Τι γνώρισε ο Αδάμ; Η πτώση του ανθρώπου κατά τους Αγίους Πατέρες

Τι γνώρισε ο Αδάμ μετά την πτώση; Οι Άγιοι Πατέρες για την παρακοή, τον θάνατο και την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό διά του Χριστού.

Ο Αδάμ και η Εύα δίπλα στο δέντρο στον Παράδεισο — εικονογράφηση βυζαντινού ύφους
Εικονογράφηση βυζαντινού ύφους με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.

Το βιβλίο της Γενέσεως διηγείται ότι οι πρώτοι άνθρωποι, ο Αδάμ και η Εύα, έφαγαν από το δέντρο από το οποίο ο Θεός τούς είχε προστάξει να μη φάνε. Η Εκκλησία ονομάζει αυτή την παρακοή πτώση του ανθρώπου, γιατί μέσω αυτής ο άνθρωπος έπεσε από τη ζωή που είχε μαζί με τον Θεό στον Παράδεισο.

Συνηθίζουμε να λέμε ότι ο Αδάμ δάγκωσε ένα μήλο. Η Γραφή όμως δεν λέει τι είδους καρπός ήταν· μιλά μόνο για τον καρπό του δέντρου της γνώσεως του καλού και του κακού. Οι Άγιοι Πατέρες δεν στέκονται στον καρπό. Κοιτάζουν αυτό που συνέβη τότε στην καρδιά του ανθρώπου.

Για τους Πατέρες, η πτώση σήμαινε τη διάρρηξη του δεσμού αγάπης και υπακοής με τον οποίο ο άνθρωπος αντλούσε τη ζωή του από τον Θεό. Ο όφις είχε υποσχεθεί στους ανθρώπους ότι, τρώγοντας από το δέντρο, θα γίνονταν «ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν» (Γεν. 3:5). Η γνώση όμως που έλαβε ο Αδάμ ήταν η εμπειρία του κακού, την οποία έμαθε χάνοντας το καλό.

Ο Αδάμ πριν από την πτώση

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του (Γεν. 1:26). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξηγεί ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού με τον νου και το αυτεξούσιο, και καθ’ ομοίωση με την αρετή, όσο του είναι δυνατόν. Την εικόνα την έλαβε μαζί με τη ζωή, ενώ προς την ομοίωση καλούνταν να αυξηθεί, εργαζόμενος με τα δώρα που είχε λάβει.

Ο Αδάμ όμως δεν ήταν άνθρωπος που είχε φτάσει στο τέλος του δρόμου. Ο Θεόφιλος, επίσκοπος Αντιοχείας τον δεύτερο αιώνα, γράφει ότι ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο στον Παράδεισο «δίνοντάς του αφορμή προκοπής, ώστε, αυξανόμενος και γινόμενος τέλειος, και μάλιστα αναδεικνυόμενος θεός, να ανέβει έτσι στον ουρανό, έχοντας την αθανασία». Ο ίδιος Θεόφιλος λέει ότι ο άνθρωπος δεν πλάστηκε από τη φύση του ούτε θνητός ούτε αθάνατος: «Αν τον είχε κάνει αθάνατο από την αρχή, θα τον είχε κάνει θεό. Κι αν τον είχε κάνει θνητό, θα φαινόταν ότι ο Θεός είναι αίτιος του θανάτου του». Ο άνθρωπος πλάστηκε ικανός να δεχθεί το ένα ή το άλλο. Τηρώντας την εντολή, θα λάμβανε από τον Θεό την αθανασία ως μισθό και θα γινόταν θεός. Παραβαίνοντάς την, θα γινόταν ο ίδιος αίτιος του θανάτου του.

Για την κατάσταση των πρώτων ανθρώπων η Γραφή λέει: «καὶ ἦσαν οἱ δύο γυμνοί, ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο» (Γεν. 2:25). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει αυτά τα λόγια στην ΙΕ΄ ομιλία του Εις την Γένεσιν. Λέει ότι, όσο η αμαρτία και η παρακοή δεν είχαν ακόμη εισέλθει, οι δύο ήταν ντυμένοι με την «άνωθεν δόξα», που δεν τους άφηνε να ντρέπονται. Η ντροπή και η συνείδηση της γύμνιας μπήκαν μόνο μετά την παράβαση της εντολής. Σε άλλη ομιλία του λέει ότι η άνωθεν δόξα τούς σκέπαζε καλύτερα από κάθε ένδυμα.

