Οι Άγιοι Μάρτυρες Κυπριανός και Ιουστίνα

Ο βίος των Αγίων Μαρτύρων Κυπριανού και Ιουστίνης: η επιστροφή από τη μαγεία στον Χριστό, η δύναμη του Σταυρού, η προσευχή και η μετάνοια.

Πριν από το Βάπτισμά του, ο Άγιος Κυπριανός ήταν ένας ξακουστός μάγος στην Αντιόχεια της Συρίας, που ενεργούσε με τη βοήθεια των δαιμόνων. Η Αγία Μάρτυς Ιουστίνα, μια χριστιανή παρθένος της ίδιας πόλης, με την προσευχή και το σημείο του σταυρού ματαίωσε όλες τις μαγείες που εκείνος έστειλε εναντίον της. Βλέποντας ότι οι δαίμονες φεύγουν από τον σταυρό, ο Κυπριανός επέστρεψε στον Χριστό με μετάνοια και έγινε επίσκοπος, και στο τέλος έδωσε τη ζωή του γι’ Αυτόν μαζί με την Ιουστίνα. Γι’ αυτό η Εκκλησία τον ονομάζει ιερομάρτυρα, όπως ονομάζει όλους τους μάρτυρες που ήταν επίσκοποι ή ιερείς.

Η μνήμη τους τιμάται στις 2 Οκτωβρίου. Στις Εκκλησίες που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, η ημέρα αυτή αντιστοιχεί στις 15 Οκτωβρίου του πολιτικού ημερολογίου. Ο Άγιος Κυπριανός της Αντιοχείας δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Άγιο Κυπριανό, επίσκοπο Καρχηδόνος, αν και ήδη παλαιοί συγγραφείς συνέχεαν τους βίους τους.

Ο μάγος της Αντιοχείας

Ο Κυπριανός γεννήθηκε από γονείς ειδωλολάτρες, που τον αφιέρωσαν από παιδί στον θεό Απόλλωνα. Στα επτά του χρόνια τον παρέδωσαν σε μάγους, για να μάθει από αυτούς την τέχνη τους. Στα δέκα τον έστειλαν να προσφέρει θυσίες στον Όλυμπο, τον οποίο οι ειδωλολάτρες θεωρούσαν κατοικία των θεών.

Στο βουνό ο Κυπριανός έμαθε να εγείρει ανέμους και θύελλες, να καταστρέφει τα σπαρτά και να βλάπτει τους ανθρώπους, όσο επέτρεπε ο Θεός στους δαίμονες που ενεργούσαν μέσω αυτού. Εκεί νήστευε σαράντα ημέρες κάθε φορά, τρώγοντας μόνο μετά τη δύση του ηλίου, και τότε μόνο βελανίδια. Από παιδί έθετε την εγκράτεια και τον κόπο του στην υπηρεσία των ακαθάρτων πνευμάτων, που ζητούσαν τον χαμό του.

Έπειτα υπηρέτησε στους ναούς των θεαινών Ήρας και Αρτέμιδος, και στη Λακεδαίμονα, δηλαδή στη Σπάρτη, έμαθε μαγείες και φαντασίες με τις οποίες έκανε τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι οι νεκροί τους μιλούν από τα μνήματα. Στα είκοσί του ήλθε στη Μέμφιδα της Αιγύπτου και στα τριάντα στους Χαλδαίους, τους ειδωλολάτρες αστρολόγους της Βαβυλώνας, που του δίδαξαν να διαβάζει τα άστρα.

Στις ημέρες του αυτοκράτορα Δεκίου, στα μέσα του τρίτου αιώνα, ο Κυπριανός εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια. Ήταν πλέον τέλειος γνώστης κάθε κακίας. Ο Βίος του διασώζει την εξομολόγηση που έκανε όταν ήλθε στον Χριστό: είχε δει τον διάβολο πρόσωπο με πρόσωπο και είχε συνομιλήσει μαζί του. Ο διάβολος τον είχε επαινέσει μπροστά σε όλα τα ακάθαρτα πνεύματα που στέκονταν γύρω του και τον είχε εξαπατήσει με την υπόσχεση ότι, όταν ο Κυπριανός θα έβγαινε από το σώμα, θα τον έκανε άρχοντα, και ως τότε θα τον βοηθούσε σε όλα. Του είχε δώσει και ένα τάγμα δαιμόνων να τον υπηρετεί.

Στην πόλη ο Κυπριανός οδήγησε πολλούς ανθρώπους στην απώλεια. Άλλους θανάτωσε με δηλητήρια και μάγια, κι άλλους, ακόμη και παιδιά, τους έσφαξε ως θυσία στους δαίμονες. Οι ειδωλολάτρες τον τιμούσαν ως μεγάλο θύτη και πάνσοφο υπηρέτη των θεών. Σε αυτόν έτρεχαν οι άνθρωποι με τα πάθη τους: άλλοι ζητούσαν τη βοήθειά του για να ικανοποιήσουν τη σαρκική τους επιθυμία, άλλοι για να ξεσπάσουν τον θυμό τους, να σπείρουν έχθρα ή να εκδικηθούν.

