Μνήμη: 5 Σεπτεμβρίου
Στις 5 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, των γονέων του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Ο Ζαχαρίας ήταν ιερέας στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Η Ελισάβετ, η σύζυγός του, καταγόταν κι αυτή από το ιερατικό γένος του Ααρών. Έφτασαν και οι δύο στα γηρατειά χωρίς παιδιά, και ο γιος που τους δόθηκε στο τέλος δεν έμεινε μαζί τους παρά για λίγο καιρό.
Δύο δίκαιοι χωρίς παιδιά
Ο Άγιος Λουκάς ξεκινά την αφήγησή του με αυτούς. Πριν από τον Ευαγγελισμό και πριν από τη Βηθλεέμ, το πρώτο κεφάλαιο ανοίγει σε ένα ιερατικό σπίτι της ορεινής περιοχής της Ιουδαίας, στις ημέρες του Ηρώδη.
Ο Ζαχαρίας υπηρετούσε στην εφημερία του Αβιά. Οι ιερείς της Παλαιάς Διαθήκης ήταν χωρισμένοι σε είκοσι τέσσερις εφημερίες, που ανέβαιναν στον Ναό με τη σειρά, από μία εβδομάδα, δύο φορές τον χρόνο· η εφημερία του Αβιά ήταν η όγδοη ανάμεσά τους (Α΄ Παρ. 24, 10). Η Ελισάβετ ήταν από τις θυγατέρες του Ααρών, δηλαδή από το ίδιο ιερατικό γένος. Κατάγονταν και οι δύο από ένα γένος όπου η διακονία του θυσιαστηρίου περνούσε από πατέρα σε γιο.
Ο άγιος Ευαγγελιστής Λουκάς γράφει για αυτούς ότι «ήσαν δε δίκαιοι αμφότεροι ενώπιον του Θεού», και ότι περπατούσαν άμεμπτοι σε όλες τις εντολές και τα δικαιώματα του Κυρίου (Λουκ. 1, 6). Και αμέσως μετά προσθέτει ότι «η Ελισάβετ ήν στείρα, και αμφότεροι προβεβηκότες εν ταις ημέραις αυτών ήσαν» (Λουκ. 1, 7).
Ο Ευαγγελιστής τούς τοποθετεί τον έναν δίπλα στον άλλον, χωρίς να βάλει καμία σύνδεση ανάμεσά τους. Δεν συνδέει την ατεκνία με κάποια ενοχή και δεν την ερμηνεύει. Η δικαιοσύνη τους δεν τους είχε φέρει τίποτε από όσα είχαν ζητήσει.
Το βάρος της ζωής τους
Κουβάλησαν, σε όλη τους τη ζωή, την έλλειψη παιδιών και το όνειδος που την ακολουθούσε.
Στον Ισραήλ, η οικογένεια χωρίς απογόνους θεωρούνταν ότι δεν είχε επάνω της την ευλογία. Η στείρα γυναίκα έφερε μια ντροπή που την έβλεπαν όλοι. Η ίδια η Ελισάβετ θα μιλήσει για αυτό αφού συλλάβει, λέγοντας ότι ο Κύριος αφαίρεσε το όνειδός της ανάμεσα στους ανθρώπους (Λουκ. 1, 25). Τα λόγια της δείχνουν τι την είχε βαρύνει: όχι μόνο ο πόνος μέσα στο σπίτι, αλλά και το βλέμμα των άλλων επάνω της.
Πάνω στο όνειδος ήρθε κάτι βαρύτερο. Όταν ο άγγελος του εμφανίστηκε στον Ναό, τα πρώτα λόγια που του είπε ήταν αυτά: «εισηκούσθη η δέησίς σου» (Λουκ. 1, 13). Εκείνο το αίτημα δεν μπορούσε να είναι καινούργιο. Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ είχαν φτάσει στα γηρατειά χωρίς παιδιά, και τα λόγια του αγγέλου έρχονται ως απάντηση σε μια προσευχή που κρατούσε πολύ καιρό. Πόσο καιρό είχαν προσευχηθεί έτσι, το Ευαγγέλιο δεν το λέει.