Ο άγιος Διάδοχος Φωτικής είναι ένας από τους Πατέρες που περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, τη συλλογή κειμένων για την προσευχή και τη νήψη, δηλαδή την εγρήγορση του νου απέναντι στους λογισμούς. Δείχνει ότι η Εύα, όσο φύλαγε την εντολή στον νου της, ήταν σκεπασμένη από τις πτέρυγες της θείας αγάπης και γι’ αυτό δεν γνώριζε τη γύμνια της.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει ότι ο Θεός τίμησε τον άνθρωπο με το δώρο του αυτεξουσίου, «για να είναι το αγαθό δικό του από προαίρεση», όχι λιγότερο απ’ ό,τι Εκείνου που είχε σπείρει μέσα του τα σπέρματα του αγαθού.

Το δέντρο της γνώσεως και η εντολή

Στη μέση του Παραδείσου βρίσκονταν το δέντρο της ζωής και το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού (Γεν. 2:9). Στον Αδάμ ο Θεός έδωσε μία μόνο εντολή: «ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2:17).

Οι Άγιοι Πατέρες δείχνουν ότι το δέντρο αυτό δεν ήταν κακό. Ο Θεόφιλος Αντιοχείας γράφει: «Το δέντρο της γνώσεως ήταν καλό, και ο καρπός του ήταν καλός. Γιατί δεν ήταν το δέντρο που είχε μέσα του τον θάνατο, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά η παρακοή». Προσθέτει ότι στον καρπό δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά γνώση, και η γνώση είναι καλή όταν κάποιος τη χρησιμοποιεί όπως πρέπει. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει το ίδιο και ελέγχει όσους νομίζουν ότι ο Θεός απαγόρευσε το δέντρο από φθόνο. Όποιος σκέφτεται έτσι, λέει, μιμείται τον όφι.

Γιατί λοιπόν ο Θεός απαγόρευσε στον Αδάμ αυτό το δέντρο; Ο άγιος Γρηγόριος απαντά ότι το δέντρο θα ήταν καλό αν ο άνθρωπος το γευόταν στον κατάλληλο καιρό: «Γιατί το δέντρο ήταν, κατά τη δική μου αντίληψη, η θεωρία, στην οποία μπορούν να εισέλθουν ακίνδυνα μόνο όσοι έχουν φτάσει σε τέλεια έξη. Δεν είναι καλή για όσους είναι ακόμη απλούστεροι και λαίμαργοι, όπως ούτε η στερεή τροφή είναι καλή για όσους είναι ακόμη τρυφεροί και χρειάζονται γάλα». Θεωρία οι Πατέρες ονομάζουν την πνευματική ενόραση των θείων. Ο Θεόφιλος χρησιμοποιεί την ίδια παρομοίωση. Λέει ότι ο Αδάμ ήταν «ακόμη νήπιος στην ηλικία» και ότι, όπως ένα παιδί δεν μπορεί να φάει ψωμί μόλις γεννηθεί, αλλά τρέφεται πρώτα με γάλα, έτσι θα γινόταν και με εκείνον.

Η εντολή λοιπόν ήταν σχολείο για την ελευθερία του ανθρώπου. Ο άγιος Γρηγόριος λέει ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο αυτόν τον νόμο «ως ύλη για το αυτεξούσιο», και τον ονομάζει ένα είδος παιδαγωγίας των ψυχών μας, χαλινό της απολαύσεως. Η εντολή αυτή ήταν συγχρόνως νηστεία. Ο Μέγας Βασίλειος λέει, στην πρώτη ομιλία του περί νηστείας, ότι η νηστεία είναι συνομήλικη με την ανθρωπότητα, γιατί δόθηκε ως νόμος ήδη στον Παράδεισο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει για μας, τους απογόνους του Αδάμ: «Νηστέψαμε, επειδή δεν θελήσαμε να νηστέψουμε, νικημένοι από το δέντρο της γνώσεως».

Σε τι συνίστατο η πτώση

Ο όφις πρώτα αμφισβήτησε τον λόγο του Θεού. Έπειτα έβαλε στην καρδιά της γυναίκας την υποψία ότι ο Θεός κρατά τους ανθρώπους μακριά από κάποιο αγαθό: «οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν» (Γεν. 3:4-5).