Έτσι είχε κατέβει, ενώ ακόμη ζούσε, στα βάθη του άδη. Ο Θεός όμως, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, ευδόκησε να βγάλει κι αυτόν από την άβυσσο. Μέσω αυτού θα έδειχνε σε όλους ότι καμία αμαρτία δεν μπορεί να νικήσει τη φιλανθρωπία Του.

Πώς ήλθε η Ιουστίνα στον Χριστό

Την ίδια εποχή ζούσε στην Αντιόχεια μια παρθένος ονόματι Ιουστίνα. Ο πατέρας της, ο Αιδέσιος, ήταν ιερέας των ειδώλων, και η μητέρα της ονομαζόταν Κληδονία. Μια μέρα, καθώς καθόταν στο παράθυρο, η Ιουστίνα άκουσε τον διάκονο Πραΰλιο, που περνούσε από τον δρόμο και μιλούσε για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Έλεγε ότι γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, έκανε πολλά θαύματα, έπαθε για τη σωτηρία μας, αναστήθηκε από τους νεκρούς και αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Το κήρυγμα αυτό έπεσε στην καρδιά της σαν σπόρος σε καλό χώμα και αμέσως άρχισε να καρποφορεί. Η Ιουστίνα θα ήθελε να μάθει περισσότερα από τον διάκονο, αλλά η παρθενική της σεμνότητα δεν την άφηνε να τον αναζητήσει. Γι’ αυτό πήγαινε κρυφά στην εκκλησία και άκουγε εκεί τον λόγο του Θεού. Το Άγιο Πνεύμα ενεργούσε μέσα της, και η Ιουστίνα πίστεψε στον Χριστό.

Σύντομα έφερε στην πίστη και τη μητέρα της. Ο ηλικιωμένος Αιδέσιος άρχισε κι αυτός να αναρωτιέται πώς μπορούν να είναι θεοί είδωλα φτιαγμένα από ανθρώπινα χέρια, που δεν έχουν ούτε ψυχή ούτε πνοή. Μια νύχτα είδε στον ύπνο του πλήθος φωτοφόρων αγγέλων και ανάμεσά τους τον Χριστό, ο Οποίος του είπε: «Ελάτε σε Μένα, και θα σας δώσω την ουράνια βασιλεία». Μόλις ξύπνησε, ο Αιδέσιος πήγε με τη γυναίκα και την κόρη του στον Οπτάτο, τον χριστιανό επίσκοπο της πόλης. Ο επίσκοπος τούς δίδαξε την πίστη και βάπτισε και τους τρεις. Αργότερα χειροτόνησε τον Αιδέσιο πρεσβύτερο· εκείνος έζησε ακόμη ενάμιση χρόνο με καλά έργα και κοιμήθηκε μέσα στην πίστη.

Η Ιουστίνα αγαπούσε τον Χριστό ως Νυμφίο της και Του είχε αφιερώσει την παρθενία της. Τον υπηρετούσε με προσευχή, με νηστεία και με μεγάλη εγκράτεια. Ο διάβολος δεν μπορούσε να υποφέρει τέτοια ζωή και άρχισε να εγείρει εναντίον της πειρασμούς και θλίψεις.

Ο νέος Αγλαΐδας

Υπήρχε τότε στην πόλη ένας πλούσιος νέος ονόματι Αγλαΐδας, που περνούσε τη ζωή του μέσα στις απολαύσεις. Όταν είδε την Ιουστίνα να πηγαίνει στην εκκλησία, θαύμασε την ομορφιά της, και ο διάβολος άναψε στην καρδιά του ακάθαρτη επιθυμία. Στην αρχή την περίμενε στον δρόμο και προσπαθούσε να την κερδίσει με επαίνους και πανούργα λόγια, αλλά η παρθένος έφευγε από κοντά του. Έπειτα της έστειλε μήνυμα ότι θέλει να τη νυμφευθεί. Η Ιουστίνα απάντησε: «Νυμφίος μου είναι ο Χριστός· Αυτόν υπηρετώ και γι’ Αυτόν φυλάγω την αγνότητά μου. Αυτός φυλάει την ψυχή και το σώμα μου από κάθε μολυσμό».

Μην μπορώντας να την πείσει, ο Αγλαΐδας αποφάσισε να την αρπάξει. Μάζεψε μερικούς νέους διεφθαρμένους σαν κι αυτόν, και όλοι μαζί την παραφύλαξαν στον δρόμο από τον οποίο πήγαινε στην προσευχή. Εκεί την άρπαξαν και προσπάθησαν να τη σύρουν με τη βία στο σπίτι του. Η Ιουστίνα φώναζε με όλη της τη δύναμη, χτύπησε τον Αγλαΐδα στο στόμα και τον έφτυσε. Οι γείτονες έτρεξαν και τη γλίτωσαν από τα χέρια των αρπάγων, και ο νέος γύρισε ντροπιασμένος στο σπίτι του.

