
Η επάνω εικόνα: ο Αρσένιος Μπόκα (Arsenie Boca) σε νεαρή ηλικία· ο φωτογράφος και η χρονολογία της φωτογραφίας δεν είναι γνωστοί. Πηγή: basilica.ro, όπου σημειώνεται ως «public domain».
Ξεκινώ στο OrtodoxWay μια σειρά άρθρων για τον ιερομόναχο Αρσένιο Μπόκα (1910–1989). Προς το παρόν την έχω σχεδιάσει σε οκτώ μέρη:
- Η ζωή του Αρσενίου Μπόκα (Α΄). Ως το Πρίσλοπ (1910–1948)
- Η ζωή του Αρσενίου Μπόκα (Β΄). 1948–1989
- Τι είπαν γι’ αυτόν οι πατέρες που τον γνώρισαν
- Αμφισβητήσιμες μαρτυρίες και θαύματα
- Η διδασκαλία του
- Οι τοιχογραφίες στο Ντραγκανέσκου (Drăgănescu)
- Η αγιοκατάταξη
- Συμπεράσματα
Κάθε ισχυρισμός παραπέμπει στην πηγή του.

Χάρτης: OrtodoxWay. Χαρτογραφικά δεδομένα: Natural Earth (κοινό κτήμα).
- Βάτσα ντε Σους (Vața de Sus): το χωριό όπου γεννήθηκε, στις 29 Σεπτεμβρίου 1910.
- Μπραντ (Brad): η πόλη του πατέρα του· εδώ φοίτησε στο λύκειο «Άβραμ Ιάνκου» (Avram Iancu), από το οποίο αποφοίτησε το 1929.
- Μπούτενι (Buteni): το χωριό όπου ζούσε ο ξάδελφός του, Βασίλε Κρουτσίν· στο σπίτι του μεγάλωσε και πέρασε τις διακοπές του.
- Σιμπίου (Sibiu): εδώ σπούδασε στη Θεολογική Ακαδημία της Μητρόπολης Τρανσυλβανίας, από το 1929 ως το 1933.
- Βουκουρέστι: εδώ σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, από το 1933 ως το 1938.
- Σάμπατα ντε Σους (Sâmbăta de Sus): η μονή όπου εκάρη μοναχός, το 1940· εδώ έζησε ως μοναχός και πνευματικός ως το φθινόπωρο του 1948.
- Άγιον Όρος: εδώ πέρασε μερικούς μήνες, από τον Μάρτιο ως τον Ιούνιο του 1939.
- Κισινάου (Chișinău): εδώ έμαθε από Ρώσους τεχνίτες την επιχρύσωση, από τον Οκτώβριο ως τα Χριστούγεννα του 1939.
- Μπιστρίτσα (Bistrița): η μονή της Ολτενίας όπου βρισκόταν το καλοκαίρι του 1945.
- Ρίμνικου Βίλτσεα (Râmnicu Vâlcea): η πόλη όπου συνελήφθη για πρώτη φορά, στις 17 Ιουλίου 1945.
- Πρίσλοπ (Prislop): η μονή κοντά στο Χάτσεγκ (Hațeg) όπου μετατέθηκε το φθινόπωρο του 1948.
Παιδική ηλικία και σχολείο (1910–1929)
Ο Αρσένιος Μπόκα γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1910 στη Βάτσα ντε Σους, ένα χωριό της δυτικής Τρανσυλβανίας, κοντά στην πόλη Μπραντ.1 Η Τρανσυλβανία ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία. Κατά τη βιογραφία που κυκλοφόρησε το 2018, το βαπτιστικό του όνομα, Ζιαν, θα μπορούσε να είναι το ρουμανικό Jianu, γραμμένο με την ουγγρική ορθογραφία. Στα έγγραφα της Θεολογικής Ακαδημίας του Σιμπίου θα εμφανιζόταν αργότερα ως «Boca Zian-Vălean».2 Η μητέρα του, Κρεστίνα Πόπα, ήταν δεκαοκτώ ετών και ορθόδοξη. Ο πατέρας του, Ιωσήφ Πέτρου Μπόκα, τσαγκάρης στο Μπραντ, ήταν ελληνοκαθολικός, δηλαδή ανήκε στην Εκκλησία που είχε ενωθεί με τη Ρώμη. Όπως πολλοί Τρανσυλβανοί της εποχής εκείνης, έφυγε για ένα διάστημα να δουλέψει στην Αμερική.3
Οι γονείς χώρισαν όταν το παιδί ήταν μικρό, και το δικαστήριο του Αράντ (Arad), που εξέδωσε το διαζύγιο το 1922, το ανέθεσε στον πατέρα. Η μητέρα ξαναπαντρεύτηκε. Ο Ζιαν μεγάλωσε στο Μπραντ, στην οικογένεια του πατέρα του, και στο Μπούτενι, ένα χωριό του νομού Αράντ, στο σπίτι του ξαδέλφου του Βασίλε Κρουτσίν, διευθυντή του σχολείου του χωριού.4 Για τα χρόνια εκείνα έγραψε ο ίδιος σε μια δήλωση που υπέγραψε στο Ρίμνικου Βίλτσεα στις 17 Ιουλίου 1945, την ημέρα που συνελήφθη εκεί για πρώτη φορά. Η δήλωση αρχίζει με τη διατύπωση «Ο υπογεγραμμένος» και αφηγείται τη ζωή του ως τότε. Σώθηκε στους φακέλους της Σεκιουριτάτε, της πολιτικής αστυνομίας του κομμουνιστικού καθεστώτος.5 Τον πατέρα του τον θυμάται ως άνθρωπο «πολύ καλό παιδαγωγό με τον γιο του», που τον έδειρε μόνο μία φορά, «για να μη χάνω πια τον καιρό μου». Για τη μητέρα του λέει ότι δεν της ζήτησε ποτέ βοήθεια, «επειδή ήταν χωρισμένη από τον πατέρα μου κι εμένα με είχαν δώσει στον πατέρα με την απόφαση του διαζυγίου». Ο πατέρας πέθανε από φυματίωση το 1926, σε ηλικία σαράντα πέντε ετών, όταν ο γιος έμπαινε στις μεγάλες τάξεις του λυκείου.6
Στο Μπραντ ο Ζιαν φοίτησε στο λύκειο «Άβραμ Ιάνκου» και έμενε στο οικοτροφείο, ενώ τα Σάββατα και τις διακοπές τα περνούσε στο Μπούτενι. «Από τότε διακρινόταν σε μένα μια κάποια κλίση προς τη μοναξιά και προς τα ζητήματα της θρησκείας, ακόμη και πάνω από τις τότε δυνάμεις μου», έγραφε, και έδινε ως παράδειγμα ένα βιβλίο του Γερμανού φιλοσόφου Ιμμάνουελ Καντ, Religia în limitele rațiunii, όπου είχε γράψει το όνομά του ως μαθητής της τετάρτης τάξης.7
Από τη βιβλιοθήκη της οικογένειας Κρουτσίν διάβασε, γύρω στο 1928, τα Protocoalele înțelepților Sionului. Χρόνια αργότερα ομολόγησε στους ανακριτές: «το πήρα κρυφά από τα βιβλία του ξαδέλφου και μάλιστα διάβασα μέρος από το περιεχόμενο του βιβλίου. Τότε έλαβα γνώση, από το περιεχόμενο εκείνου του βιβλίου, για τον αγώνα και την τακτική που προσπαθούν να εφαρμόσουν οι Εβραίοι για την κατάκτηση του κόσμου».8
Τελείωσε το λύκειο το 1929, πρώτος της σειράς του. Θα ήθελε να γίνει αεροπόρος, αλλά τον εμπόδισε η φτώχεια: «αν είχα περιουσία ή αν εγγυώνταν οι κηδεμόνες για μένα, θα έμπαινα στην αεροπορία στο Κοτροτσένι, πράγμα που δεν έγινε, επειδή με εμπόδιζε η φτώχεια».9
Σιμπίου και Βουκουρέστι (1929–1938)
Το φθινόπωρο του 1929 μπήκε στη Θεολογική Ακαδημία του Σιμπίου, τη θεολογική σχολή της Μητρόπολης του Αρντεάλ (Ardeal), δηλαδή της Τρανσυλβανίας. Τη Μητρόπολη την ποίμαινε τότε ο Νικόλαος Μπαλάν (Nicolae Bălan). Ο μητροπολίτης διάλεγε κάθε χρόνο τους καλύτερους φοιτητές και τους έστελνε με υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές, συνήθως στο εξωτερικό.10 Ανάμεσα στους καθηγητές του νεαρού Ζιαν ήταν ο Δημήτριος Στανιλοάε (Dumitru Stăniloae), από τον οποίο έμαθε την ελληνική γλώσσα και ο οποίος θα μετέφραζε αργότερα στα ρουμανικά τη Φιλοκαλία, τη συλλογή κειμένων των αγίων Πατέρων για την προσευχή και την κάθαρση της καρδιάς. Σπούδασε στο Σιμπίου ως το 1933.11

Άγνωστος δημιουργός, «Revista Teologică», αρ. 5–8/1940, σ. 120· κοινό κτήμα, μέσω Wikimedia Commons.