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δείχνει ότι ο διάβολος έκρυψε τον φθόνο του κάτω από το προσωπείο μιας προσποιητής ευμένειας. Έτσι έπεισε τον άνθρωπο να στρέψει την επιθυμία του από τον Θεό σε ένα κτιστό πράγμα. Ο πρώτος άνθρωπος, λέει ο άγιος Μάξιμος, αρρώστησε από την άγνοια της δικής του Αιτίας, δηλαδή του Θεού, από τον Οποίο είχε λάβει το είναι. Ακολουθώντας τη συμβουλή του όφεως, θεώρησε ότι αυτό από το οποίο η εντολή τού απαγόρευε να φάει ήταν ο ίδιος ο Θεός.

Η υπόσχεση του όφεως έκρυβε πλάνη. Ο ίδιος ο Θεός ήθελε ο άνθρωπος να γίνει θεός κατά χάριν. Αυτή την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό οι Πατέρες την ονομάζουν θέωση. Ο άγιος Μάξιμος λέει ότι ο Θεός είχε απαγορεύσει το δέντρο, ίσως, μόνο για ένα διάστημα. Ο άνθρωπος έπρεπε πρώτα να γνωρίσει, κατά χάριν, την Αιτία της υπάρξεώς του, και έπειτα, αφού θα είχε θεωθεί, θα μπορούσε να θεωρεί την κτίση μαζί με τον Θεό, χωρίς κίνδυνο. Ο Αδάμ θέλησε να φτάσει στον ίδιο σκοπό από άλλο δρόμο. Σε άλλο έργο του ο άγιος Μάξιμος λέει ότι ο Αδάμ ζήτησε να οικειοποιηθεί μέσω των αισθήσεων τα του Θεού «χωρίς τον Θεό, πριν από τον Θεό και όχι κατά Θεόν».

Ο Μέγας Αθανάσιος μιλά με τον ίδιο τρόπο για όλους τους ανθρώπους. Απορρίπτοντας τα αιώνια και στρεφόμενοι, με τη συμβουλή του διαβόλου, προς τα φθαρτά, οι άνθρωποι «έγιναν οι ίδιοι αίτιοι της εν θανάτω φθοράς τους». Με τη λέξη φθορά οι Πατέρες εννοούν τη διάλυση της φύσεως, που οδηγεί στον θάνατο. Ο άνθρωπος ήταν φθαρτός από τη φύση του, επειδή είχε έλθει στην ύπαρξη εκ του μη όντος. Η χάρη όμως του Λόγου του Θεού, δηλαδή του Υιού, της οποίας μετείχε, θα τον φύλαγε από τη φθορά, αν είχε μείνει καλός. Ο άνθρωπος δεν είχε την αθανασία από τον εαυτό του. Μπορούσε να τη λάβει μόνο από τον Θεό, μένοντας σε Εκείνον.

Η πτώση λοιπόν άρχισε από μέσα, στην καρδιά, πριν απλωθεί το χέρι προς το δέντρο. Η Γραφή περιγράφει την πορεία της: «καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ’ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον» (Γεν. 3:6). Ο άγιος Διάδοχος Φωτικής λέει ότι η Εύα είναι η πρώτη που μας διδάσκει ότι η όραση, η γεύση και οι άλλες αισθήσεις, όταν χρησιμοποιούνται χωρίς μέτρο, απομακρύνουν την καρδιά από τη μνήμη του Θεού. Μνήμη του Θεού είναι η αδιάλειπτη ενθύμησή Του. Αφού η Εύα κοίταξε το δέντρο με πόθο, το άγγιξε με επιθυμία και γεύτηκε τον καρπό του, όλη η επιθυμία της στράφηκε σε ό,τι είχε μπροστά στις αισθήσεις της.

Τι γνώρισε ο Αδάμ

Ο όφις είχε υποσχεθεί ότι θα ανοίξουν τα μάτια τους. Η Γραφή λέει: «καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα» (Γεν. 3:7). Τα μάτια τους άνοιξαν, αλλά το πρώτο πράγμα που είδαν ήταν η δική τους γύμνια. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει για τον Αδάμ: «Και το πρώτο που γνώρισε ήταν η δική του ντροπή, και κρύφτηκε από τον Θεό».