Τότε πήγε στον Κυπριανό και του υποσχέθηκε πολύ χρυσάφι και ασήμι, αν τον βοηθούσε. Ο Κυπριανός τον καθησύχασε και τον διαβεβαίωσε ότι η ίδια η παρθένος θα τον αναζητήσει και θα τον ποθήσει περισσότερο απ’ όσο την ποθούσε εκείνος.

Οι δαίμονες που στάλθηκαν εναντίον της παρθένου

Ο Κυπριανός άνοιξε τα βιβλία του και κάλεσε ένα ακάθαρτο πνεύμα, για το οποίο ήξερε ότι μπορεί να ανάψει γρήγορα τη σαρκική επιθυμία. Ο δαίμονας καυχήθηκε μπροστά του ότι είχε σείσει πόλεις, είχε διαλύσει οικογένειες και είχε ρίξει στην πορνεία ακόμη και μοναχούς που αγωνίζονταν στα βουνά με πολλή νηστεία. Έδωσε στον Κυπριανό ένα αγγείο με ένα υγρό και του είπε να στείλει τον Αγλαΐδα να ραντίσει κρυφά με αυτό το σπίτι της Ιουστίνας.

Η Ιουστίνα είχε τη συνήθεια να σηκώνεται κάθε νύχτα για προσευχή. Εκείνη τη νύχτα, ενώ προσευχόταν, ένιωσε ξαφνικά στο σώμα της ταραχή και θύελλα επιθυμίας, και ο λογισμός του Αγλαΐδα δεν της άφηνε ησυχία. Η παρθένος απορούσε και ντρεπόταν τον εαυτό της. Κατάλαβε όμως ότι ο πόλεμος αυτός ερχόταν από τον διάβολο. Αμέσως έκανε το σημείο του σταυρού και φώναξε από τα βάθη της καρδιάς της προς τον Χριστό, τον Νυμφίο της: «Εσύ γνωρίζεις, Κύριε ο Θεός μου, ότι εγώ, η δούλη Σου, φύλαξα για Σένα την αγνότητα του σώματός μου και σε Σένα εμπιστεύθηκα την ψυχή μου». Τον παρακαλούσε, ως τον καλό Ποιμένα, να φυλάξει το πρόβατό Του και να μην την παραδώσει στα θηρία που ζητούσαν να την καταβροχθίσουν. Έμεινε πολλή ώρα στην προσευχή, ώσπου ο δαίμονας έφυγε ντροπιασμένος. Η γαλήνη επέστρεψε στο σώμα και στην καρδιά της, και η Ιουστίνα δόξασε τον Θεό.

Η ταραχή την είχε κυριεύσει χωρίς τη θέλησή της. Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι ο λογισμός που έρχεται απρόσκλητος δεν είναι ακόμη αμαρτία· ο άνθρωπος αμαρτάνει μόνο όταν συγκατατεθεί σε αυτόν. Έτσι και η βία που υφίσταται κανείς από άλλους δεν μολύνει την ψυχή εκείνου που δεν συγκατατίθεται στο κακό.

Νικημένος, ο δαίμονας γύρισε στον Κυπριανό. Παρά τη θέλησή του, του είπε την αλήθεια: είχε δει πάνω στην παρθένο ένα σημείο που τον γέμισε φόβο.

Ο Κυπριανός έστειλε τότε έναν αγριότερο δαίμονα. Η Ιουστίνα αμύνθηκε με ακόμη θερμότερη προσευχή. Ντύθηκε με τρίχινο ρούχο και ταπείνωνε το σώμα της με νηστεία, τρεφόμενη μόνο με ψωμί και νερό. Και αυτός ο δαίμονας γύρισε νικημένος.

Την τρίτη φορά, ο Κυπριανός ζήτησε τη βοήθεια ενός από τους άρχοντες των δαιμόνων. Ο δαίμονας αυτός πήρε μορφή γυναίκας και μπήκε στο σπίτι της Ιουστίνας, προσποιούμενος ότι θέλει να μιμηθεί την αγνή ζωή της. Άρχισε να μιλά για τα θεία και τη ρώτησε ποιον μισθό θα λάβει για την παρθενία της. Η Ιουστίνα απάντησε ότι ο μισθός όσων ζουν με αγνότητα είναι μεγάλος και ανείπωτος. Τότε ο εχθρός φανέρωσε την πονηριά του. Τη ρώτησε πώς θα πληθυνόταν το ανθρώπινο γένος, αν η Εύα είχε φυλάξει την παρθενία της. Ανέφερε και τα λόγια της Γραφής που τιμούν τον γάμο. Ήταν λόγια αληθινά, γιατί ο Θεός ευλογεί τον γάμο, αλλά ο εχθρός τα διαστρέβλωνε για να κάνει την Ιουστίνα να παραβεί την υπόσχεση που είχε δώσει στον Χριστό.

