
Σε κάθε Θεία Λειτουργία ο ιερέας μνημονεύει τον επίσκοπό του, ενώ οι επίσκοποι, σύμφωνα με την τάξη κάθε Εκκλησίας, μνημονεύουν τον μητροπολίτη ή τον πατριάρχη τους. Με το μνημόσυνο αυτό ο λειτουργός δείχνει ότι βρίσκεται στην ίδια πίστη και στην ίδια κοινωνία με τον ιεράρχη που μνημονεύει. Όταν ένας ιερέας ή ένας επίσκοπος παύει να μνημονεύει τον ιεράρχη του, διακόπτει την κοινωνία μαζί του, και οι ιεροί κανόνες λένε καθαρά πότε μια τέτοια πράξη είναι παράπτωμα και πότε είναι ομολογία πίστεως.
Στις μέρες μας, σε αρκετές τοπικές Εκκλησίες, ορισμένοι κληρικοί έπαψαν να μνημονεύουν τους ιεράρχες τους, κρίνοντας ότι αυτοί απομακρύνθηκαν από την ορθή πίστη, και μέρος των πιστών τους ακολούθησε. Πολλοί στηρίζουν την απόφασή τους στο παράδειγμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Τον 14ο αιώνα, ενώ ήταν ακόμη ιερομόναχος, δηλαδή μοναχός χειροτονημένος ιερέας, διέκοψε την κοινωνία με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα. Ο ίδιος ο πατριάρχης κατηγορούσε αυτόν και τους ομόφρονές του ότι διέκοψαν το μνημόσυνό του «ἀκανονίστως καὶ ἀκρίτως». Το γεγονός είναι αληθινό, και τα έγγραφα της εποχής το μαρτυρούν.
Σε αυτό το άρθρο
Το Θαβώρειο φως και οι σύνοδοι του 1341
Ο Άγιος Γρηγόριος ασκήτευε στο Άγιον Όρος, ανάμεσα στους ησυχαστές. Έτσι ονομάζονταν οι μοναχοί που αναζητούσαν την ησυχία της καρδιάς και προσεύχονταν αδιάλειπτα με τη νοερά προσευχή, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Γύρω στο 1337 ένας λόγιος μοναχός από την Καλαβρία, ονόματι Βαρλαάμ, άρχισε να χλευάζει αυτούς τους ασκητές. Δίδασκε ότι το φως που είδαν οι Απόστολοι στο όρος Θαβώρ, κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου, ήταν κτιστό φως, που φανερώθηκε και έπειτα χάθηκε. Ο Άγιος Γρηγόριος του απάντησε σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων. Έδειξε ότι το φως του Θαβώρ είναι η αιώνια δόξα του Θεού και ότι ο Θεός, ο οποίος μένει απρόσιτος κατά την ουσία Του, δίνει αληθινά τον εαυτό Του στον άνθρωπο μέσω των ακτίστων ενεργειών Του. Μέσω αυτών των ενεργειών ο άνθρωπος μετέχει αληθινά στη ζωή του Θεού και θεώνεται κατά χάρη, παραμένοντας κτίσμα. Η διαμάχη αφορούσε επομένως την ίδια την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.
Ο Άγιος Γρηγόριος κατέγραψε αυτή τη διδασκαλία σε βαθιά συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία οι τρεις Τριάδες «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», γραμμένες μεταξύ 1338 και 1340, και τα «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα». Δεν έγραψε ως λόγιος που ερευνά από απόσταση. Μιλούσε από την εμπειρία της προσευχής και της χάριτος, την οποία είχε ζήσει επί χρόνια στο Άγιον Όρος, και την έθετε πάντοτε δίπλα στη διδασκαλία των Πατέρων. Για τον Θεό ομολογούσε ότι μένει εντελώς απρόσιτος κατά την ουσία Του, αλλά γίνεται γνωστός στον καθαρμένο άνθρωπο μέσω της χάριτος και των ακτίστων ενεργειών Του, σε μια γνώση που υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου.
Στις 10 Ιουνίου 1341 συνήλθε στον ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη σύνοδος υπό την προεδρία του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄, στην οποία μετείχε και ο Πατριάρχης Ιωάννης. Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Βαρλαάμ, και εκείνος εγκατέλειψε οριστικά την Κωνσταντινούπολη. Η απόφαση επικυρώθηκε με τόμο, δηλαδή με επίσημη συνοδική πράξη. Ο πατριάρχης τον υπέγραψε, αφού στην αρχή είχε αρνηθεί, όπως έγραψε αργότερα ο ίδιος. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους μια δεύτερη σύνοδος αποφάνθηκε κατά του Γρηγορίου Ακινδύνου, πρώην μαθητή του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος επαναλάμβανε με άλλη μορφή τα επιχειρήματα του Βαρλαάμ. Η απόφαση για τον Ακίνδυνο όμως δεν καταχωρίστηκε στον τόμο, και αργότερα κάθε παράταξη την ερμήνευσε με τον δικό της τρόπο.
