηρέτες Ευγένιος Μπότκιν, Άννα Ντεμίντοβα, Ιβάν Χαριτόνοφ και Αλεξέι Τρουπ.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.