Η Ιουστίνα αναγνώρισε αμέσως τον πλάνο. Ο Βίος της λέει ότι τον νίκησε εκεί όπου η Εύα είχε νικηθεί στον παράδεισο, γιατί δεν μπήκε σε συζήτηση μαζί του. Κατέφυγε χωρίς δισταγμό στον Σταυρό του Χριστού σαν σε λιμάνι: σφράγισε το μέτωπό της με το σημείο του σταυρού και ύψωσε την καρδιά της στον Θεό. Ο δαίμονας χάθηκε μέσα σε μια στιγμή, πιο ντροπιασμένος από τους προηγούμενους.

Ο Κυπριανός ρώτησε τον μεγάλο δαίμονα με ποια όπλα νικά η παρθένος τα ακάθαρτα πνεύματα. Αναγκασμένος από τη δύναμη του Θεού, ο εχθρός ομολόγησε: «Δεν μπορούμε να κοιτάξουμε το σημείο του σταυρού, αλλά φεύγουμε από αυτό, γιατί μας καίει σαν φωτιά και μας διώχνει μακριά».

Σε αυτούς τους αγώνες η Ιουστίνα κάλεσε σε βοήθεια και τη Θεοτόκο. Στον Όρθρο η Εκκλησία αφιερώνει στους αγίους της ημέρας έναν κανόνα, δηλαδή μια σειρά από ωδές με τα τροπάριά τους. Ο κανόνας των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης λέει ότι η παρθένος ενισχυόταν «τὴν ἁγνὴν Παρθένον καὶ κεχαριτωμένην σφόδρα ἱκετεύουσα».

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος διηγήθηκε την επιστροφή του Κυπριανού σε μια ομιλία που εκφώνησε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 380, όπου συγχέει τον βίο του Αντιοχέα με εκείνον του Αγίου Κυπριανού της Καρχηδόνος. Λέει ότι η παρθένος που προσπαθούσε να παρασύρει ο Κυπριανός ικέτευσε την Παρθένο Μαρία να βοηθήσει μια παρθένο που κινδύνευε, και αμύνθηκε με νηστεία και χαμευνία. Ο Άγιος Γρηγόριος είναι από τους πρώτους Αγίους Πατέρες που έγραψαν για την προσευχή προς τη Θεοτόκο.

Οι τελευταίες μαγείες του Κυπριανού

Για να παρηγορήσει τον Κυπριανό, ο διάβολος δοκίμασε ακόμη μια απάτη. Πήρε τη μορφή της Ιουστίνας και παρουσιάστηκε στον Αγλαΐδα. Ο νέος έτρεξε χαρούμενος να την αγκαλιάσει, αλλά μόλις την κάλεσε με το όνομά της, ο εχθρός χάθηκε ευθύς, γιατί δεν μπορούσε να υποφέρει ούτε το όνομα εκείνης στην οποία ενεργούσε η χάρη του Χριστού.

Ο Κυπριανός έδωσε τότε με μαγεία στον Αγλαΐδα μορφή πουλιού και τον έστειλε να πετάξει ως το παράθυρο της Ιουστίνας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η παρθένος κοίταξε έξω. Μόλις την είδε, ο δαίμονας που τον κρατούσε στον αέρα έφυγε, και η φαντασία διαλύθηκε. Ο Αγλαΐδας πιάστηκε με τα χέρια από την άκρη της στέγης και έμεινε κρεμασμένος. Θα είχε πέσει και θα είχε σκοτωθεί, αλλά με την προσευχή της Ιουστίνας κατέβηκε σώος.

Οργισμένος από τόσες ήττες, ο Κυπριανός έστρεψε τις μαγείες του εναντίον του σπιτιού της Ιουστίνας, των συγγενών και των γειτόνων της, όπως κάποτε ο διάβολος χτύπησε τον δίκαιο Ιώβ. Θανάτωσε τα ζώα τους και γέμισε πληγές τους υπηρέτες τους. Την ίδια την Ιουστίνα την έριξε στο κρεβάτι με αρρώστια. Η μητέρα της έκλαιγε πλάι της, αλλά η παρθένος την παρηγορούσε με τα λόγια του ψαλμού: «οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλὰ ζήσομαι καὶ ἐκδιηγήσομαι τὰ ἔργα Κυρίου» (Ψαλμ. 117, 17).