Ο πατριάρχης εναντίον του Αγίου Γρηγορίου
Λίγες μέρες μετά τη σύνοδο του Ιουνίου ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος πέθανε. Ο θάνατός του άνοιξε αγώνα για την εξουσία. Από τη μια πλευρά βρίσκονταν η χήρα αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, ο Πατριάρχης Ιωάννης και ο σύμβουλος Αλέξιος Απόκαυκος, οι οποίοι κυβερνούσαν στο όνομα του ανήλικου διαδόχου. Από την άλλη βρισκόταν ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο στενότερος συνεργάτης του εκλιπόντος αυτοκράτορα. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε διήρκεσε έως το 1347. Η διαμάχη για το Θαβώρειο φως αναμείχθηκε με τον πολιτικό αγώνα, χωρίς να ταυτίζεται με αυτόν, και ο Άγιος Γρηγόριος θεωρούνταν προσκείμενος στον Καντακουζηνό.
Τότε ο πατριάρχης στράφηκε εναντίον του. Το 1342 σύνοδοι που συγκάλεσε ο πατριάρχης καταδίκασαν τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος συνελήφθη και κρατήθηκε υπό φρούρηση σε διάφορες μονές της Κωνσταντινουπόλεως. Από την άνοιξη του 1343 έως τον Φεβρουάριο του 1347 ήταν έγκλειστος στη φυλακή του αυτοκρατορικού παλατιού. Στις 4 Νοεμβρίου 1344 σύνοδος που συγκάλεσε ο πατριάρχης τον αφόρισε, δηλαδή τον κήρυξε αποκομμένο από την κοινωνία της Εκκλησίας, μαζί με τον μαθητή του Ισίδωρο. Έπειτα ο πατριάρχης χειροτόνησε τον ίδιο τον Γρηγόριο Ακίνδυνο.
Η διακοπή της κοινωνίας
Την ίδια εποχή ο Άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του έπαψαν να μνημονεύουν τον πατριάρχη, και ιεράρχες που τάσσονταν με το μέρος τους διέγραψαν το όνομά του από τα δίπτυχα, δηλαδή από τους καταλόγους των ονομάτων που μνημονεύονται στη Λειτουργία.
Τη σαφέστερη μαρτυρία τη δίνει ο ίδιος ο πατριάρχης. Σε μια σύντομη πράξη αφορισμού, που σώζεται με την υπογραφή του, αναθεμάτιζε, δηλαδή κήρυσσε χωρισμένους από την Εκκλησία, τον Άγιο Γρηγόριο, τους ομόφρονές του, «όλα τα δόγματά τους» και όλους όσοι «τόλμησαν να διακόψουν το μνημόσυνό μου ἀκανονίστως καὶ ἀκρίτως». Στο ίδιο κείμενο ο πατριάρχης έδειχνε και την αιτία: είχαν πάψει να τον μνημονεύουν επειδή εκείνος δεν δεχόταν τη διδασκαλία τους.
Το καλοκαίρι του 1347, μετά την καθαίρεση του πατριάρχη, ένας τόμος των αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου κατηγορούσε τον ίδιο και τους ομόφρονές του ότι θεωρούσαν την ποινή ως τίποτα και συνέχιζαν να τελούν κρυφά τη Θεία Λειτουργία.
Τα έγγραφα που παρατίθενται εδώ δεν καθορίζουν την ακριβή ημερομηνία έναρξης της ρήξης. Γνωρίζουμε όμως ότι ο Άγιος Γρηγόριος θεώρησε άκυρο τον αφορισμό του 1344 και συνέχισε να λειτουργεί. Η πρώτη σύνοδος που κήρυξε καθαιρεμένο τον πατριάρχη συνήλθε το 1346 στην Αδριανούπολη, στο στρατόπεδο του Καντακουζηνού. Εκείνη την εποχή ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν επίσκοπος. Όσοι επικαλούνται σήμερα το παράδειγμά του έχουν δίκιο ως προς αυτά τα γεγονότα.