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δείχνει ότι ο Αδάμ ήξερε να διακρίνει το καλό από το κακό και πριν από την πτώση. Αλλιώς ο Θεός δεν θα του είχε δώσει εντολή. Το δέντρο πήρε το όνομά του από όσα συνέβησαν κοντά του. Αφού έφαγαν, οι δύο γυμνώθηκαν από την άνωθεν δόξα και γνώρισαν την αμαρτία και τη ντροπή.

Στη γλώσσα της Γραφής, το «γνωρίζω» σημαίνει συχνά «ζω κάτι», όχι απλώς «έχω πληροφορίες γι’ αυτό». Ως τότε ο Αδάμ γνώριζε το καλό, ζώντας το μέσα στον Θεό. Τώρα γνώρισε και το κακό, με τον ίδιο τρόπο: από την πείρα.

Ο άγιος Μάξιμος λέει ότι ο άνθρωπος, αποκομμένος από τη γνώση του Θεού, περιορίστηκε να γνωρίζει τα ορατά με τις αισθήσεις. Όπως τα άλογα ζώα, έμαθε από την πείρα ότι το σώμα του ζει από τα ορατά πράγματα: από την τροφή, από το νερό και από τον αέρα. Γι’ αυτό έκανε τον ορατό κόσμο θεό. Δεμένος με το σώμα, έβαλε όλο τον ζήλο του στο να το φροντίζει και να του προσφέρει απολαύσεις. Έτσι ο άνθρωπος λάτρεψε την κτίση αντί για τον Κτίστη. Από τότε τρώει αδιάκοπα από το δέντρο της παρακοής. Κάθε φορά που ζητεί τη ζωή στα κτίσματα, χωρίς τον Θεό, γεύεται ξανά από τον απαγορευμένο καρπό. Ο καρπός αυτός του δίνει, μέσω των αισθήσεων, μια γνώση όπου το καλό και το κακό είναι αναμεμειγμένα σε ένα. Το καλό της κτίσεως το λαμβάνει αναμεμειγμένο με το κακό: την ηδονή με την οδύνη, τη ζωή με τον θάνατο.

Ο ίδιος Πατέρας δείχνει ότι η ορατή κτίση μπορεί δικαίως να ονομαστεί δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού. Όταν τη θεωρεί κανείς πνευματικά, δίνει τη γνώση του καλού, γιατί οδηγεί τον άνθρωπο στον Θεό. Όταν τη δέχεται κανείς σαρκικά, μόνο για την ηδονή των αισθήσεων, δίνει τη γνώση του κακού και γίνεται διδάσκαλος των παθών. Πάθη είναι οι νοσηρές ορμές της ψυχής, που υποδουλώνουν τον άνθρωπο και τον κάνουν να ξεχνά τα θεία.

Ο φόβος και η απόκρυψη

Όταν άκουσαν τον Κύριο τον Θεό να περπατά στον Παράδεισο το δειλινό, ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν ανάμεσα στα δέντρα (Γεν. 3:8). «Καὶ ἐκάλεσε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» Ο Αδάμ απάντησε: «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην» (Γεν. 3:9-10).

Ο Θεόφιλος Αντιοχείας λέει ότι στον Παράδεισο ο Λόγος του Θεού συνομιλούσε με τον Αδάμ. Τώρα ο Αδάμ φεύγει από τη φωνή Του. Ο φόβος πήρε τη θέση της εμπιστοσύνης, και η ντροπή που γνώρισε πρώτα τον κάνει να κρύβεται από Εκείνον που τον έπλασε.

Η ευθύνη που ρίχνεται σε άλλον

Ο Θεός ρώτησε τον Αδάμ πού είναι, όχι επειδή δεν το ήξερε. Ο Θεόφιλος Αντιοχείας λέει ότι ο Θεός, ως μακρόθυμος, «του έδωσε αφορμή μετανοίας και εξομολογήσεως». Η απάντηση όμως του Αδάμ φανερώνει μια νέα πληγή: «ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον» (Γεν. 3:12). Ο Αδάμ ρίχνει την ευθύνη στη γυναίκα, και με τα λόγια «ἣν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ» τη στρέφει ακόμη και προς τον Θεό. Η γυναίκα με τη σειρά της λέει ότι ο όφις την εξαπάτησε (Γεν. 3:13). Ο άνθρωπος που υπάκουε στον Θεό με απλότητα νηπίου δεν βρίσκει πια μέσα του τη λέξη «ήμαρτον».