Με παραχώρηση Θεού, οι δαίμονες που έστειλε ο Κυπριανός έφεραν έπειτα αρρώστιες σε όλη την πόλη. Με τη δική τους ενέργεια διαδόθηκε και η φήμη ότι ο μεγάλος θύτης τιμωρεί την Αντιόχεια εξαιτίας της παρθένου που δεν του υποτάσσεται. Πολλοί επιφανείς πολίτες ήλθαν οργισμένοι στην Ιουστίνα και της ζήτησαν να παντρευτεί τον Αγλαΐδα, για να μην υποφέρει πια όλη η πόλη εξαιτίας της. Η Ιουστίνα τούς καθησύχασε και τους είπε ότι τα δεινά που έφεραν οι δαίμονες θα τελειώσουν σύντομα. Προσευχήθηκε θερμά στον Θεό, και η διαβολική δύναμη χάθηκε και όλοι οι άρρωστοι θεραπεύθηκαν.

Στον Όρθρο διαβάζεται και το Συναξάριο, μια σύντομη διήγηση για τους αγίους που τιμώνται εκείνη την ημέρα. Για την Ιουστίνα το Συναξάριο λέει ότι διέλυσε όλα τα δαιμονικά έργα του μάγου σαν ιστό αράχνης.

Ο λαός δόξαζε πλέον τον Χριστό και περιγελούσε τον Κυπριανό και την τέχνη του. Ο Κυπριανός ντρεπόταν να φανεί ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η επιστροφή του Κυπριανού

Τότε ο Κυπριανός συνήλθε, γιατί κατάλαβε ότι τίποτε δεν μπορεί να νικήσει το σημείο του σταυρού και το όνομα του Χριστού. Επέπληξε τον διάβολο και τον ονόμασε πλάνο όλων. Του είπε ότι τώρα γνωρίζει την αδυναμία του: ένα πνεύμα που φοβάται ακόμη και τη σκιά του σταυρού και τρέμει το όνομα του Χριστού δεν θα μπορέσει να σταθεί μπροστά στον ίδιο τον Χριστό. Έπειτα τον έδιωξε από κοντά του, λέγοντάς του ότι από τώρα θα τρέξει ο ίδιος στους χριστιανούς και θα τους παρακαλέσει να τον ελεήσουν.

Ο διάβολος όρμησε πάνω του για να τον σκοτώσει. Τον χτυπούσε και άρχισε να τον πνίγει, και ο Κυπριανός δεν είχε από πού να περιμένει βοήθεια. Τότε θυμήθηκε το σημείο του σταυρού με το οποίο αμυνόταν η Ιουστίνα και φώναξε: «Θεέ της Ιουστίνας, βοήθησε κι εμένα!». Σήκωσε το χέρι του και έκανε τον σταυρό του, και ο διάβολος έφυγε από κοντά του γρήγορα σαν βέλος. Ο Κυπριανός πήρε θάρρος, επικαλούνταν το όνομα του Χριστού και σφράγιζε συνεχώς τον εαυτό του με τον σταυρό. Ο εχθρός στεκόταν μακριά και δεν τολμούσε πια να πλησιάσει, αλλά τον απείλησε: «Δεν θα σε γλιτώσει ο Χριστός από τα χέρια μου!». Έπειτα έφυγε βρυχώμενος σαν λιοντάρι.

Ο Κυπριανός πήρε όλα τα μαγικά του βιβλία και έτρεξε στον Άνθιμο, τον επίσκοπο των χριστιανών. Έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να τον ελεήσει και να τον βαπτίσει. Ο επίσκοπος τον γνώριζε ως τον μεγάλο μάγο που τον φοβούνταν όλοι και νόμισε ότι ήλθε με δόλο. Γι’ αυτό τον απομάκρυνε και τον συμβούλεψε να μην κάνει και ανάμεσα στους χριστιανούς τα κακά που έκανε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες. Ο Κυπριανός άρχισε να κλαίει και του εξομολογήθηκε όλες τις ανομίες του. Του έδωσε τα βιβλία και τον παρακάλεσε να τα κάψει. Βλέποντας την ταπείνωσή του, ο επίσκοπος τον δίδαξε την πίστη και του είπε να ετοιμαστεί για το Βάπτισμα. Τα βιβλία τα έκαψε μπροστά σε όλους τους χριστιανούς της πόλης.

Κάποτε, στην Έφεσο, όπου κήρυττε ο Άγιος Απόστολος Παύλος, μερικοί Ιουδαίοι εξορκιστές που περιφέρονταν από τόπο σε τόπο επιχείρησαν να επικαλεστούν το όνομα του Κυρίου Ιησού πάνω σε όσους είχαν πονηρά πνεύματα, λέγοντας: «ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν Ἰησοῦν ὃν ὁ Παῦλος κηρύσσει». Το πονηρό πνεύμα τους απάντησε: «τὸν Ἰησοῦν γινώσκω καὶ τὸν Παῦλον ἐπίσταμαι· ὑμεῖς δὲ τίνες ἐστέ;», και ο άνθρωπος που είχε το πονηρό πνεύμα όρμησε πάνω τους και τους νίκησε (Πράξ. 19, 13–16). Το όνομα του Χριστού ενεργεί σε όσους είναι δικοί Του. Μετά το γεγονός αυτό, πολλοί από όσους είχαν πιστέψει έρχονταν και εξομολογούνταν τις πράξεις τους, και «ἱκανοὶ δὲ τῶν τὰ περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες τὰς βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων» (Πράξ. 19, 19).