Εδώ φαίνεται το μέτρο της υπομονής τους. Τήρησαν τις εντολές χωρίς να δουν την εκπλήρωση της προσευχής τους. Ο Ζαχαρίας υπηρέτησε στο θυσιαστήριο και επέστρεφε, κάθε φορά που ερχόταν η σειρά του, σε ένα σπίτι όπου δεν τον περίμενε κανένα παιδί. Δεν εγκατέλειψαν τη διακονία και δεν ζήτησαν λογαριασμό.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στον λόγο του για τα Χριστούγεννα, δείχνει γιατί επιτράπηκε τόση αναβολή. Για να μη θεωρήσουν οι άνθρωποι απίστευτη τη γέννηση από την Παρθένο, λέει, η χάρη του Θεού προετοίμασε τον δρόμο με ένα μικρότερο θαύμα: ένα βρέφος που γεννήθηκε από γυναίκα στείρα και γερασμένη. Ούτε η Ελισάβετ γέννησε με τη δύναμη της φύσης, αλλά με το θέλημα του Θεού. Όποιος δέχεται το μικρότερο θαύμα πλησιάζει με ανοιχτή καρδιά το μεγαλύτερο.
Επομένως εκείνα τα χρόνια της αναμονής δεν ήταν χαμένος καιρός. Μέσα από τη στειρότητα της Ελισάβετ φανερώθηκε πρώτα στον κόσμο ότι ο Θεός μπορεί να ανοίξει μια κλειστή μήτρα, και το σημείο που επρόκειτο να έρθει έξι μήνες αργότερα έγινε δεκτό από τους ανθρώπους ακριβώς επειδή είχαν δει το πρώτο.
Η ώρα του θυμιάματος
Η αγγελία δεν ήρθε στον Ζαχαρία στο σπίτι του, αλλά τη σημαντικότερη ώρα της διακονίας του.
Η διακονία του θυμιάματος, που τελούνταν μέσα στον Ναό, δινόταν με κλήρο. Σύμφωνα με τη διάταξη που καταγράφεται στη Μισνά, τη συλλογή της ραβινικής παράδοσης που πήρε την κλασική της μορφή γύρω στο έτος 200, στον κλήρο για το θυμίαμα καλούνταν οι ιερείς που δεν είχαν τελέσει ακόμη αυτή τη διακονία (Ταμίδ 5, 2). Οι ιερείς ήταν πολλοί, και η σειρά αυτή ερχόταν σε έναν άνθρωπο μία φορά στη ζωή, αν του ερχόταν ποτέ.
Εκείνη την ώρα, ένας μόνο ιερέας έμπαινε να βάλει θυμίαμα στο χρυσό θυσιαστήριο, και όλος ο λαός προσευχόταν έξω, στην αυλή, μέχρι να βγει εκείνος (Λουκ. 1, 8-10). Ήταν η στιγμή που η προσευχή ολόκληρου του Ισραήλ περνούσε μέσα από τα χέρια ενός μόνο ανθρώπου.
Τότε του εμφανίστηκε ο άγγελος, όρθιος στα δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και αυτό που του αναγγέλθηκε αφορούσε ένα παιδί που θα πήγαινε μπροστά από τον Κύριο «εν πνεύματι και δυνάμει Ηλιού» (Λουκ. 1, 17).
Η λατρεία του Ναού προχωρούσε ακόμη κατά την τάξη της: οι θυσίες προσφέρονταν, το θυμίαμα ανέβαινε, οι κλήροι ρίχνονταν. Μέσα σε αυτή τη λατρεία, σε μία από τις συνηθισμένες ημέρες της, αναγγέλθηκε η γέννηση εκείνου που θα έδειχνε με το δάχτυλο τον Αμνό του Θεού. Η ιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης έλαβε το τελευταίο της μήνυμα στον τόπο και την ώρα του έργου της.
Ο Ζαχαρίας δεν πίστεψε αμέσως και έμεινε βουβός μέχρι την ημέρα που γεννήθηκε το παιδί. Η βουβαμάρα του και ο ύμνος με τον οποίο λύθηκε η γλώσσα του έχουν ερμηνευθεί εκτενώς στη μνήμη της Γέννησης του Αγίου Ιωάννη.
Η πρώτη ομολογία για τη Θεοτόκο
Ο ρόλος της Ελισάβετ στην ιστορία της σωτηρίας δεν περιορίζεται στο ότι γέννησε.
Λίγο μετά τον Ευαγγελισμό, η Παρθένος Μαρία πήγε βιαστικά στην ορεινή περιοχή και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία. Όταν η Ελισάβετ άκουσε τον χαιρετισμό της Παρθένου, το βρέφος σκίρτησε στην κοιλιά της, κι εκείνη γέμισε από Άγιο Πνεύμα και φώναξε με μεγάλη φωνή: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί» (Λουκ. 1, 42).