Η ηδονή και η οδύνη

Ο άγιος Μάξιμος περιγράφει ό,τι συνέβη έπειτα στον άνθρωπο σαν δεσμό που σφίγγει όλο και περισσότερο. Όσο ο άνθρωπος γνώριζε τα ορατά μόνο με τις αισθήσεις, τόσο περισσότερο δενόταν με την άγνοια του Θεού. Όσο δενόταν με αυτή την άγνοια, τόσο περισσότερο προσκολλιόταν στην ηδονή που του έδιναν τα πράγματα. Από αυτή την ηδονή άναψε μέσα του η εμπαθής αγάπη για τον εαυτό του, που οι Πατέρες την ονομάζουν φιλαυτία.

Ο άνθρωπος όμως έμαθε από την πείρα ότι μετά από μια τέτοια ηδονή έρχεται η οδύνη. Από τότε βάζει όλη του τη δύναμη να επιζητεί την ηδονή και να αποφεύγει την οδύνη, νομίζοντας ότι μπορεί να τις χωρίσει τη μία από την άλλη, πράγμα αδύνατο. Ο άγιος Μάξιμος δείχνει ότι από αυτή την αναζήτηση της ηδονής και αυτή τη φυγή από την οδύνη, που πηγάζουν και οι δύο από τη φιλαυτία, γεννιούνται αμέτρητα πάθη. Από την ηδονή γεννιούνται η γαστριμαργία, η υπερηφάνεια, η κενοδοξία και η φιλαργυρία. Από την οδύνη γεννιούνται ο θυμός, ο φθόνος, το μίσος και η απόγνωση.

Ο Θεόφιλος Αντιοχείας λέει το ίδιο με λίγα λόγια: από την παρακοή του ο άνθρωπος άντλησε «σαν από πηγή τον κόπο, την οδύνη, τη λύπη», και στο τέλος υπέπεσε στον θάνατο.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δείχνει ωστόσο ότι η ηδονή της τροφής που συντηρεί τη ζωή και του ενδύματος που χρειαζόμαστε είναι φυσική και αναγκαία. Η ηδονή του νόμιμου γάμου είναι επίσης φυσική, αν και ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτήν. Όποιος θέλει να ζει κατά Θεόν τις δέχεται με μέτρο και απαρνείται τη μέθη, την ασέλγεια και την αδηφαγία. Το κακό αρχίζει όταν ο άνθρωπος ζητεί την ηδονή στη θέση του Θεού.

Ο διασκορπισμένος νους

Ο άγιος Μάξιμος λέει ότι ο Αδάμ, πέφτοντας στην άγνοια του Θεού, ανέμειξε όλη τη δύναμη του νου με τις αισθήσεις. Ο νους είναι το εσωτερικό μάτι της ψυχής, με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον Θεό. Μετά την πτώση, το μάτι αυτό υποδουλώθηκε στις αισθήσεις. Ο άγιος Διάδοχος Φωτικής λέει ότι η φυσική αίσθηση της ψυχής είναι μία, αλλά με την παρακοή του Αδάμ χωρίστηκε σε δύο ενέργειες. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος δείχνει ότι η πτώση στην αμαρτία έρχεται από τις πέντε αισθήσεις και ότι γύρω από αυτές γίνεται ο πόλεμος, γιατί είναι ανοιχτές στους πειρασμούς.

Από αυτή την πληγή ξεκινά η εργασία των ησυχαστών, των πατέρων της νοεράς προσευχής. Αυτοί αγωνίζονται να συνάξουν τον νου, που έχει σκορπιστεί έξω μέσω των αισθήσεων, και να τον επιστρέψουν στην καρδιά, στη μνήμη του Θεού. Για αυτή την εργασία έχουμε γράψει στο άρθρο «Η σκέψη και η καρδιά».