Ο Κυπριανός γύρισε στο σπίτι του με συντετριμμένη καρδιά. Έκλαψε για τις αμαρτίες του, έριξε στάχτη στο κεφάλι του και παρακάλεσε τον Θεό να τον καθαρίσει. Την επομένη μπήκε στην εκκλησία και άκουσε με χαρά τον λόγο του Θεού, στεκόμενος ανάμεσα στους πιστούς.

Εκείνη την εποχή, στη Θεία Λειτουργία, οι κατηχούμενοι, δηλαδή όσοι ετοιμάζονταν να λάβουν το Βάπτισμα, έβγαιναν από τον ναό όταν τους το πρόσταζε ο διάκονος, και μέσα έμεναν μόνο οι βαπτισμένοι. Όταν ήλθε η στιγμή αυτή, οι άλλοι κατηχούμενοι βγήκαν, αλλά ο Κυπριανός έμεινε στη θέση του και είπε στον διάκονο: «Είμαι δούλος του Χριστού· μη με διώχνεις από εδώ». Ο διάκονος τού απάντησε ότι πρέπει να βγει, γιατί δεν έχει λάβει ακόμη το Βάπτισμα. Τότε ο Κυπριανός είπε: «Ζει ο Χριστός, ο Θεός μου, που με φύλαξε από τον διάβολο, φύλαξε αγνή την παρθένο Ιουστίνα και με ελέησε· δεν θα με διώξεις από την εκκλησία, ώσπου να γίνω τέλειος χριστιανός». Με τη φράση «τέλειος χριστιανός» ο Κυπριανός εννοούσε τον χριστιανό που αναγεννήθηκε με το Βάπτισμα. Ο επίσκοπος έμαθε τι συνέβη και, βλέποντας τον ζήλο του, τον βάπτισε αμέσως στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Όταν το άκουσε, η Ιουστίνα ευχαρίστησε τον Θεό, μοίρασε πολλή ελεημοσύνη στους φτωχούς και πρόσφερε δώρα στην εκκλησία.

Σε λίγο καιρό ο επίσκοπος τον κατέταξε στον κλήρο και τον προήγαγε βαθμηδόν ως τον διάκονο, και ύστερα από ένα χρόνο τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ο Κυπριανός έκανε τη ζωή του όλο και αυστηρότερη και έκλαιγε αδιάκοπα για τα παλαιά του έργα. Αργότερα έγινε επίσκοπος και ποίμανε με σοφία το ποίμνιό του. Την Ιουστίνα την κατέστησε διακόνισσα και της εμπιστεύθηκε την καθοδήγηση μιας αδελφότητας παρθένων αφιερωμένων στον Θεό. Στους πρώτους αιώνες οι διακόνισσες ήταν λειτουργοί της Εκκλησίας που βοηθούσαν τις γυναίκες στο Βάπτισμα και τις φρόντιζαν. Με τη ζωή και τη διδασκαλία του Κυπριανού, πολλοί ειδωλολάτρες εγκατέλειψαν τα είδωλα και ήλθαν στον Χριστό.

Το μαρτύριο

Ο διάβολος έτριζε τα δόντια του βλέποντας τον ζήλο του Κυπριανού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ξεσήκωσε τους ειδωλολάτρες να καταγγείλουν τον Κυπριανό και την Ιουστίνα στον Ευτόλμιο, τον άρχοντα που κυβερνούσε τότε εκείνα τα μέρη της Ανατολής. Τους κατηγόρησαν ότι είναι εχθροί των θεών και του αυτοκράτορα, ότι ταράζουν τον λαό και οδηγούν τους ανθρώπους να προσκυνούν τον εσταυρωμένο Χριστό. Ζήτησαν να τιμωρηθούν και οι δύο με θάνατο. Ο άρχοντας διέταξε να τους συλλάβουν και τους οδήγησε στη Δαμασκό για να τους δικάσει.

Εκεί ρώτησε τον Κυπριανό γιατί απαρνήθηκε τη δόξα που είχε ως ξακουστός υπηρέτης των θεών. Ο Κυπριανός τού διηγήθηκε τα πάντα με τη σειρά: πώς γνώρισε την αδυναμία και την απάτη των δαιμόνων, πώς έμαθε τη δύναμη του Χριστού, τον Οποίο όλοι οι δαίμονες φοβούνται και τρέμουν, και πώς χάνονται μπροστά στο σημείο του σταυρού. Του είπε ακόμη ότι είναι έτοιμος να πεθάνει για τον Χριστό.