Τι λέει ο ΙΕ΄ κανόνας
Για μια τέτοια διακοπή της κοινωνίας μιλά ο ΙΕ΄ κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 861, επί του Μεγάλου Φωτίου. Το πρώτο μέρος του κανόνα προβλέπει καθαίρεση, δηλαδή αποβολή από την ιερωσύνη, για τον κληρικό που αποσχίζεται από τον πατριάρχη του και δεν τον μνημονεύει πλέον «πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως». Ο κανόνας διευκρινίζει ότι η ποινή αυτή αφορά όσους απομακρύνονται από τους προέδρους τους «προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων». Και έπειτα προσθέτει:
«Οἱ γάρ δι᾽ αἵρεσίν τινα παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων, κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τήν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ᾽ Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
Ο κανόνας θέτει λοιπόν δύο προϋποθέσεις. Η αίρεση πρέπει να έχει ήδη καταδικαστεί από συνόδους ή από τους Αγίους Πατέρες, και ο επίσκοπος να την κηρύττει δημόσια. Η διατύπωση «Συνόδων ἤ Πατέρων» είναι ευρεία, επειδή μια νέα διδασκαλία μπορεί να επαναλαμβάνει με άλλα λόγια μια πλάνη που οι Πατέρες έχουν ήδη απορρίψει. Αυτή η αντιστοιχία όμως πρέπει να αποδειχθεί από τη συγκεκριμένη διδασκαλία του ιεράρχη, παραβαλλόμενη με την πίστη που ομολογεί η Εκκλησία· μια απλή ομοιότητα δεν αρκεί. Οι λέξεις «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως» αφορούν το πρόσωπο του επισκόπου. Η κρίση για τη διδασκαλία πρέπει να έχει δοθεί προηγουμένως.
Στην περίπτωση του Πατριάρχη Ιωάννη, και οι δύο προϋποθέσεις μπορούσαν να αποδειχθούν. Η διδασκαλία του Βαρλαάμ είχε καταδικαστεί το 1341 από σύνοδο στην οποία είχε μετάσχει ο ίδιος ο πατριάρχης και της οποίας τον τόμο είχε υπογράψει. Οι αντίπαλοι του Αγίου Γρηγορίου αμφισβητούσαν τη διδασκαλία του για τη διάκριση μεταξύ της ουσίας του Θεού και των ακτίστων ενεργειών Του και τον κατηγορούσαν ότι εισάγει πολλές θεότητες. Ο πατριάρχης πέρασε φανερά στο μέρος τους. Καταδίκασε τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου, έστειλε στην αυτοκράτειρα κείμενα εναντίον του και χειροτόνησε τον Ακίνδυνο. Στην πράξη αφορισμού του αναθεμάτισε, εκτός από τα πρόσωπα, και την ίδια τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου, την οποία ονόμαζε «ασεβή δόγματα».
Η αλήθεια όμως δεν ήταν τόσο εύκολο να διακριθεί όσο φαίνεται από μακριά. Ο πατριάρχης δεν αποκήρυσσε φανερά τον τόμο του 1341. Στον αφορισμό του έγραφε ότι ο ίδιος είχε καταγράψει στον τόμο τα λόγια των Αγίων και ότι παρέμενε δεμένος με τη διδασκαλία τους, ενώ ο Άγιος Γρηγόριος και οι δικοί του τάχα την είχαν παρερμηνεύσει. Κάθε πλευρά μιλούσε στο όνομα της ίδιας συνοδικής πράξης. Ο Άγιος Γρηγόριος έκρινε σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων, και ο θρόνος εκείνου που μιλούσε δεν βάραινε γι᾽ αυτόν περισσότερο από την αλήθεια. Στην απάντησή του προς τον Πατριάρχη Αντιοχείας Ιγνάτιο, ο οποίος είχε ταχθεί με το μέρος του Πατριάρχη Ιωάννη, έγραψε: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί».
Η κρίση της Εκκλησίας
Στις αρχές Φεβρουαρίου 1347 σύνοδος που συγκάλεσε η αυτοκράτειρα Άννα στο αυτοκρατορικό παλάτι καθαίρεσε τον Πατριάρχη Ιωάννη, επειδή είχε αντιταχθεί μαζί με τον Ακίνδυνο στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου, και καταδίκασε εκ νέου τον Ακίνδυνο. Αμέσως μετά ο Ιωάννης Καντακουζηνός εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Άγιος Γρηγόριος βγήκε από τη φυλακή και την ίδια χρονιά χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
Τον Αύγουστο του 1347 ο συνοδικός τόμος με τον οποίο καθαιρέθηκε ο Ματθαίος Εφέσου επικαλέστηκε ακριβώς τον ΙΕ΄ κανόνα, μαζί με τον Γ΄ κανόνα της Συνόδου της Εφέσου, για να υπερασπιστεί τον νέο Πατριάρχη Ισίδωρο απέναντι στην καταδίκη που του είχε επιβάλει ο Πατριάρχης Ιωάννης. Τη σύνδεση ανάμεσα σε αυτή την κρίση και τον ΙΕ΄ κανόνα την έκανε, επομένως, η ίδια η σύνοδος της εποχής.