Ο θάνατος και οι δερμάτινοι χιτώνες

Ο Θεός είχε πει: «ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». Ο Αδάμ όμως έζησε ακόμη πολύ καιρό μετά την πτώση (Γεν. 5:5). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δείχνει πώς εκπληρώθηκε ο λόγος του Θεού την ίδια εκείνη ημέρα: «Όπως ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι θάνατος του σώματος, έτσι ο χωρισμός του Θεού από την ψυχή είναι θάνατος της ψυχής». Η ψυχή του Αδάμ πέθανε τότε, χωρισμένη από τον Θεό με την παράβαση της εντολής, αν και το σώμα του έζησε μέχρι την ηλικία των εννιακοσίων τριάντα ετών. Ο θάνατος του σώματος ήρθε αργότερα, ως καρπός αυτού του πρώτου θανάτου.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δείχνει πώς ο θάνατος μπήκε στη ζωή του ανθρώπου. Τροφή της μακαρίας ζωής ήταν ο Άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό, όπως λέει για τον εαυτό Του στο Ευαγγέλιο ο Λόγος του Θεού. Ο Αδάμ δεν θέλησε να τραφεί από Αυτόν και διάλεξε για τροφή τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου, που ήταν καρπός θανάτου. Από τότε, λέει ο άγιος Μάξιμος, ο θάνατος ζει μέσα μας και μας κάνει τροφή του, και το τέλος αυτής της ζωής δεν είναι θάνατος, αλλά απαλλαγή από τον θάνατο.

Η Γραφή λέει ακόμη: «Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. 3:21). Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος βλέπει στους δερμάτινους χιτώνες, ίσως, «την παχύτερη σάρκα, τη θνητή και αντίτυπη».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ερμηνεύει κι αυτός τους χιτώνες αυτούς. Το ένδυμα περιβάλλει τον άνθρωπο εξωτερικά και υπηρετεί το σώμα για ένα διάστημα, χωρίς να αυξάνεται μαζί του από τη φύση. Έτσι, λέει, η θνητότητα, παρμένη από τα άλογα ζώα, περιτέθηκε κατ’ οικονομίαν στη φύση που πλάστηκε για την αθανασία. Οικονομία οι Πατέρες ονομάζουν την πρόνοια με την οποία ο Θεός οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία. Σε άλλο έργο του ο άγιος Γρηγόριος απαριθμεί όσα πήρε ο άνθρωπος από τη φύση των αλόγων: τη σαρκική μείξη, τη σύλληψη, τον τοκετό, τον θηλασμό, την τροφή, την αύξηση, τα γηρατειά, την αρρώστια και τον θάνατο. Ο άγιος Μεθόδιος Ολύμπου λέει ότι οι δερμάτινοι χιτώνες δεν είναι το ίδιο το σώμα. Μέσω αυτών ο Θεός έντυσε τον άνθρωπο με τη θνητότητα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει ότι η πείνα, η δίψα, ο κόπος, τα δάκρυα και ο φόβος του θανάτου μπήκαν στη ζωή του ανθρώπου μετά την παράβαση της εντολής. Δεν είναι αμαρτίες. Ο Χριστός τα προσέλαβε για να τα αγιάσει.

Η εικόνα που έμεινε

Η εικόνα του Θεού όμως δεν σβήστηκε από τον άνθρωπο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι, μετά την παράβαση, υποστήκαμε τον θάνατο της ψυχής πριν από τον θάνατο του σώματος, αλλά, αν και αποβάλαμε το καθ’ ομοίωσιν, το κατ’ εικόνα δεν το χάσαμε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ερμηνεύει με το ίδιο πνεύμα την παραβολή της γυναίκας που έχασε μια δραχμή, ένα ασημένιο νόμισμα, και την αναζητά σε όλο το σπίτι. Η δραχμή είναι η βασιλική εικόνα μέσα στον άνθρωπο, ολότελα σκεπασμένη από τα πάθη. Ο Χριστός άναψε τον λύχνο, δηλαδή τη σάρκα Του, σκούπισε το σπίτι, καθαρίζοντας την αμαρτία του κόσμου, και αναζήτησε τη δραχμή ώσπου τη βρήκε.