Ο άρχοντας δεν δέχθηκε αυτά τα λόγια στην καρδιά του. Διέταξε να κρεμάσουν τον Κυπριανό και να ξεσχίσουν το σώμα του, και να χτυπήσουν την Ιουστίνα στο στόμα και στα μάτια. Πολύ καιρό τους βασάνιζαν, αλλά εκείνοι ομολογούσαν αδιάκοπα τον Χριστό και υπέμεναν τους πόνους με ευχαριστία. Αφού τους κράτησαν στη φυλακή και προσπάθησαν με ήπια λόγια να τους παρασύρουν στην προσκύνηση των ειδώλων, τους έριξαν σε έναν λέβητα με νερό πάνω στη φωτιά. Το νερό έβραζε, αλλά δεν τους έβλαψε καθόλου, και εκείνοι δόξαζαν τον Θεό σαν να βρίσκονταν σε δροσιά.

Ένας ιερέας των ειδώλων, ονόματι Αθανάσιος, είπε τότε ότι θα μπει κι αυτός σε εκείνη τη φωτιά, στο όνομα του θεού Ασκληπιού, για να καταντροπιάσει εκείνους που θεωρούσε μάγους. Μόλις άγγιξε τη φωτιά, έπεσε νεκρός παρευθύς. Κυριευμένος από φόβο, ο άρχοντας δεν θέλησε πια να τους δικάσει. Τους έστειλε στον αυτοκράτορα, στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, και του έγραψε για όλα όσα συνέβησαν. Ο αυτοκράτορας τούς καταδίκασε σε αποκεφαλισμό με ξίφος.

Στον τόπο της εκτέλεσης, ο Κυπριανός ζήτησε να θανατωθεί η Ιουστίνα πριν από αυτόν και να του αφήσουν λίγο χρόνο για προσευχή. Φοβόταν μήπως η παρθένος τρομάξει βλέποντάς τον να πεθαίνει. Η Ιουστίνα έσκυψε με χαρά το κεφάλι της κάτω από το ξίφος και πήγε στον Νυμφίο της, τον Χριστό. Ο Κυπριανός, που κάποτε έστελνε δαίμονες εναντίον της, αγρυπνούσε τώρα πλάι της ως την ώρα του θανάτου της, για να μην κλονιστεί η ψυχή της.

Κάποιος ονόματι Θεόκτιστος, που έβλεπε αυτόν τον άδικο θάνατο, κυριεύθηκε από μεγάλη λύπη. Φλεγόμενος από αγάπη για τον Θεό, γονάτισε πλάι στον Κυπριανό, τον ασπάστηκε και ομολόγησε ότι είναι χριστιανός. Καταδικάστηκε επιτόπου και αποκεφαλίστηκε μαζί με τον Κυπριανό. Έτσι παρέδωσαν τις ψυχές τους στα χέρια του Θεού.

Τα σώματά τους έμειναν άταφα έξι ημέρες. Κάποιοι ξένοι τα πήραν κρυφά και τα μετέφεραν στη Ρώμη, όπου τα εμπιστεύθηκαν σε μια ευσεβή γυναίκα ονόματι Ρουφίνα, από το γένος του Κλαυδίου Καίσαρα. Εκείνη έθαψε με τιμή τους μάρτυρες Κυπριανό, Ιουστίνα και Θεόκτιστο, και στον τάφο τους θεραπεύθηκαν πολλοί άρρωστοι. Τεμάχια από τα άγια λείψανά τους βρίσκονται σήμερα σε πολλούς τόπους, ανάμεσά τους και στη μονή που είναι αφιερωμένη σε αυτούς στη Φυλή, κοντά στην Αθήνα.

Η βοήθεια των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης

Από παλιά οι πιστοί προστρέχουν στους Αγίους Κυπριανό και Ιουστίνα όταν τους ταράζει η ενέργεια του διαβόλου και όταν φοβούνται τις μαγείες. Ο κανόνας τους ψάλλει ότι η χάρη που κατοικούσε στον Κυπριανό νικά τις φάλαγγες των δαιμόνων και διώχνει τις ασθένειες των αρρώστων.

Ο Κυπριανός είχε στηριχθεί σε βιβλία, σε φίλτρα και σε μια τέχνη που μάθαινε μια ολόκληρη ζωή. Η Ιουστίνα δεν είχε άλλα όπλα παρά εκείνα που δίνει η Εκκλησία σε κάθε πιστό: την προσευχή και τη νηστεία, το σημείο του σταυρού, το όνομα του Χριστού και τη βοήθεια της Θεοτόκου. Με αυτά παρέδιδε τον εαυτό της στον Νυμφίο της, κι Εκείνος ενεργούσε μέσα της και την προστάτευε. Και ο Κυπριανός νήστευε από παιδί, αλλά η εγκράτεια που αφιέρωνε στους δαίμονες τον βύθιζε όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι.