Τα χρόνια εκείνα τα έζησε μέσα σε στερήσεις. Τον Δεκέμβριο του 1929 ζήτησε από το Αρχιεπισκοπικό Συμβούλιο να τον αφήσει στο οικοτροφείο κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων, «όντας ορφανός και χωρίς υλικά μέσα», επειδή αλλιώς θα έπρεπε να πληρώσει στον κηδεμόνα του τη διατροφή για τις μέρες που θα περνούσε σ’ εκείνον, και επανέλαβε την αίτηση κάθε χρόνο, για όλες τις διακοπές. Για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του, πούλησε το πατρικό του σπίτι στο Μπραντ.12 Το καλοκαίρι του 1931 έμεινε πάλι στο οικοτροφείο, επειδή έπρεπε, όπως έγραφε, «να δουλέψω στη βιβλιοθήκη “Astra” για να κερδίσω λίγα χρήματα», δηλαδή στη βιβλιοθήκη του πολιτιστικού συλλόγου των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας, και να αντιγράψει τα χειρόγραφα ενός καθηγητή σλαβικών γλωσσών, «για να καλύψω τα έξοδα για τα βιβλία». Στις 18 Ιουνίου το μητρώο της βιβλιοθήκης καταγράφει ότι παρουσίασε για πληρωμή τον λογαριασμό για την ταξινόμηση των δελτίων.13 Δύο χρόνια αργότερα, από το Βουκουρέστι, θα έγραφε στον μητροπολίτη: «Σκέφτομαι τις διακοπές που περνούσα στο Σιμπίου· και όλοι έφευγαν για το σπίτι τους, μόνο εγώ δεν είχα πού να πάω· ήμουν ο άνθρωπος χωρίς σπίτι, χωρίς τραπέζι.» Ο διπλανός του στο θρανίο, ο Θεόδωρος Μποντογκάε (Teodor Bodogae), έγραφε πάντως ότι τις διακοπές «τις περνούσε συχνά σε κάποιον συγγενή του».14
Ο ίδιος Μποντογκάε, που έγινε αργότερα ιερέας και καθηγητής, θυμόταν το 1990 έναν νέο με χαρακτήρα «ελάχιστα κοινωνικό, αποτραβηγμένο, εσωστρεφή», που υπέμενε το κρύο ντυμένος ελαφριά και άφηνε τη μερίδα του κρέας στο εστιατόριο της Ακαδημίας. Έγραφε ακόμη ότι «διάβαζε με απληστία μελέτες ψυχολογίας, χαρακτηρολογίας, γραφολογίας, ζητώντας να εμβαθύνει στην αποκρυπτογράφηση των κρυψώνων της ψυχής», δηλαδή μελέτες για τους τύπους του ανθρώπινου χαρακτήρα και για την προσπάθεια να γνωρίσει κανείς τη φύση ενός ανθρώπου από τον γραφικό του χαρακτήρα, ότι ήξερε καλά γαλλικά και έπαιζε φλάουτο.14
Ο Μπόκα περιγράφει τα χρόνια του Σιμπίου ως καιρό αυστηρής πειθαρχίας. Είχε βάλει σκοπό «σε όλο τον καιρό της θεολογίας να μη γνωριστώ με καμία κοπέλα», αλλά ακριβώς το 1929 έγιναν δεκτές κοπέλες στη Θεολογία και βρέθηκε με μερικές συμφοιτήτριες: «Όμως γνωριμίες στην πόλη κατάφερα να μην έχω.»15 Σε μια δήλωση του 1955 θα ανέφερε πάντως ότι στα φοιτητικά του χρόνια είχε θελήσει να παντρευτεί και ότι η ιστορία τελείωσε με «ένα αισθηματικό επεισόδιο». Την ίδια εποχή προετοίμαζε τη μητέρα του για τον χωρισμό: «συνήθιζα τη μητέρα μου όσο γινόταν περισσότερο χωρίς εμένα και όσο γινόταν περισσότερο χωρίς αλληλογραφία, ώστε κάπως να με ξεχάσει και να μην της φανεί βαρύ όταν θα μάθαινε ότι έγινα μοναχός».16
«Είχα το πρόβλημα της θέλησης στην κυριαρχία πάνω στις αισθήσεις», γράφει. «Ακόμη περισσότερο, με απασχολούσε, μελετώντας τον συγκριτικό μυστικισμό των διάφορων ανώτερων θρησκειών, να δω με δική μου πείρα πόσο εκτείνεται η σφαίρα της θέλησης στο πεδίο της ψυχικής και της βιολογικής ζωής.»17 Ο συγκριτικός μυστικισμός βάζει πλάι πλάι τα θρησκευτικά βιώματα διαφορετικών πίστεων. Ήθελε να μάθει αν οι αντανακλαστικές κινήσεις και τα ένστικτα ξεφεύγουν από τη θέληση και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η ενέργεια της θέλησης και της συνείδησης μπορεί να εκταθεί και πάνω στο ένστικτο και στις αντανακλαστικές πράξεις κατά μια κάποια μεταβλητή». «Σ’ αυτές τις εμβαθύνσεις», έλεγε, τον βοηθούσαν και οι μελέτες που ο Μιρτσέα Ελιάντε, ο ιστορικός των θρησκειών, έγραφε τότε στην Καλκούτα και δημοσίευε σε ένα φιλοσοφικό περιοδικό του Βουκουρεστίου. Οι μελέτες εκείνες ήταν για την ινδική φιλοσοφία και για τη γιόγκα.18
Τι έκανε στον κοιτώνα της Ακαδημίας το διηγήθηκε, σε ένα μάθημα του 2014, ο ιερέας καθηγητής Ντορίν-Ζόσιμ Οάντσεα, της Θεολογικής Σχολής του Σιμπίου, που το είχε ακούσει από τον πατέρα του, συγκάτοικο στον ίδιο θάλαμο με τον Μπόκα και τον Μποντογκάε. Ο Μπόκα «καθόταν ώρες ολόκληρες μπροστά σε έναν καθρέφτη και κοίταζε ανάμεσα στα μάτια», και στους συμφοιτητές που τον ρώτησαν τι κάνει είπε ότι κάνει «ασκήσεις συγκέντρωσης». «Είχε ένα βιβλίο χάθα-γιόγκα. Μάθαινε μια τεχνική από εκεί.»19 Η χάθα-γιόγκα είναι μια ινδική σχολή σωματικών και αναπνευστικών ασκήσεων. Οι συμφοιτητές του τού είχαν δώσει το παρατσούκλι «Dr. Konig», όπως δείχνει ένας φάκελος της Σεκιουριτάτε. Η βιογραφία του 2018 το συνδέει με τον «Dr. King», έναν υπνωτιστή που έδινε παραστάσεις φακίρη στη Ρουμανία της δεκαετίας του 1920: König σημαίνει στα γερμανικά ό,τι σημαίνει king στα αγγλικά, «βασιλιάς». Οι φακίρηδες ήταν ασκητές και ταχυδακτυλουργοί από την Ινδία, ξακουστοί για την κυριαρχία που έδειχναν πάνω στον πόνο και στο σώμα. Ένα σημείωμα της Σεκιουριτάτε περιέγραφε αργότερα τον Μπόκα ως «έναν μυστικιστή με σοβαρές γνώσεις στον φακιρισμό».20
Τον Ιούνιο του 1933 έδωσε την εξέταση του πτυχίου (licență), την εξέταση που ολοκλήρωνε τις σπουδές, με μια εργασία πάνω στο θέμα «Încercări asupra vieții duhovnicești», γραμμένη υπό την καθοδήγηση του Στανιλοάε, η οποία δεν σώθηκε.21 Ο μητροπολίτης τον έστειλε έπειτα με υποτροφία στο Βουκουρέστι, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών: «με έστειλε τον επόμενο χρόνο 1933/34 στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βουκουρεστίου, την οποία τελείωσα σε πέντε χρόνια. Κύριους καθηγητές είχα τον κ. Φρανσίσκ Σιράτο, τον Κοστίν Πετρέσκου και τον Φρ. Ρέινερ, τον τελευταίο από την Ιατρική Σχολή.»22 Στην Ιατρική Σχολή παρακολουθούσε τον ανατόμο Φρανσίσκ Ράινερ, αν και, όπως γράφει, «πολλές φορές δεν μπορούσα να πάω εξαιτίας των αναταραχών και των φοιτητικών απεργιών». Στη Θεολογική Σχολή παρακολουθούσε τις παραδόσεις μυστικής του Νικηφόρου Κράινικ (Nichifor Crainic).23