Το έλεος που κρύβεται στην τιμωρία

Η έξωση από τον Παράδεισο φαίνεται, με την πρώτη ματιά, μόνο τιμωρία. Οι Άγιοι Πατέρες βλέπουν σε αυτήν και το έλεος του Θεού. Η Γραφή λέει ότι ο Θεός έβγαλε τον άνθρωπο από τον Παράδεισο, για να μην απλώσει το χέρι του και πάρει από το δέντρο της ζωής, και φάει, και ζήσει αιώνια (Γεν. 3:22-23). Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος δείχνει ποιο κέρδος κρύβεται εδώ: ο άνθρωπος δέχεται τον θάνατο και την εκκοπή της αμαρτίας, «για να μη γίνει το κακό αθάνατο». Και προσθέτει: «Έτσι η τιμωρία του γίνεται φιλανθρωπία, γιατί ο Θεός, είμαι πεπεισμένος, τιμωρεί από φιλανθρωπία».

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας λέει ότι η λύπη και ο θάνατος επινοήθηκαν από την αρχή εναντίον της αμαρτίας. Γι’ αυτό, αμέσως μετά την πτώση, ο Θεός επέτρεψε τον θάνατο και τη λύπη, όχι για να καταδικάσει εκείνον που αμάρτησε, αλλά για να δώσει φάρμακο σε εκείνον που αρρώστησε.

Ο Θεόφιλος Αντιοχείας λέει ότι ο Θεός έκανε στον άνθρωπο μεγάλη ευεργεσία, μην αφήνοντάς τον να μείνει για πάντα στην αμαρτία. Προσθέτει μια παρομοίωση: όπως ένα σκεύος που βγήκε από την κατασκευή του με ελάττωμα ξαναζυμώνεται και ξαναπλάθεται, για να γίνει καινούργιο και ακέραιο, έτσι γίνεται και με τον άνθρωπο μέσω του θανάτου. Διαλύεται, για να αναστηθεί ακέραιος, δηλαδή άμωμος, δίκαιος και αθάνατος.

Ο δρόμος της επιστροφής

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζει σε λίγα λόγια όλο το μυστήριο της σωτηρίας: «Μετείχα της εικόνας και δεν τη φύλαξα· Εκείνος μετέχει της σάρκας μου, για να σώσει την εικόνα και να κάνει τη σάρκα αθάνατη». Ό,τι έχασε ο Αδάμ με την παρακοή, ο Χριστός το αποκατέστησε με την υπακοή. Ο άγιος απόστολος Παύλος γράφει: «ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτω καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί» (Ρωμ. 5:19). Ο Θεόφιλος Αντιοχείας λέει το ίδιο: όπως ο άνθρωπος, παρακούοντας, προκάλεσε στον εαυτό του τον θάνατο, έτσι, υπακούοντας στο θέλημα του Θεού, όποιος θέλει μπορεί να αποκτήσει την αιώνια ζωή.

Ο άνθρωπος ενώνεται με τον Χριστό με το Βάπτισμα και τη Θεία Κοινωνία. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας λέει ότι ο βαπτιζόμενος βυθίζεται στο νερό σαν άμορφη ύλη και βγαίνει από αυτό φέροντας τη μορφή του Χριστού. Ο Άρτος από τον οποίο ο Αδάμ δεν θέλησε να τραφεί μάς δίνεται τώρα από το Άγιο Ποτήριο. Κάθε άλλη τροφή, λέει ο Καβάσιλας, μεταβάλλεται σε εκείνον που την τρώει. Ο Άρτος της ζωής μεταβάλλει σε Εαυτόν εκείνον που Τον δέχεται.

Η Εκκλησία βάζει κάθε χρόνο αυτόν τον δρόμο μπροστά στους πιστούς. Η τελευταία Κυριακή πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η Κυριακή της Τυρινής, κατά την οποία η Εκκλησία επιτελεί τη μνήμη της εξορίας του Αδάμ από τον Παράδεισο· είναι και η Κυριακή της Συγχωρήσεως. Οι ύμνοι της δείχνουν τον Αδάμ να κάθεται απέναντι από τον Παράδεισο και να κλαίει με γοερή φωνή, γιατί παρέβη μία μόνο εντολή του Δεσπότη και στερήθηκε όλα τα αγαθά. Η νηστεία που αρχίζει το βράδυ της ίδιας ημέρας βάζει τον άνθρωπο στον δρόμο που εγκατέλειψε ο Αδάμ. Με την εγκράτεια ο άνθρωπος ξαναμαθαίνει την υπακοή που απαρνήθηκε ο Αδάμ, και η συγχώρηση που ζητούμε από τους αδελφούς θεραπεύει τη συνήθεια να ρίχνουμε την ευθύνη σε άλλον. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η εντολή της αρχής μάς δόθηκε για να αποκτήσουμε, τηρώντας την, ό,τι χάσαμε μη τηρώντας την.