Ένας ύμνος της ακολουθίας τους απευθύνεται στην Ιουστίνα: «ἐπῳδαῖς ταῖς τοῦ δαίμονος, τὰς ᾠδὰς τὰς τοῦ Πνεύματος, καὶ Σταυροῦ τὸ τρόπαιον ἀντιτάξασα, τὴν παρθενίαν ἐτήρησας». Στον αγώνα της εκπληρώθηκαν τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου: «Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι» (Α΄ Κορ. 1, 18).

Ο Μέγας Αθανάσιος διηγείται στον Βίο του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου πώς ο Αντώνιος είπε κάποτε σε ειδωλολάτρες φιλοσόφους: «Καὶ ἔνθα τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ γίνεται, ἀσθενεῖ μὲν μαγεία, οὐκ ἐνεργεῖ δὲ φαρμακεία». Έπειτα επικαλέστηκε το όνομα του Χριστού και σφράγισε με τον σταυρό μερικούς ανθρώπους που βασανίζονταν από δαίμονες, και αμέσως θεραπεύθηκαν. Όταν οι φιλόσοφοι θαύμασαν, ο Όσιος Αντώνιος τους είπε: «Τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ; οὐκ ἐσμὲν ἡμεῖς οἱ ποιοῦντες, ἀλλ’ ὁ Χριστός ἐστιν, ὁ διὰ τῶν εἰς αὐτὸν πιστευόντων ταῦτα ποιῶν».

Στην Κλίμακα, το βιβλίο του για την πνευματική άνοδο προς τον Θεό, ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης λέει σε όποιον κυριεύεται από άνανδρη δειλία: «καταλαβὼν, τὰς χεῖρας διαπέτασον, Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους· οὐ γάρ ἐστιν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἰσχυρότερον ὅπλον». Με αυτό το όπλο αγωνίστηκε και η παρθένος της Αντιοχείας στις νύχτες της προσευχής της.

Ο Κυπριανός βγήκε από τη δουλεία του διαβόλου με τη μετάνοια: εξομολογήθηκε τα έργα του, τα έκλαψε και έλαβε το Βάπτισμα. Ο κανόνας τού απευθύνεται με αυτά τα λόγια: «Κακίας τὸν πυθμένα τὸν κάτω κατείληφας, τῆς ἀκροτάτης δὲ πάλιν ἀρετῆς ἀνῆλθες, Πάτερ, εἰς ὕψος, παραδόξως ἀλλοιωθεὶς τῷ θείῳ βαπτίσματι». Το Συναξάριο αρχίζει με τους στίχους: «Ἀλγεῖ Σατανᾶς, τὸν πάλαι φίλον βλέπων, / Ξίφει φιλοῦντα συνθανεῖν Ἰουστίνῃ».

Η Ιουστίνα νίκησε τους δαίμονες χωρίς να μισήσει τους ανθρώπους που την καταδίωκαν. Προσευχήθηκε για τον Αγλαΐδα όταν κρεμόταν από τη στέγη του σπιτιού της και προσευχήθηκε για την πόλη που ήθελε να την αναγκάσει σε γάμο. Ο Κυπριανός, που κάποτε την πολεμούσε με μαγείες, έγινε αδελφός της στην πίστη και στο μαρτύριο.

Η ζωή τους μας καλεί να αναθέτουμε τον εαυτό μας στον Χριστό σε κάθε θλίψη, χωρίς να υποψιαζόμαστε μαγεία σε καθετί που μας συμβαίνει. Η Ιουστίνα προσκολλήθηκε σε Αυτόν με όλη της την καρδιά, ο Κυπριανός ήλθε σε Αυτόν κλαίγοντας τις αμαρτίες του, και οι δύο βρήκαν σε Αυτόν τη νίκη. Ο Χριστός τούς επέτρεψε να περάσουν από βασανιστήρια και από το ξίφος, αλλά τους ενίσχυσε στους πειρασμούς και τους κράτησε σταθερούς ως τον θάνατο.

Στην ακολουθία τους ψάλλεται και ένα κοντάκιο, δηλαδή ένας σύντομος ύμνος που συνοψίζει το νόημα της εορτής. Με αυτό προσεύχεται η Εκκλησία την ημέρα της μνήμης τους:

Ἐκ τέχνης μαγικῆς, ἐπιστρέψας θεόφρον, πρὸς γνῶσιν θεϊκήν, ἀνεδείχθης τῷ κόσμῳ, ἀκέστωρ σοφώτατος, τὰς ἰάσεις δωρούμενος, τοῖς τιμῶσί σε, Κυπριανὲ σὺν Ἰουστίνῃ· μεθ’ ἧς πρέσβευε, τῷ Φιλανθρώπῳ Δεσπότῃ, σωθῆναι τοὺς δούλους σου.

Διαβάστε επίσης

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.