Ο άγγελος είχε πει στη Μαρία ότι το Παιδί της θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου και Υιός του Θεού (Λουκ. 1, 32 και 35). Η Ελισάβετ όμως είναι εκείνη που εκφωνεί για πρώτη φορά στο Ευαγγέλιο, με ανθρώπινη φωνή, τη φράση «η μήτηρ του Κυρίου μου» (Λουκ. 1, 43). Το είπε στο σπίτι της, όταν και τα δύο Παιδιά ήταν ακόμη αγέννητα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, που μέχρι έξι μήνες πριν θεωρούνταν στείρα, εξέφρασε πρώτη την αλήθεια που η Εκκλησία ομολογεί για τη Θεοτόκο.
Τα λόγια της δεν χάθηκαν. Η προσευχή «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε», που έχει μπει βαθιά στη λατρεία της Εκκλησίας, ενώνει μέχρι σήμερα τον χαιρετισμό του αγγέλου με την ευλογία που εξέφρασε η Ελισάβετ.
Το Ευαγγέλιο λέει ότι η Ελισάβετ ήταν συγγενής της Μαρίας (Λουκ. 1, 36), χωρίς να δείχνει με ποιον τρόπο. Η Παράδοση της Εκκλησίας διατηρεί ότι ήταν αδελφή της Αγίας Άννας, της μητέρας της Θεοτόκου, άρα θεία της Παρθένου. Αυτό δεν είναι γραμμένο στη Γραφή, αλλά προέρχεται από την Παράδοση, και πρέπει να λέγεται ως τέτοιο.
Η σφαγή του Ζαχαρία
Για το τέλος του Ζαχαρία, το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο δεν λέει τίποτε. Ο Άγιος Λουκάς σταματά στο παιδί που μεγάλωνε και δυναμωνόταν στο πνεύμα και που έμεινε στην έρημο «έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς τον Ισραήλ» (Λουκ. 1, 80). Τι συνέβη στο μεταξύ με τον πατέρα και τη μητέρα του δεν μας λέγεται.
Όσα γνωρίζουμε παραπέρα προέρχονται από δύο δρόμους: από έναν λόγο του Κυρίου, που ένα μέρος των ερμηνευτών τον διαβάζει με συγκεκριμένο τρόπο, και από μια παράδοση που η Εκκλησία παρέλαβε και τοποθέτησε στον ύμνο της ημέρας.
Επιπλήττοντας τους γραμματείς, ο Χριστός αναφέρει το αίμα του Ζαχαρία, υιού Βαραχίου, που σκοτώθηκε «μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου» (Ματθ. 23, 35· και, χωρίς το όνομα του πατέρα, στο Λουκ. 11, 51).
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διαβάζει τον λόγο αυτό ως αναφερόμενο στον πατέρα του Προδρόμου και δείχνει και την αιτία της δολοφονίας. Αφού η Παρθένος γέννησε, ο Ζαχαρίας εξακολούθησε να τη θεωρεί παρθένο και την άφησε να σταθεί στον τόπο που ήταν δεσμευμένος για τις παρθένες στον Ναό· και αυτός ο τόπος ήταν ακριβώς ο τόπος ανάμεσα στον ναό και στο θυσιαστήριο. Θανατώθηκε επειδή είχε ομολογήσει με την πράξη του αυτό που ο νους των γύρω του δεν δεχόταν: ότι η Θεοτόκος έμεινε παρθένος και μετά τη γέννηση.
Δίπλα σε αυτήν υπάρχει μια δεύτερη αιτία, που διατηρείται στο Συναξάρι και μαρτυρείται από νωρίς στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Πρόκειται για ένα κείμενο του 2ου αιώνα, που έμεινε έξω από τον κανόνα της Γραφής, όπου καταγράφονται και άλλες παραδόσεις που έγιναν δεκτές στη ζωή της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων τα ονόματα των Αγίων Ιωακείμ και Άννας. Σύμφωνα με αυτό, όταν ο Ηρώδης διέταξε τη σφαγή των νηπίων, η Ελισάβετ τράπηκε σε φυγή με τον Ιωάννη στα βουνά. Οι στρατιώτες ήρθαν στον Ναό και ζήτησαν από τον Ζαχαρία να πει πού βρίσκεται το παιδί. Εκείνος δεν είπε και σκοτώθηκε εκεί.