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης άφησε έναν θρήνο του Αδάμ, που τον διέσωσε ο μαθητής του, ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ. Σε αυτόν ο Αδάμ δεν κλαίει τόσο για την ομορφιά του Παραδείσου όσο για την απώλεια της αγάπης του Θεού, της οποίας τη γλυκύτητα είχε γευτεί εκεί. Ο άγιος Σιλουανός λέει ότι κάθε ψυχή που γνώρισε τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι και έπειτα έχασε τη χάρη περνά το μαρτύριο του Αδάμ και αναζητά τον Κύριο με δάκρυα.

Η εικόνα της Αναστάσεως δείχνει το τέλος αυτού του δρόμου. Ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη, συντρίβει τις πύλες του και, πιάνοντάς τους από το χέρι, ανασταίνει τον Αδάμ και την Εύα από τους τάφους. Τη γνώση που ο Αδάμ θέλησε να αρπάξει μόνος του και πριν από την ώρα της, ο Χριστός τη χαρίζει σε όσους ενώνονται μαζί Του. Ο άγιος Μάξιμος λέει ότι ο θεωμένος άνθρωπος θα θεωρούσε την κτίση μαζί με τον Θεό, γνωρίζοντάς την όχι ως άνθρωπος, αλλά ως Θεός. Ο ίδιος λέει ότι ένας τέτοιος άνθρωπος μένει ολόκληρος άνθρωπος κατά τη φύση, με ψυχή και σώμα, και γίνεται ολόκληρος θεός, με ψυχή και σώμα, κατά τη χάρη.

Ο Αδάμ γνώρισε το κακό γευόμενος από αυτό και κατάλαβε πόσο μεγάλο ήταν το καλό μόνο αφού το έχασε. Ο Χριστός δεν τον άφησε σε αυτή τη γνώση, την ανακατεμένη με ντροπή, με φόβο και με θάνατο. Ήρθε να τον βρει μέχρι τον Άδη, για να τον οδηγήσει πάλι εκεί όπου το καλό το γνωρίζει κανείς ζώντας το, μέσα στον Θεό.

Πηγές

  • Αγία Γραφή: Γένεσις 1–3 και 5:5, κατά το κείμενο των Ο΄· Προς Ρωμαίους 5:19, κατά το κείμενο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
  • Θεόφιλος Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, βιβλίο Β΄, 22 και 24–27.
  • Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, Αγλαοφών ή Περί αναστάσεως, Α΄, 38–39.
  • Μέγας Αθανάσιος, Περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου, 4–5.
  • Μέγας Βασίλειος, Περί νηστείας, Ομιλία Α΄.
  • Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος 45, Εις το άγιον Πάσχα (δεύτερος), 8, 9, 14, 26 και 28.
  • Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, Λόγος κατηχητικός ο μέγας, 8· Περί ψυχής και αναστάσεως.
  • Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλίαι εις την Γένεσιν, ΙΕ΄ και ΙΣΤ΄.
  • Άγιος Διάδοχος Φωτικής, Κεφάλαια γνωστικά εκατόν, στη Φιλοκαλία, τόμ. Α΄.
  • Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, Προς Θαλάσσιον, Πρόλογος· Περί διαφόρων απόρων των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου (Ambigua), 7 και 10.
  • Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Β΄, 12–13· Γ΄, 20.
  • Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Προς την σεβασμιωτάτην εν μοναζούσαις Ξένην και Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα, κεφ. 39, στη Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄.
  • Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, Περί της εν Χριστώ ζωής, λόγοι Α΄, Β΄ και Δ΄.
  • Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ο θρήνος του Αδάμ, στο βιβλίο του αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης.
  • Τριώδιον, Κυριακή της Τυρινής, ύμνοι του Εσπερινού.

Τα χωρία των Αγίων Πατέρων δίνονται σε δική μας νεοελληνική απόδοση, που έγινε με βάση έγκυρες ρουμανικές και αγγλικές μεταφράσεις και αντιπαραβλήθηκε, όπου ήταν δυνατόν, με το πρωτότυπο.

Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.