Έμενε στο οικοτροφείο των θεολόγων στη μονή Ράντου Βόντα (Radu Vodă) και, για ένα διάστημα, στον Γκεόργκε Στανιλοάε, αδελφό του καθηγητή, στον οποίο έδωσε το παρατσούκλι «Μπάμπου».24 «Το σχολείο με απορροφούσε ολοκληρωτικά και δεν είχα χρόνο για χάσιμο», έλεγε για τα χρόνια εκείνα. Τότε μετέφρασε στα ρουμανικά την Κλίμακα του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, το βιβλίο για τις βαθμίδες της πνευματικής ανάβασης: «επειδή μου άρεσε πολύ το μυστικό σύγγραμμα του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, το μετέφρασα στα ρουμανικά, μέσα σε 5 μήνες. Με βοήθησε πάρα πολύ να ολοκληρωθεί η πεποίθησή μου να γίνω μοναχός.»25
Ενώ σπούδαζε στο Βουκουρέστι, πήγε στην κηδεία δύο λεγεωναρίων που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο της Ισπανίας. Οι λεγεωνάριοι ήταν μέλη του Λεγεωνάριου Κινήματος, του εθνικιστικού πολιτικού κινήματος της εποχής. Στους ανακριτές είπε αργότερα ότι πήγε εκεί «με δική μου πρωτοβουλία», «εντυπωσιασμένος από τη χειρονομία» των δύο, που πέθαναν «σε μια μακρινή χώρα». Στην ίδια δήλωση λέει ότι τότε είδε «για τρίτη και τελευταία φορά» τον Κορνέλιου Ζέλεα Κοντρεάνου, τον αρχηγό των λεγεωναρίων.26 Σε άλλες δηλώσεις όμως καταδίκασε τη βία των λεγεωναρίων: «Το δικαίωμα να τιμωρεί το έχει μόνο η συντεταγμένη εξουσία, ενώ οι λεγεωνάριοι ήταν ένας πολιτικός σχηματισμός, που δεν είχε ακόμη περιβληθεί δημόσια ευθύνη, επομένως τρομοκράτες.»27 Για τον εαυτό του έγραφε: «Ήμουν εντελώς έξω από κάθε φοιτητικό κίνημα ή εγγραφή σε κάποιο πολιτικό κίνημα.» Από τους συμφοιτητές του θυμόταν έναν κομμουνιστή, τον Βουλπέσκου, με τον οποίο δεν είχε «συζητήσεις», και έναν Εβραίο, τον Ίτσχοκ Στάινμπεργκ: «ήμασταν φίλοι». Και πρόσθετε: «Αργότερα, όταν διάβασα τη Βίβλο, είδα ότι η τελευταία παγκόσμια αποστολή είναι των Εβραίων, ενδεχομένως μιας ιδέας των Εβραίων.»28
Μετά την Ακαδημία έκανε έναν χρόνο πρακτική ζωγραφίζοντας με την τεχνική του φρέσκου, δηλαδή πάνω σε σοβά ακόμη υγρό, την εκκλησία του Μπίξαντ (Bixad), που λέγεται και Μπίξαντουλ Όλτουλουι (Bixadul Oltului), ενός χωριού του νομού Κοβάσνα (Covasna). Δούλευε μαζί με τον καθηγητή του, τον ζωγράφο Κοστίν Πετρέσκου.29
Διάκονος και προσκυνητής στον Άθω (1935–1939)
Ο μητροπολίτης Μπαλάν τον χειροτόνησε άγαμο διάκονο στις 11 Σεπτεμβρίου 1936, για τον μητροπολιτικό καθεδρικό ναό του Σιμπίου, κατά τα έγγραφα του αρχείου της Μητρόπολης· άλλες πηγές δίνουν την ημέρα 29 Σεπτεμβρίου 1935.30 Η βιογραφία του 2018 τοποθετεί τη χειροτονία στη Σάμπατα ντε Σους, ένα χωριό στους πρόποδες των Όρων Φαγκαράς (Făgăraș), όπου ο μητροπολίτης ανασυγκροτούσε τη μονή που είχε χτίσει άλλοτε ο Κωνσταντίνος Μπρανκοβεάνου, ο ηγεμόνας της Βλαχίας (Țara Românească), και που γι’ αυτό λέγεται και μονή Μπρανκοβεάνου (Brâncoveanu). Ο μητροπολίτης ήθελε να φέρει εκεί μοναχούς με θεολογική μόρφωση, από τους οποίους να ξεκινήσει μια ανανέωση της μοναχικής ζωής.31
Ο διάκονος ήθελε να γνωρίσει τη μοναχική ζωή του Αγίου Όρους. Ο Κράινικ δήλωσε αργότερα ότι εκείνος τον συμβούλεψε να πάει, επειδή εκεί «μπορεί ακόμη να μάθει κανείς την τέχνη να υψωθούμε πάλι στο πνευματικό επίπεδο του παλιού καιρού».32 Ο Μπόκα γράφει ότι έφυγε «σταλμένος από τον μητροπολίτη Νικόλαο Μπαλάν στο Άγιον Όρος, για να μάθω τη μοναχική ζωή από εκεί», σε μια εποχή που «γίνονταν οι πιο αυστηροί έλεγχοι ώστε κανείς από όσους είχαν υπάρξει ποτέ λεγεωνάριοι να μην μπορεί να βγει από τη χώρα. Εγώ, μη έχοντας απολύτως τίποτε στο ενεργητικό μου, πήρα διαβατήριο ταξιδιού: για την Ευρώπη “sans Russie”, από την Αστυνομική Διεύθυνση του Σιμπίου.» Το «sans Russie» σημαίνει στα γαλλικά «χωρίς τη Ρωσία». Επειδή ήταν διάκονος, γράφει ότι πήρε και «τις ειδικές άδειες από τα τρία πατριαρχεία: της Ρουμανίας, της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας», που έδειχναν ότι δεν είχε «τίποτε ύποπτο στο ενεργητικό του, παρά μόνο την απλή κλήση προς την εσωτερική τελείωση μέσω της τέχνης του μοναχισμού».33
Πότε ήταν στον Άθω, ο ίδιος ο Μπόκα το είπε με δύο τρόπους. Στη δήλωση του Ιουλίου 1945 γράφει ότι επέστρεψε το 1938: «Γύρισα στη χώρα στις 8 Ιουνίου 1938. Θυμάμαι την ημερομηνία γι’ αυτό, επειδή μπαίνοντας στη χώρα από τη Μοράβιτσα είδα τις ρουμανικές σημαίες, εκείνης της 8ης Ιουνίου μονομιάς.»34 Η Μοράβιτσα (Moravița) είναι ο τόπος από όπου πέρασε τα σύνορα. Στο τελευταίο φύλλο ενός τετραδίου με φιλοκαλικά κείμενα που αντέγραψε στον Άθω σημείωσε όμως ότι τα αντέγραψε «όσο έμεινα στο Άγιον Όρος: Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 1939». Το τετράδιο το περιέγραψε ο επίσκοπος Δανιήλ Στοενέσκου, πρώην τοποτηρητής της Επισκοπής Δακίας Φήλιξ (Dacia Felix), της επισκοπής των Ορθοδόξων Ρουμάνων της Σερβίας, συγγραφέας τριών βιβλίων για τον Μπόκα, τα οποία παρουσίασε το 2016 στην επιτροπή για την αγιοκατάταξή του.35 Ο ιερέας Νικόλαος Ζιαν Στρέζα (Nicolae Zian Streza), συγγραφέας ενός βιβλίου για τη διαμονή του Μπόκα στον Άθω, λέει ότι έχει αντίγραφα από τα έγγραφα της αναχώρησης, που φυλάσσονται στο αρχείο της Μητρόπολης Τρανσυλβανίας, και ότι ο Μπόκα έμεινε εκεί «το έτος 1939, μετά τις 12 Μαρτίου και ως τις 8 Ιουνίου, που ήταν η εθνική ημέρα του Βασιλείου της Ρουμανίας». Το 1939 δίνει και ο βίος του Μπόκα που δημοσίευσε το Πατριαρχείο Ρουμανίας τον Νοέμβριο του 2025, μετά την αγιοκατάταξη, ενώ η βιογραφία του 2018 ακολουθεί το 1938.36 Τα έγγραφα του αρχείου της Μητρόπολης Τρανσυλβανίας, που τα παραθέτει ο ιστορικός Αντριάν Νικολάε Πέτκου, καθορίζουν τη χρονιά. Στις 18 Νοεμβρίου 1938, ο μητροπολίτης Μπαλάν ζητούσε από τους πατέρες του Αγίου Όρους να τον δεχθούν. Η συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η βίζα ήρθαν μόλις τον Ιανουάριο του 1939, και ο Μπόκα έφθασε στον Άθω τον Μάρτιο. Στις 14 Ιουνίου 1939, έχοντας επιστρέψει στη χώρα, ευχαριστούσε τον μητροπολίτη για τη βοήθεια να περάσει «με πολλή ωφέλεια στο Άγ. Όρος». Η χρονιά 1938 της δήλωσής του είναι επομένως λανθασμένη.37