Τον Μάιο του 1351 μεγάλη σύνοδος στο παλάτι των Βλαχερνών ομολόγησε τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου ως πίστη της Εκκλησίας και καταδίκασε τον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο. Το 1368, λίγα χρόνια μετά την κοίμησή του, σύνοδος υπό την προεδρία του Πατριάρχη Φιλοθέου Κοκκίνου τον κατέταξε στη χορεία των αγίων. Η Εκκλησία τον εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου και τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών.
Εκείνος που ο πατριάρχης είχε αναθεματίσει κατατάχθηκε στους αγίους, και οι σύνοδοι της εποχής αναγνώρισαν ότι η αντίσταση στον Πατριάρχη Ιωάννη είχε θεμέλιο στην πίστη.
Το μέτρο του παραδείγματός του
Το παράδειγμα του Αγίου Γρηγορίου είναι αληθινό και φέρει μέσα του το δικό του μέτρο.
Πρώτον, διέκοψε την κοινωνία για χάρη της πίστεως. Το φθινόπωρο του 1346 οι ιεράρχες της παράταξής του κατηγόρησαν τον πατριάρχη ενώπιον της αυτοκράτειρας για φιλαργυρία, για ευνοιοκρατία υπέρ των συγγενών του και για εμπορία χειροτονιών. Ο ΙΕ΄ κανόνας όμως καταδικάζει τον χωρισμό που γίνεται «προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων», και ο ίδιος ο πατριάρχης ομολογούσε ότι το μνημόσυνό του διακόπηκε επειδή δεν δεχόταν τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου. Τα παραπτώματα συμπεριφοράς ενός ιεράρχη, όσο βαριά κι αν είναι, δεν εμπίπτουν σε αυτό το παράδειγμα.
Δεύτερον, ο Άγιος Γρηγόριος στηρίχθηκε σε κρίση που είχε ήδη δοθεί. Η πλάνη του Βαρλαάμ είχε καταδικαστεί από σύνοδο πριν ο πατριάρχης περάσει στο μέρος εκείνων που την ανανέωναν. Η επίκληση του παραδείγματός του δεν αποδεικνύει από μόνη της την ορθότητα μιας σημερινής αποτειχίσεως. Όποιος την επικαλείται οφείλει να δείξει τι ακριβώς διδάσκει ο ιεράρχης του, πού το κηρύττει φανερά και ποια διδασκαλία των συνόδων ή των Πατέρων αντικρούει.
Οι κίνδυνοι για όσους ακολουθούν το παράδειγμά του
Ο πρώτος κίνδυνος αφορά την κρίση της Εκκλησίας. Η διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου επικυρώθηκε από τη σύνοδο του 1347 και από τη μεγάλη σύνοδο του 1351 και έγινε δεκτή στην ομολογία και στις ακολουθίες της Εκκλησίας, ενώ η αγιότητά του διακηρύχθηκε το 1368. Όποιος σήμερα παύει να μνημονεύει τον ιεράρχη του δεν αποκτά με αυτή την πράξη τη βεβαιότητα ότι έχει δίκιο. Τα επιχειρήματά του παραμένουν υποκείμενα στην έρευνα της Εκκλησίας, και μια μελλοντική σύνοδος μπορεί να τα επικυρώσει ή να τα απορρίψει. Αν, έπειτα από κανονική κρίση θεμελιωμένη στην αποστολική και πατερική πίστη, αποδειχθεί ότι ο χωρισμός έγινε χωρίς το θεμέλιο που απαιτεί ο κανόνας και διέσπασε την ενότητα της Εκκλησίας, ο κληρικός ευθύνεται για σχίσμα, και το πρώτο μέρος του ΙΕ΄ κανόνα προβλέπει γι᾽ αυτό καθαίρεση.
Ούτε στην εποχή του Αγίου Γρηγορίου η δικαίωση ήρθε από μόνη της. Υπήρξαν σύνοδοι που τον καταδίκασαν και σύνοδοι που τον δικαίωσαν. Τον Ιούλιο του 1347 ο Μητροπολίτης Εφέσου Ματθαίος και άλλοι αντίπαλοί του συνέταξαν τόμο κατά της απόφασης του Φεβρουαρίου, και η σύνοδος του 1351 επικύρωσε με αποφασιστικό τρόπο τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου, αν και η αντίδραση σε αυτήν συνεχίστηκε. Μια συνέλευση επισκόπων δεν καθορίζει την αλήθεια μόνο επειδή συνήλθε: η απόφασή της πρέπει να μένει πιστή στην αποστολική διδασκαλία και να γίνεται δεκτή από την Εκκλησία. Ο Άγιος Γρηγόριος περίμενε αυτή την κρίση επί χρόνια. Όποιος αποτειχίζεται σήμερα ίσως να μην τη δει σε όλη του τη ζωή.