Η Παλαιά Διαθήκη όμως αναφέρει έναν άλλο Ζαχαρία, γιο του Ιωδαέ, που λιθοβολήθηκε στην αυλή του οίκου του Κυρίου με διαταγή του βασιλιά Ιωάς (Β΄ Παρ. 24, 20-22). Μερικοί ερμηνευτές συνέδεσαν τον λόγο του Κυρίου με αυτόν, ακριβώς λόγω της ομοιότητας του τόπου. Το όνομα του πατέρα όμως δεν ταιριάζει: ο Ματθαίος γράφει «υιού Βαραχίου», όχι γιου του Ιωδαέ.
Σε ένα πράγμα η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας είναι σαφής: ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, πέθανε φονευμένος στον Ναό. Το απολυτίκιο της ημέρας, ήχος δ΄, απευθύνεται στον ιερέα με αυτά τα λόγια: «με μάχαιρα σφαγιάστηκες στην Εκκλησία του Θεού». Αυτό ψάλλεται στο αναλόγιο. Η ταύτισή του με τον Ζαχαρία που αναφέρει ο Κύριος στο Ματθ. 23, 35 έγινε δεκτή από ένα σημαντικό μέρος της πατερικής παράδοσης. Την γνωρίζει ο Ωριγένης, εκκλησιαστικός συγγραφέας, και τη χρησιμοποιεί ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Αλλά δεν την δέχτηκαν όλοι οι ερμηνευτές: ο Άγιος Ιερώνυμος την γνωρίζει κι αυτός, όμως δεν τη θεωρεί αποδεδειγμένη από τη Γραφή και έχει κατά νου τον Ζαχαρία, γιο του Ιωδαέ.
Πρέπει λοιπόν να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Το μαρτύριο του Ζαχαρία στον Ναό ανήκει στη λειτουργική παράδοση που παρέλαβε η Εκκλησία και ομολογείται στον ύμνο της ημέρας. Η ταύτισή του με τον Ζαχαρία του λόγου στο Ματθ. 23, 35 παραμένει ζήτημα ερμηνείας, για το οποίο οι Πατέρες δεν μίλησαν με μία φωνή.
Το τέλος της Ελισάβετ
Το Συναξάρι λέει παρακάτω ότι σαράντα ημέρες μετά τη δολοφονία του Ζαχαρία, η Ελισάβετ εκοιμήθη στο σπήλαιο όπου είχε κρυφτεί με το παιδί, και ο Ιωάννης φυλάχθηκε στην έρημο μέχρι την ημέρα της αναδείξεώς του στον Ισραήλ.
Δεν της δόθηκε να τον δει μεγάλο. Τον κουβάλησε στην κοιλιά της στα γηρατειά, τον γέννησε προς χαρά των γειτόνων και των συγγενών, τον απομάκρυνε από τη μάχαιρα και πέθανε δίπλα του, σε ένα σπήλαιο, μακριά από το ιερατικό σπίτι στα βουνά της Ιουδαίας. Το παιδί που είχε ζητήσει σε όλη της τη ζωή έμεινε μόνο στην έρημο.
Η μνήμη τους
Ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ δεν τιμώνται μόνο επειδή απέκτησαν έναν μεγάλο γιο. Τιμώνται για τον τρόπο με τον οποίο στάθηκαν ενώπιον του Θεού πριν και αφότου τους δόθηκε ο γιος.
Ζήτησαν για πολύ καιρό ένα μόνο πράγμα και δεν τους δόθηκε. Τήρησαν τις εντολές σε όλο αυτό το διάστημα, χωρίς ορατή αμοιβή. Όταν επιτέλους τους δόθηκε, δεν τους δόθηκε για να το κρατήσουν για τον εαυτό τους: εκείνη τον οδήγησε στην έρημο και πέθανε εκεί, ενώ εκείνος, σύμφωνα με την παράδοση που διατηρεί το Συναξάρι, πέθανε χωρίς να πει στους φονιάδες πού βρισκόταν το παιδί. Αυτό που περίμεναν σε όλη τους τη ζωή κλήθηκαν να το εμπιστευθούν ξανά στον Θεό μετά από πολύ λίγο καιρό.
Η ημέρα αυτή αφορά όλους όσους προσεύχονται εδώ και πολύ καιρό για κάτι που δεν έρχεται. Δύο δίκαιοι πέρασαν από μια παρόμοια σιωπή και δεν βγήκαν από αυτήν με πικρία. Και όταν ο Θεός τούς απάντησε, η απάντηση ήταν μεγαλύτερη από το αίτημα: από μια μήτρα που θεωρούνταν στείρα βγήκε η φωνή που επρόκειτο να δείξει στον κόσμο τον Χριστό.
Άγιε Προφήτη Ζαχαρία και Δίκαιη Ελισάβετ, πρεσβεύστε στον Θεό για εμάς.