Κατά τον βίο που δημοσίευσε το Πατριαρχείο, έφυγε μαζί με τον Σεραφείμ Ποπέσκου (Serafim Popescu), και στον Άθω «φιλοξενήθηκαν στο Κελλί του Αγίου Υπατίου, όπου ηγούμενος ήταν ο ιεροσχημόναχος Θεοδόσιος Ντομνάριου από τη Σαλίστεα του Σιμπίου». Ο Σεραφείμ Ποπέσκου έζησε έπειτα μαζί με τον Μπόκα στη Σάμπατα και θα γινόταν ηγούμενος της μονής από το 1949 ως το 1955.38 Στο τελευταίο φύλλο του τετραδίου, ο Μπόκα γράφει όμως ότι αντέγραψε τα κείμενα «με την ευλογία του πνευματικού μου Πατέρα, του Ηγουμένου Αντίπα» και «από τα χειρόγραφα του Ηγουμένου».39 Ο Νικόλαος Ζιαν Στρέζα βάζει επικεφαλής του κελλιού τον σχημοναχό Αντίπα Ντινέσκου, που είχε διατελέσει ηγούμενος «από τις 9 Μαΐου 1900 ως τις 4 Σεπτεμβρίου 1914» στη Ρουμανική Σκήτη Προδρόμου, τη ρουμανική σκήτη στο έδαφος της Μεγίστης Λαύρας, και που το 1939 ήταν ογδόντα ετών. Ο βίος που δημοσίευσε το Πατριαρχείο λέει ότι η Θεοτόκος «του όρισε τη συνάντηση με τους Ρουμάνους αγιορείτες ασκητές Δομέτιο Τριχένεα και Αντίπα Ντινέσκου, από τους οποίους έλαβε και καθοδήγηση και ένα χειρόγραφο της Φιλοκαλίας, το οποίο αντέγραψε και το έφερε μαζί του στη χώρα».40
Πολλά χρόνια αργότερα, στο σπίτι όπου έμενε στο Βουκουρέστι, στην οδό Ντόκτορ Τόμα Πετρίνι, ο Μπόκα φέρεται να διηγήθηκε στον Νικόλαο Ζιαν Στρέζα ότι στον Άθω ακολούθησε «ένα σχέδιο καλά καθορισμένο από την αρχή, σε τρία επίπεδα». Πρώτα φέρεται να αναζήτησε πνευματικό, σε συζήτηση «με αρκετούς ενάρετους μοναχούς», ανάμεσα στους οποίους ο Πορφύριος, ο Δομέτιος Τριχένια και ο Αρσένιος Μάντρεα, και να πέρασε πολύ καιρό «κοντά στη σπηλιά του Αγίου Αθανασίου». Έπειτα φέρεται να μελέτησε τις τοιχογραφίες και τις εικόνες, και στο τέλος να αντέγραψε ρουμανικά χειρόγραφα από τη βιβλιοθήκη της Σκήτης Προδρόμου.41 Το σκέλος των χειρογράφων το επιβεβαιώνει ο Στανιλοάε, ο οποίος γράφει στον πρόλογο του πρώτου τόμου της Φιλοκαλίας ότι χρησιμοποίησε «αντίγραφα από παλαιότερα ρουμανικά χειρόγραφα του Άθω, που τα έφεραν η Πανοσιολογιότητά του και ο π. Αρσένιος», δηλαδή ο Σεραφείμ Ποπέσκου και ο Μπόκα.42
Το Κισινάου και η κουρά (1939–1940)
Κατά τη δήλωση του 1945, από την επιστροφή του από τον Άθω ως το Πάσχα του επόμενου έτους συγκέντρωσε εργαλεία και υλικά για ένα εργαστήριο ζωγραφικής και έμαθε «στο Κισινάου με κάποιους Ρώσους τεχνίτες την επιχρύσωση με χρυσό “cicanca”». Το Κισινάου ανήκε τότε στη Ρουμανία. Κατά τα έγγραφα του αρχείου της Μητρόπολης Τρανσυλβανίας, που τα παραθέτει επίσης ο Πέτκου, έμεινε εκεί από τον Οκτώβριο ως τα Χριστούγεννα του 1939, στο εργαστήριο ζωγραφικής της Μητρόπολης Βεσσαραβίας. Ένα άλλο έγγραφο από το ίδιο αρχείο δείχνει ότι το εργαστήριο εικόνων το οργάνωσε στη Σάμπατα τον Φεβρουάριο του 1940.43
Σε ένα τετράδιό του, που τυπώθηκε το 2009, ο Μπόκα διηγείται μια συνάντηση σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, την οποία η ίδια βιογραφία του 2018 τοποθετεί στο Κισινάου. Στο πρόσωπο ενός ανθρώπου τον συγκλόνισαν «ο πόνος του» και «μια ομορφιά που δεν μπορώ πια να ξεχάσω». Έτρεξε να του φέρει ψωμί, και όταν γύρισε, ο άνθρωπος δεν ήταν πια εκεί. «Τότε κατάλαβα ότι συνάντησα Εκείνον που είναι γυμνός, διψασμένος, πεινασμένος και χωρίς στέγη σ’ αυτόν τον κόσμο. Τότε κατάλαβα μέσα σε λίγες στιγμές περισσότερα από όλα όσα έμαθα σε τόσα χρόνια.»44 Ο βίος που δημοσίευσε το Πατριαρχείο τοποθετεί το περιστατικό στις 31 Αυγούστου 1939 και γράφει ότι στον σταθμό ο Μπόκα «είδε τον Σωτήρα».45
Ο Μπόκα εκάρη μοναχός στη Σάμπατα, την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής. Ο ίδιος την τοποθέτησε στο 1939: «Την Παρασκευή της Πηγής μετά το Πάσχα του έτους 1939, εκάρην μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Αρσένιος.»46 Ο εκκλησιαστικός Τύπος της εποχής τοποθετεί όμως την κουρά στο 1940. Η Revista Teologică του Σιμπίου έγραφε τότε ότι στο προσκύνημα της Σάμπατα, παρουσία του μητροπολίτη Μπαλάν και του επισκόπου Κλουζ Νικολάου Κολάν, «τελέστηκε η εντυπωσιακή ακολουθία της κουράς σε μοναχό του π. Ιεροδιακόνου Αρσενίου Μπόκα». Την είδηση τη γνωρίζουμε από τη μεταγραφή του ιερέα Ιωάννη Γκίνσκα, που τύπωσε το 2002 την πτυχιακή του εργασία για τον Μπόκα, με μια σύσταση του αρχιμανδρίτη Θεοφίλου Παραϊάν.47 Το 1940 ταιριάζει με τη σημείωση στο τετράδιο του Άθω και με το εργαστήριο του Φεβρουαρίου 1940· στη δήλωση του 1945, και η επιστροφή από τον Άθω και η κουρά τοποθετούνται έναν χρόνο νωρίτερα.48 Τα έγγραφα του αρχείου της Μητρόπολης και το μητρώο κουράς της μονής Μπρανκοβεάνου, που τα παραθέτει ο Πέτκου, δίνουν και την ημέρα: 3 Μαΐου 1940. Την αίτηση να καρεί μοναχός την είχε υποβάλει στις 9 Μαρτίου 1940.49
Στη δήλωση του 1945, ο Μπόκα γράφει ότι το όνομα το διάλεξε ο ίδιος: «Η ομιλία μού ήταν μισητή από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ακόμη και το μοναχικό όνομα το διάλεξα επειδή ο αββάς Αρσένιος είχε διαλέξει τον αγώνα της σιωπής, με τον οποίο τελειώθηκε εσωτερικά.»50
Τα πρώτα χρόνια στη Σάμπατα ντε Σους (1940–1944)
Στην ίδια δήλωση περιγράφει έτσι τα ξεκινήματά του στη Σάμπατα, όπου η μονή μόλις ξαναστηνόταν: «Έναν χρόνο ασχολήθηκα με το νοικοκυριό, ήμουν ο πρώτος και ο μόνος μοναχός στη Μονή Μπρανκοβεάνου – Σάμπατα ντε Σους, νομός Φαγκαράς. Για ζωγραφική δεν μου έμενε πια καιρός. Τον δεύτερο χρόνο το ίδιο.» «Είχε μπει στον μοναχισμό και ο π. Σεραφείμ Ποπέσκου. Τον παρακάλεσα να δεχτεί την ιεροσύνη – εγώ νιώθοντας ανάξιος. Τη δέχτηκε. Έτσι άρχισαν οι ακολουθίες στη Μονή κατά τις δυνάμεις μας.»51

Φωτογραφία: Stefanoleaota, 2012, CC BY-SA 4.0, μέσω Wikimedia Commons.