Ο δεύτερος κίνδυνος προέρχεται από το εσωτερικό του ανθρώπου. Η Εκκλησία δεν κατέταξε τον Γρηγόριο στους αγίους απλώς επειδή έπαψε να μνημονεύει τον πατριάρχη. Όταν εισήλθε στον αγώνα κατά του Βαρλαάμ, είχε πίσω του περισσότερα από είκοσι χρόνια μοναχικής ζωής. Κοντά στη Βέροια, επί πέντε χρόνια, έμενε πέντε μέρες την εβδομάδα στο κελί του, με ησυχία και προσευχή, και έβγαινε μόνο το Σάββατο και την Κυριακή για τη Λειτουργία και για συνομιλία με τους αδελφούς. Η ομολογία του βλάστησε μέσα από αυτή τη ζωή. Χωρίς προσευχή και μετάνοια, η ομολογία εκείνου που διακόπτει την κοινωνία μπορεί να αναμειχθεί με υπερηφάνεια, με κατάκριση του πλησίον και με σκληρότητα, ακόμη κι όταν τα λόγια του για την πίστη είναι ορθά. Τότε εύκολα γίνεται αγώνας ανάμεσα σε παρατάξεις.
Για τον Άγιο Γρηγόριο η διακοπή της κοινωνίας δεν έφερε κανέναν κοσμικό θρίαμβο. Την πλήρωσε με χρόνια φυλακής και με το ανάθεμα ενός πατριάρχη, χωρίς να ξέρει αν θα προλάβει να δει την ημέρα που η Εκκλησία θα τον δικαίωνε. Από τη φυλακή συνέχισε να γράφει για την αλήθεια, και μετά την απελευθέρωσή του ποίμανε μια πόλη που για πολύ καιρό δεν τον δεχόταν. Η Εκκλησία τον τιμά σήμερα ως ομολογητή του ακτίστου φωτός. Σε όσους φοβούνται για την πίστη στους σημερινούς καιρούς αφήνει ένα ολόκληρο παράδειγμα. Ο ζήλος του για την αλήθεια πήγαζε από μια ζωή προσευχής, και η ταπείνωσή του φαινόταν στον τρόπο με τον οποίο ομολόγησε: με πίστη, με υπομονή στα παθήματα και στηριγμένος στη διδασκαλία των Πατέρων.
Πηγές
- Πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, πράξη αφορισμού κατά του Γρηγορίου Παλαμά και των ομοφρόνων του: PG 150, 863–864 (πρβλ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 37). Η χρονολόγηση αμφισβητείται: αρχές του 1347 κατά την Православная энциклопедия· 1345–1346 κατά τον A. Rigo.
- Τόμος των αντιπάλων του Γρηγορίου Παλαμά (Ιούλιος 1347): PG 150, 877–891· κριτική έκδοση στο A. Rigo, 1347. Isidoro patriarca di Costantinopoli e il breve sogno dell’inizio di una nuova epoca, Βιέννη 2020.
- Συνοδικός τόμος του Αυγούστου 1347 για την καθαίρεση του Ματθαίου Εφέσου (επίκληση του ΙΕ΄ κανόνα): A. Rigo, 1347. Isidoro patriarca…, σσ. 150–154· συζήτηση στις σσ. 80–81.
- Πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας, ερμηνεία του τόμου του 1341: PG 150, 900–903.
- Συνοδικός τόμος του 1341: PG 151, 679–692.
- Τόμος της συνόδου του Φεβρουαρίου 1347: PG 152, 1273–1284.
- Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου», § 3: Π. Χρήστου, Συγγράμματα, τ. Β΄, σ. 627· ΕΠΕ, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἅπαντα τὰ ἔργα, τ. 3, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 608.
- ΙΕ΄ κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 861).
Οι παραπομπές στην PG προέρχονται από τις εκδόσεις και τις μελέτες που αναφέρονται, χωρίς άμεση αντιπαραβολή με το κείμενο του Migne.
Μελέτες που χρησιμοποιήθηκαν: Православная энциклопедия, λήμμα «Григорий Палама»· M. Jugie, «Palamite (controverse)», 1932 (αγγλική μετάφραση στο διαδίκτυο).