Τη χειροτονία την αποδίδει στους ανθρώπους που άρχισαν να έρχονται σ’ αυτόν: «Έναν χειμώνα, πιθανόν γύρω στο 1941, βρισκόμαστε ξαφνικά μπροστά σε μια χιονοστιβάδα ανθρώπων κάθε ηλικίας και κάθε τάξης, που με πολιορκούσαν να μιλήσω μαζί τους για τα βάσανά τους. Εδώ διαπίστωσα ξαφνικά ότι κάνω τον πνευματικό στους ανθρώπους, αν και δεν ήμουν ιερέας. […] Έτσι βρέθηκα αναγκασμένος να δεχτώ την ιεροσύνη».52
Ο Παουλίν Λέκκα (Paulin Lecca), μοναχός τα χρόνια εκείνα στη μονή Φρασινέι (Frăsinei), στον νομό Βίλτσεα, και αργότερα αρχιμανδρίτης, άφησε ένα ημερολόγιο, που τυπώθηκε το 2013, όπου καταγράφει μια άλλη εκδοχή. Γράφει ότι την άκουσε στη Σάμπατα από τον Νικόλαο Μλάντιν, πρώην συμφοιτητή του Λέκκα, που θα γινόταν αργότερα μητροπολίτης. Ο Μλάντιν του είπε, σε ένα παγκάκι δίπλα στη λίμνη της μονής: «Εγώ όμως τον ξέρω. Ήρθα εδώ την ίδια εποχή μ’ αυτόν. Όταν ακόμη δεν είχε φορέσει το μοναχικό ράσο, ασχολιόταν με το να λέει τη μοίρα διαβάζοντας την παλάμη. Οι γυναίκες από τα γειτονικά χωριά έλεγαν μεταξύ τους: “Πάμε στον παπά τον μάγο!”. Όταν ο μητροπολίτης Μπαλάν είδε ότι ο κόσμος έρχεται να τον βρει, είπε: “Ας τον κάνουμε ιερέα, για να ωφελεί τον κόσμο που έρχεται σ’ αυτόν,..”. Κι έτσι τον έκανε ιερέα, ενώ ο π. Αρσένιος συνέχιζε να ασχολείται με τη χειρομαντεία, αλλά και με άλλες απόκρυφες επιστήμες…»53 Απόκρυφες επιστήμες λέγονται οι πρακτικές με τις οποίες ο άνθρωπος ζητά να φτάσει σε κρυφές δυνάμεις και γνώσεις. Ότι ο Μλάντιν υπήρξε, μαζί με τον Μπόκα, ένας από τους πρώτους υποψήφιους μοναχούς της Σάμπατα το γράφει και ο Γκίνσκα, σύμφωνα με τον π. Θεόφιλο Παραϊάν.54
Κατά τον ιερέα Νικόλαο Στρέζα (Nicolae Streza) από το Σιμπίου, πατέρα του Νικολάου Ζιαν Στρέζα, που ερχόταν στη μονή από το 1942, όταν ήταν μαθητής, ο Μπόκα χειροτονήθηκε ιερομόναχος στις 10 Απριλίου 1942, για τη μονή της Σάμπατα, και έγινε ο πνευματικός της. Την ίδια ημέρα δίνει και ο βίος που δημοσίευσε το Πατριαρχείο. Η Telegraful Român, η εφημερίδα της Μητρόπολης του Σιμπίου, έγραφε στις 12 Απριλίου 1942 ότι ο μητροπολίτης χειροτόνησε τότε, στο προσκύνημα της Παρασκευής της Ζωοδόχου Πηγής, τον «Οσιολογιότατο πρωτοδιάκονο Αρσένιο Μπόκα σε ιερομόναχο».55
Από τα χρόνια του πολέμου, στη Σάμπατα ανέβαινε όλο και περισσότερος κόσμος. Ο Νικόλαος Στρέζα θυμόταν ότι ο Μπόκα «διάλεγε κάθε Κυριακή στην πόρτα της μονής μια ομάδα από 70-80 πιστούς, τους οποίους καλούσε στην εκκλησία, τους διάβαζε την ευχή της εξομολόγησης, τους έλεγε έναν λόγο διδαχής και έπειτα τους έλεγε να μείνουν στη μονή όλη την εβδομάδα».56 Ο Αντώνιος Πλαμαδεάλα (Antonie Plămădeală), που ανέβαινε στη Σάμπατα ως φοιτητής και έγινε αργότερα μητροπολίτης Τρανσυλβανίας, εκάρη μοναχός από τον Μπόκα το 1949 στο Πρίσλοπ, μια μονή κοντά στην πόλη Χάτσεγκ, στον νομό Χουνεντοάρα (Hunedoara). Στο βιβλίο Rugul aprins, που τυπώθηκε το 2002, γράφει ότι ο Μπόκα εξομολογούσε «πάντοτε μέσα στην Εκκλησία, πάντοτε με τα άμφια, με το βιβλίο μπροστά του και στο τέλος διάβαζε την κανονική συγχωρητική ευχή».57 Η Παρασκίβα Άνγκελ, από το χωριό Ντετζάνι (Dejani), που έμεινε μια εβδομάδα στη μονή τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1944, θυμόταν σε μια συλλογή του 2008 ότι «ο Πατέρας εξομολογούσε έναν άνθρωπο και τρεις ώρες».58
Τον Αύγουστο του 1943, ο Δημήτριος Στανιλοάε έγραψε στην Telegraful Român για «το έργο στη Μονή Μπρανκοβεάνου». Στα λιβάδια της μονής, έγραφε, βρίσκονταν καθημερινά «200-300 ανθρώπινα όντα». Πολλοί έρχονταν από εκατοντάδες χιλιόμετρα και έμεναν εκεί από δύο ως πέντε εβδομάδες, «τρεφόμενοι μόνο με ψωμί και νερό». Ο καθένας περίμενε τη σειρά του για την εξομολόγηση ξέροντας «ότι ο Πατέρας θα μείνει μόνο μαζί του 4-5 ώρες σε προσωπική συνομιλία». Το πρόγραμμα του Μπόκα ήταν για τον Στανιλοάε «μια ζωντανή αποκατάσταση του πιο γνήσιου ορθόδοξου πνεύματος».59
Ο Νικόλαος Στρέζα κοιμήθηκε μια νύχτα στο κελλί του, μαζί με άλλους νέους, πριν μπει στη Θεολογική Σχολή. Ο Μπόκα ξάπλωσε «στη σανίδα του, έτσι όπως ήταν ντυμένος», κι εκείνοι στο πάτωμα.60
Η Λίντια Στανιλοάε, κόρη του καθηγητή, έγραψε αργότερα ένα βιβλίο αναμνήσεων για τον πατέρα της. Διηγείται ότι ένα καλοκαίρι, χωρίς να λέει τη χρονιά, εκείνη και ο πατέρας της συνάντησαν στο Βλαντένι (Vlădeni), το χωριό όπου γεννήθηκε ο Στανιλοάε, στον νομό Μπρασόβ (Brașov), μια ομάδα χωρικών που πήγαιναν με τα πόδια στη Σάμπατα για τη γιορτή του Προφήτη Ηλία, «επειδή ο π. Αρσένιος αρχίζει να μιλάει τη γλώσσα των πουλιών και έπειτα ανεβαίνει με το πύρινο άρμα στον ουρανό». Ο Στανιλοάε λυπήθηκε: «Οι καημένοι οι άνθρωποι. […] Είναι αφελείς και διψούν για το εξαιρετικό. Ερμηνεύουν κάθε λέξη όπως θέλουν αυτοί. Θα έπρεπε να προσέχουμε περισσότερο τον τρόπο που εκφραζόμαστε μπροστά τους και να αφήσουμε κάπως τους φτηνούς εντυπωσιασμούς.» Η Λίντια προσθέτει ότι ο πατέρας της «ήταν πολύ αποκαρδιωμένος, όπως και πολλές άλλες φορές» και ότι έλεγε: «Έτσι γεννιούνται επικίνδυνες πλάνες στον λαό».61
Η ίδια Λίντια Στανιλοάε γράφει ότι ο πατέρας της «αποδοκίμαζε την επιθυμία ορισμένων λειτουργών της Εκκλησίας “να βγαίνουν στη σκηνή”». Τον Σεραφείμ Ποπέσκου τον θεωρούσε «τον αληθινό του μαθητή και υποτακτικό» και έλεγε γι’ αυτόν: «Ο π. Σεραφείμ είναι αληθινός μοναχός. Χωρίς επίδειξη, χωρίς κυνήγι του θαυμασμού των ανθρώπων.» Και παρακάτω: «Αν δεν είχε μείνει αυτός εκεί, σταθερός και ταπεινός, σαν βράχος που τον χτυπούν τα κύματα, όλα θα είχαν γκρεμιστεί στη Σάμπατα.»62
Ο Κράινικ είπε αργότερα στους ανακριτές ότι η πρώιμη φήμη του πρώην φοιτητή του στηριζόταν σε «μια διεισδυτική τέχνη να διασαφηνίζει τις καταστάσεις της θρησκευτικής ψυχολογίας και να δίνει πνευματικές συμβουλές». Στο άρθρο του 1990, ο Μποντογκάε έγραφε ότι στο κίνημα της Σάμπατα ο Μπόκα «πρόσφερε μια ξεχωριστή συμβολή, που δεν πρέπει να ξεχαστεί, ακόμη κι αν στη μεθοδολογία της έμειναν αρκετές πτυχές προς διόρθωση».63 Ο Μπόκα δήλωσε: «Χάρη στις γνώσεις που είχα συγκεντρώσει τον καιρό των σπουδών και τις οποίες εφάρμοζα όπου μπορούσε να γίνει αυτό, ο λαός ξεπερνούσε τα όρια της δίκαιης εκτίμησης και με θεωρούσε εξαιρετικά προικισμένο.»64 Μια σημείωση από τους φακέλους της Σεκιουριτάτε, χωρίς συντάκτη και χωρίς ημερομηνία, που βρίσκεται στο ίδιο φύλλο με το παρατσούκλι των φοιτητικών χρόνων, λέει ότι «περνούσε τη χτένα από εβονίτη μέσα από τα σκληρά του γένια και, όταν πετάγονταν σπίθες, ρωτούσε τις γυναίκες που ήταν παρούσες: είδατε;».65 Ο εβονίτης είναι ένα είδος σκληρού καουτσούκ, που φορτίζεται με ηλεκτρισμό όταν τρίβεται.
Ο Κράινικ, η Φιλοκαλία και η πρώτη σύλληψη (1944–1945)
Ο Κράινικ έμεινε κρυμμένος μερικούς μήνες στη Σάμπατα τον χειμώνα 1944–1945, όταν τον αναζητούσαν οι αρχές. Στις αναμνήσεις του, που τυπώθηκαν το 1996, γράφει: «Ο μοναχός με τον οποίο έφτασα τη μετέτρεψε με τον φλογερό ζήλο του σε έναν απέραντο τόπο προσκυνήματος. Γι’ αυτό μορφώθηκε στο Βουκουρέστι και τελειοποιήθηκε στο Άγιον Όρος. Οι προσκυνητές που φτάνουν ψάλλοντας με το χιόνι ως το στήθος φέρνουν τεράστιες προσφορές, με τις οποίες οι μοναχοί τρέφουν έναν φτωχό οικισμό κάτω από το βουνό και ένα ορφανοτροφείο στο Σιμπίου.»66 Στις βραδιές εκείνου του χειμώνα, ο Κράινικ του εξήγησε τις Exercițiile spirituale του Ιγνατίου Λογιόλα, του ιδρυτή του τάγματος των Ιησουιτών. «Με την ιδιότητά του ως μοναχός», θα θυμόταν ο Κράινικ, «καθώς ήταν πολύ περίεργος να γνωρίσει αυτή τη μέθοδο πνευματικής ζωής, με παρακάλεσε να του τη μεταφράσω και να του τη σχολιάσω».67
Τα χρόνια αυτά ο Δημήτριος Στανιλοάε μετέφραζε τη Φιλοκαλία, και οι πρώτοι τόμοι άρχισαν να κυκλοφορούν στο Σιμπίου το 1946. Στον πρόλογο του πρώτου τόμου, στη δεύτερη έκδοση, του 1947, ο Στανιλοάε γράφει ότι για ορισμένα κείμενα είχε «ένα πρώτο σχέδιο μετάφρασης» του ιερομονάχου Σεραφείμ Ποπέσκου. Τον Μπόκα, «τον καλό μου φοιτητή του παλιού καιρού, που μου έμεινε πάντα κοντά», τον ευχαριστεί επειδή «ευαρεστήθηκε να γράψει κατ’ υπαγόρευσή μου το μεγαλύτερο μέρος της μετάφρασης στην πρώτη της σύνταξη». Εκεί δείχνει επίσης ότι ο Μπόκα πούλησε 800 αντίτυπα από την πρώτη έκδοση, ότι οι συνδρομές που συγκέντρωσε του έδωσαν «την αποφασιστική ώθηση» να την ξανατυπώσει και ότι αυτός έκανε και το εξώφυλλο.68 Στον πρόλογο του δεύτερου τόμου γράφει ότι μπόρεσε να ξεπεράσει τις δυσκολίες της εκτύπωσης «χάρη στις μαζικές συνδρομές που εξασφάλισε η Πανοσιολογιότητά του» και τον ονομάζει «κορυφαίο κτήτορα της ρουμανικής Φιλοκαλίας». Στον πρόλογο του τέταρτου τόμου, του 1948, ο Στανιλοάε γράφει ότι ο Μπόκα «συνέχισε να δίνει την ίδια αποφασιστική στήριξη με τις συνδρομές που έκανε».69
Η Λίντια Στανιλοάε θυμάται ότι «ο π. Αρσένιος θεωρούσε τον εαυτό του ακόμη μαθητή του πατέρα μου και επί μερικές εβδομάδες έγραφε κατ’ υπαγόρευση, με τα μικρά και τακτικά του γράμματα, ό,τι μετέφραζε ο πατέρας μου από τα ελληνικά». Η ίδια παρατηρεί ότι ο Μπόκα «δεν μετέφρασε αυτός, ποτέ, ούτε μία γραμμή από το προαναφερθέν έργο». Γράφει ακόμη ότι ο πατέρας της της επαναλάμβανε: «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για έναν μοναχό είναι να αφήσει τους επαίνους των άλλων να τον σκανδαλίσουν.»70 Ο Αντώνιος Πλαμαδεάλα προσθέτει ότι οι πρώτοι τόμοι μοιράστηκαν στους προσκυνητές της Σάμπατα.71
Το καλοκαίρι του 1945 συνελήφθη για πρώτη φορά. Ο Ντούντου Βελίτσου (Dudu Velicu), που κρατούσε τα χρόνια εκείνα στο Βουκουρέστι ένα ημερολόγιο της εκκλησιαστικής ζωής, σημείωσε τον Φεβρουάριο του 1947 ότι «αυτός ο Αρσένιος συνελήφθη από τον ιερέα Κ. Μπουρντούτσεα, όταν ο πρώτος βρισκόταν στη Μονή Μπιστρίτσα, και ο δεύτερος ήταν υπουργός Θρησκευμάτων». Ο Βελίτσου δεν λέει από πού το ξέρει. Η μονή Μπιστρίτσα βρίσκεται στην Ολτενία, όχι μακριά από την πόλη Ρίμνικου Βίλτσεα. Από το Ρίμνικου Βίλτσεα, όπου είχε συλληφθεί στις 17 Ιουλίου, οδηγήθηκε στο Βουκουρέστι και αφέθηκε ελεύθερος στις 30 Ιουλίου.72
Ο Παουλίν Λέκκα διηγείται, χωρίς να δίνει τη χρονιά, ότι ήρθε με τα πόδια από τη Γκόβορα (Govora) στη Μπιστρίτσα, όπου βρισκόταν ο Μπόκα, για να του ζητήσει να τον δεχτεί υποτακτικό. Γράφει ότι «ο π. Αρσένιος με υποδέχτηκε με τόση εχθρότητα και περιφρόνηση», ώστε αποσύρθηκε να προσευχηθεί στο εκκλησάκι. Στον αποχαιρετισμό, ο Μπόκα του έδωσε ένα βιβλίο βαλμένο «σε δύο μεγάλους φακέλους, τον έναν μέσα στον άλλον», ζητώντας του να μην τους ανοίξει και να το πάει στον π. Παντολέοντα, έναν ιερέα της Γκόβορα. Στον δρόμο, τον Λέκκα τον σταμάτησαν και τον έψαξαν, και οι φάκελοι ανοίχτηκαν: «Ήταν ένα βιβλίο του Ρούντολφ Στάινερ, όπου γινόταν λόγος για διόραση, αύρα κ.λπ.»73 Ο Ρούντολφ Στάινερ ήταν Αυστριακός φιλόσοφος και εσωτεριστής, ιδρυτής της ανθρωποσοφίας, μιας διδασκαλίας που ο ίδιος την παρουσίαζε ως «επιστήμη του πνεύματος».74 Εσωτεριστική λέγεται μια κρυφή διδασκαλία, που προορίζεται μόνο για τους μυημένους. Διόραση είναι η υποτιθέμενη όραση των πραγμάτων που είναι κρυμμένα από τα μάτια, και αύρα ένα υποτιθέμενο φως που περιβάλλει, όπως λένε, το σώμα του ανθρώπου.
Τα τελευταία χρόνια στη Σάμπατα (1946–1948)
Σε μια συλλογή των γραπτών του τυπώθηκε μια επιστολή προς την «Αδελφή μας Φρασίνα», υπογεγραμμένη «Αρσένιος» και με ημερομηνία 18 Φεβρουαρίου 1946. Η Φρασίνα ήταν μια γυναίκα που έλεγε ότι έχει οράματα. Η επιστολή αρχίζει έτσι: «Διάβασα όσα σου μεταδόθηκαν από τον άλλο κόσμο. Σου τα στέλνω διορθωμένα ως προς τη γραμματική και, όπου χρειαζόταν, και ως προς το περιεχόμενο. Εκτιμώ το χάρισμα που σου έδωσε ο Θεός, όμως προσοχή πρέπει να έχουμε και οι δύο.» Ο Μπόκα της θυμίζει έπειτα ότι «από τη διδασκαλία των Πατέρων προκύπτει ότι πρέπει να φυλαγόμαστε από ασυνήθιστα πράγματα, όπως είναι τα οράματα, τα μηνύματα και άλλα». Για τους επαίνους στα μηνύματά της γράφει: «το γεγονός ότι η Θεοτόκος σε επαινεί και σε ονομάζει ότι θα γίνεις αγία και η αγία των αγίων – ακόμη κι αν εκεί θα φτάσεις, όπως έφτασε και η Μαρία η Αιγυπτία, όμως με βάζει σε σκέψεις.» Και για τον εαυτό του: «Βλέπω ότι κι εγώ βρίσκομαι να με επαινούν. Κοκκινίζει το πρόσωπό μου από ντροπή, ξέροντας τις πτώσεις μου και πέφτοντας από πτώση σε πτώση. Αν δεν λειτουργώ, όπως βλέπετε – είναι και εξαιτίας του ότι έχασα την ανθρωπιά μου μπροστά στον Θεό και στη Θεοτόκο.» Παρακάτω τη συμβουλεύει: «Φύγε ακόμη και από τον έπαινο της Θεοτόκου.» Στο τέλος της λέει πώς να καταφέρει να μιλά στις συνάξεις του «Στρατού του Κυρίου» (Oastea Domnului): «Λοιπόν να σου ζητήσει ο π. Γκρόβου την άδεια από τον Δεσπότη να μιλάς στον Στρατό. Στην Εκκλησία γράφει ότι η γυναίκα να σιωπά. Λοιπόν δεν χαλάμε τα γραμμένα.»75 Ο Στρατός του Κυρίου ήταν ένα θρησκευτικό κίνημα συνδεδεμένο με το όνομα του ιερέα Ιωσήφ Τρίφα από το Σιμπίου.76
Επίσης το 1946 άρχισε να χτίζει για τον εαυτό του ένα κελλί στο βουνό. Ο ιερέας Νικόλαος Στρέζα, που δούλεψε κι αυτός εκεί, γράφει ότι «οι αρχές απαγόρευσαν έπειτα το έργο».77
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, η Λίντια Στανιλοάε και ο πατέρας της ανέβηκαν στα Όρη Φαγκαράς με μια ομάδα από τη Σάμπατα, στην οποία ήταν και ο Μπόκα και ο Σεραφείμ Ποπέσκου. Στην επιστροφή, ο σκύλος του φύλακα του καταφυγίου δάγκωσε τη Λίντια. Ο πατέρας της θέλησε να την πάει την επόμενη μέρα στο Σιμπίου, για τις ενέσεις κατά της λύσσας, και ο Μπόκα προσπάθησε να την εμποδίσει: «Μην πας! Σε διαβεβαιώνω εγώ ότι δεν θα συμβεί τίποτα!» Η Λίντια γράφει: «Ο λόγος του π. Αρσενίου θεωρούνταν από τους θαυμαστές του γράμμα ευαγγελίου. Ήταν όμως επιπολαιότητα και οίηση να αποφασίζει άλλος στη θέση μου σε μια περίσταση που, ενδεχομένως, μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες.»78 Οίηση είναι η έπαρση.
Τα χρόνια αυτά γνώρισε την πριγκίπισσα Ιλεάνα, από τη βασιλική οικογένεια της Ρουμανίας. Στους ανακριτές δήλωσε το 1955: «Εκτός από τις πνευματικές ενασχολήσεις, επισκεπτόμουν την πριγκιποπούλα ΙΛΕΑΝΑ, στο διαμέρισμά της, όπου είχα και συζητήσεις μαζί της.» Ο ίδιος ο Μπόκα τοποθέτησε την πρώτη τους συνάντηση το 1947, ενώ ο Κράινικ θυμόταν ότι είχαν μιλήσει γι’ αυτή τη συνάντηση ήδη από τον χειμώνα 1944–1945.79
Τα καλοκαίρια μετά τον πόλεμο έρχονταν στη Σάμπατα και ομάδες φοιτητών από το Βουκουρέστι. Ο Πλαμαδεάλα γράφει ότι «στις διακοπές ετοίμαζε διαλέξεις χριστιανικής μύησης, και μύησης στην προσευχή».80 Ο καθηγητής Φλ. Γκιτσέσκου από το Μπρασόβ, που ανέβαινε τότε στη Σάμπατα, θυμόταν σε μια συλλογή του 2008 ότι τα πρώτα λόγια που άκουσε από αυτόν, την 1η Ιουλίου 1946, ήταν: «Υπάρχει Παράδεισος και κόλαση».81 Κατά τον ιερέα Νικόλαο Στρέζα, στη νηστεία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 1947, μετά τη Λειτουργία και την εξομολόγηση, ο Μπόκα διάβαζε και ερμήνευε αποσπάσματα από το Cărarea Împărăției, το βιβλίο του που οι θαυμαστές του θα τύπωναν πολύ αργότερα.82
Στις 20 Φεβρουαρίου 1947, ο Μπόκα ήρθε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Ο Ντούντου Βελίτσου, που τον είδε εκεί, γράφει ότι στη Σάμπατα ήταν «πολύ γνωστός, μάλιστα ξακουστός, ως κάποιος που υποτίθεται ότι έχει το χάρισμα να γνωρίζει τα μυστικά του ανθρώπου». Ο ίδιος σημειώνει ότι μια ομάδα κυριών και μερικοί νέοι «δεν τον άφηναν από τα μάτια τους». Ο Μπόκα είπε στους παρόντες ότι εκείνη τη μέρα δεν θα τους μιλούσε, και ο Βελίτσου έμαθε έπειτα ότι η κοσμητεία τού απαγόρευσε να δώσει δημόσια διάλεξη στο κτίριο της σχολής. «Είναι μεγαλομανής», γράφει ο Βελίτσου, και στο τέλος της εγγραφής βγάζει το συμπέρασμα: «Ο τσαρλατανισμός δεν είναι ξένος σε αυτόν τον άνθρωπο».83
Από την άνοιξη του 1947 ερχόταν στη Σάμπατα και η Ιουλιέτα Κωνσταντινέσκου (Julieta Constantinescu), μια φοιτήτρια είκοσι ενός ετών, που σπούδαζε στο Βουκουρέστι Θεολογία και Φιλοσοφία. Ερχόταν μαζί με έναν συμφοιτητή της, τον οποίο αγαπούσε χωρίς πια να την αγαπά εκείνος. «Εγώ τον αγαπούσα πολύ ειλικρινά», θα δήλωνε αργότερα, «και από τη μεριά μου σκεφτόμουν να παντρευτώ μαζί του», αλλά «με τον καιρό εκείνος άρχισε να με απωθεί». Ο συμφοιτητής ήταν ο Νικόλαος Μπορντάσιου, φοιτητής της Θεολογίας, γιος ιερέα από το Μπιχόρ (Bihor), που ανέβαινε κι αυτός στη Σάμπατα στις καλοκαιρινές διακοπές. Το 1948, η Σεκιουριτάτε τον παρακολουθούσε μαζί με μια ομάδα φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Βουκουρεστίου, τους οποίους θεωρούσε λεγεωνάριους. Ανάμεσά τους ήταν ο Λεωνίδας Πλαμαδεάλα, ο μετέπειτα μητροπολίτης Αντώνιος, και ο Ρομάν Μπράγκα. Έζησε ως φυγάς ως τον Ιούλιο του 1955, όταν συνελήφθη.84 Ένα σημείωμα από τους φακέλους της Σεκιουριτάτε, που παραθέτει η βιογραφία του 2018, διηγείται ένα περιστατικό μετά το μεσημεριανό φαγητό. Από την αυλή της μονής ακούστηκαν φωνές: η Ιουλιέτα ήθελε να πέσει στη λιμνούλα για να αυτοκτονήσει, και μερικοί φοιτητές την τραβούσαν πίσω προς την όχθη. Ο Μπόκα βγήκε από την τράπεζα, την ηρέμησε και προσπάθησε να χαλαρώσει τους γύρω. Το σημείωμα λέει ακόμη ότι έπειτα φέρεται να κάθισε μαζί της σε ένα παγκάκι, να την κράτησε στα γόνατά του, όπως κρατά κανείς ένα παιδί, και να αστειεύτηκε για να τη βγάλει από την απόγνωση. Η σχέση τους προκάλεσε σύντομα σχόλια. Μια άλλη φοιτήτρια θυμόταν ότι λεγόταν για την Ιουλιέτα ότι «θα ήταν ικανή να κατακτήσει τον π. Αρσένιο στη θέση εκείνου που έχασε».85 Η βιογραφία που κυκλοφόρησε το 2018 γράφει, χωρίς να δείχνει από πού το ξέρει, ότι ο Μπόκα συνόδευσε έπειτα την Ιουλιέτα από τη Σάμπατα στο Σιμπίου, με την άμαξα της μονής, και από εκεί με το τρένο στο Βουκουρέστι, όπου αναζήτησαν μαζί, χωρίς αποτέλεσμα, τον Μπορντάσιου. Το 1950 η Ιουλιέτα έγινε μοναχή, με το όνομα Ζαμφίρα, και θα γινόταν αργότερα ηγουμένη της μονής Πρίσλοπ.86
Επίσης στη Σάμπατα γνώρισε τον Μπόκα και ο π. Αρσένιος Παπατσόκ (Arsenie Papacioc), αργότερα πνευματικός στη σκήτη του Τεκιργκιόλ (Techirghiol), στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Είχε έρθει, όταν ετοιμαζόταν να μπει σε μοναστήρι, για να ζητήσει μια ευλογία· τη χρονιά δεν τη λέει. Το 1996, σε μια συζήτηση με τους πατέρες της μονής Σιχάστρια (Sihăstria), που μαγνητοφωνήθηκε, θυμόταν το τραπέζι στην τράπεζα της Σάμπατα: «Κι ο Αρσένιος Μπόκα έβαλε τα χέρια του έτσι… Κάτι μάτια γαλάζια, δυνατά… σε μένα έτσι… καρφωμένα… Εγώ όταν το είδα λέω: κοίτα τη δουλειά σου, κύριε. Εγώ δεν ήμουν κουτός, ήμουν παιδί διαβασμένο…» Για την πνευματική ωφέλεια από εκεί έλεγε: «Πολύ ωφελήθηκα από τον π. Σεραφείμ, όχι από τον Αρσένιο, από τον Σεραφείμ ωφελήθηκα.»87 Στην ίδια συζήτηση, ο Παπατσόκ διηγιόταν και για την Ιουλιέτα, την οποία είχε γνωρίσει ως φοιτήτρια της Θεολογίας. «Όταν εμφανίστηκε ο αρσενισμός», έλεγε, «πήγε και η Ιουλιέτα στη Σάμπατα», κι εκεί, για να της δώσουν προσοχή, «ρίχτηκε στο νερό που ήταν εκεί». Όταν ο π. Ιωαννίκιος Μπαλάν, της Σιχάστρια, τον ρώτησε αν ήταν απόπειρα αυτοκτονίας, απάντησε: «το προσποιήθηκε».88 Ο Παπατσόκ έλεγε ακόμη ότι, μετά από αυτό, ο Μπόκα και η Ιουλιέτα «έμειναν σε οικειότητα, σε μεγάλη οικειότητα» και ότι «έφευγαν στο δάσος μαζί». Δεν λέει ότι ήταν παρών ούτε από ποιον το ξέρει.89
Στο ημερολόγιο του Παουλίν Λέκκα βρίσκεται και ένας λόγος του Μπόκα για την ευχή του Ιησού. Όταν ο Λέκκα ήταν στη Φρασινέι, ο π. Νήφων από εκεί ήρθε στη Σάμπατα. Ο Μπόκα τον ρώτησε αν γνωρίζει τον αδελφό Βίκτωρα, όπως αποκαλεί τον εαυτό του ο Λέκκα στο ημερολόγιο. Έπειτα ο Μπόκα είπε στον Νήφωνα: «Πες του εκ μέρους μου να μη λέει πια “Κύριε Ιησού”, γιατί θα τρελαθεί.» Ο Λέκκα δεν ήταν παρών στη συζήτηση. Γράφει: «Μου ήρθε κάπως βαρύ να ακούσω τέτοια λόγια από τον “άγιο” της Σάμπατα.» Συνέχισε πάντως να λέει την ευχή. Στο ημερολόγιο, το περιστατικό έρχεται αμέσως μετά την ιστορία ενός αδελφού που είχε χάσει τα λογικά του. Κάποιοι έλεγαν ότι αυτό του ήρθε από την ευχή του Ιησού, αλλά ο Λέκκα γράφει ότι η αιτία ήταν «το ανεξομολόγητο πάθος του, αλλά και η υπερηφάνεια της αγιότητας».90
Ο Παουλίν Λέκκα διηγείται στο ημερολόγιο, χωρίς να δίνει τη χρονιά, ότι πήγε στον Μπόκα μια κοπέλα που έπεφτε σε τρανς και έλεγε ότι μιλά με τον «Θεούλη». Τρανς είναι μια κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος μοιάζει να βγαίνει από τον εαυτό του. Ο Λέκκα ήλπιζε ότι ο Μπόκα θα έδειχνε στην κοπέλα ότι την πλανά ο διάβολος. «Αλλά, προς έκπληξή μας, ο π. Αρσένιος όχι μόνο δεν μας προειδοποίησε, αλλά επιδοκίμαζε απερίσκεπτα την κοπέλα, με απαράδεκτο τρόπο.» Όταν γύρισε στη μονή του, ο Λέκκα του έγραψε: «Πανοσιολογιότατε π. Α., λυπηθείτε το Αίμα που ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έχυσε για όλους μας, λυπηθείτε το ποίμνιο που ποιμαίνετε και λυπηθείτε την ψυχή της Αγιοσύνης σας».91
Το 1948 ο Μπόκα συνελήφθη ξανά. Τα «Repere biografice», ένα χρονολόγιο τυπωμένο στη συλλογή μαρτυριών του δημοσιογράφου Ρομέο Πετρασιούκ, δίνουν την ημέρα 14 Μαΐου. Λένε ότι κατηγορήθηκε πως είχε βοηθήσει με τρόφιμα τους αντικομμουνιστές αγωνιστές των Ορέων Φαγκαράς, δηλαδή όσους αντιστέκονταν στο καθεστώς με τα όπλα, και ότι «βασανίστηκε επί ενάμιση μήνα».92 Ο Ντούντου Βελίτσου σημειώνει στο ημερολόγιο, τον Ιούλιο, τη φήμη που κυκλοφορούσε ανάμεσα στους κληρικούς: «Ο ιερέας Αρσένιος, […] από τη Μονή Σάμπατα, συνελήφθη – βεβαιώνεται στους κληρικούς κύκλους. Και, παρόλο που ήταν άρρωστος, οδηγήθηκε ωστόσο με τα πόδια».93 Κατά τη βιογραφία του 2018, ανακρίθηκε πρώτα στη Σιγκουράντσα (Siguranța) του Φαγκαράς, την πολιτική αστυνομία πριν από τη Σεκιουριτάτε, έπειτα στο Μπρασόβ. Προς το τέλος του καλοκαιριού τον άφησαν ελεύθερο, επειδή δεν είχαν βρει αποδείξεις εναντίον του. Η συγγραφέας γράφει: «Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι υπέστη κακομεταχείριση με την κτηνωδία που υφίσταντο συνήθως οι κρατούμενοι.»94
Οι ανακριτές τον ρώτησαν κυρίως για τους λεγεωνάριους. Ο Μπόκα δήλωσε ότι είχε δεχτεί στη μονή ως αδελφούς δύο πρώην λεγεωνάριους και ότι είχε ζητήσει πολλές φορές από τη χωροφυλακή «ένα σταθερό φυλάκιο ελέγχου, που να γλιτώνει τη μονή από εμπλοκές σε έναν ανεπίτρεπτο τομέα». Για τους φυγάδες λεγεωνάριους που έρχονταν να εξομολογηθούν έλεγε, σε άλλες δηλώσεις, ότι τους προέτρεπε να αφήσουν τα όπλα και να επιστρέψουν στον «χριστιανισμό που δεν μαλώνει με την Εξουσία».95
Ο Παουλίν Λέκκα μίλησε για τα ίδια χρόνια σε μια δήλωση που έδωσε στη Σεκιουριτάτε στις 18 Ιουλίου 1958. Διηγείται εκεί ότι είχε έρθει στη Σάμπατα και ότι ο Μπόκα τον δέχτηκε «με πολλή αγάπη». Για τα χρόνια εκείνα δήλωνε: «Από τα λόγια του ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ, από τα κηρύγματα και από τις στάσεις του, διαπίστωσα ότι αυτός, ζαλισμένος από το φωτοστέφανο αγίου που δημιουργήθηκε γύρω του, λατρεμένος από τους λεγεωνάριους που είχαν συσπειρωθεί γύρω του, ήθελε να γίνει (αυτή είναι η γνώμη μου, που την απέκτησα ύστερα από τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά μου) ένα είδος αρχηγού της λεγεώνας με πνευματική έννοια.» Έλεγε ακόμη ότι οι λεγεωνάριοι στις φυλακές ζητούσαν τη συμβουλή του και ότι όσοι έρχονταν στη Σάμπατα είχαν κάνει εκεί «ένα είδος στρατοπέδου εργασίας».96
Το φθινόπωρο του 1948, ο Μπόκα έφυγε από τη Σάμπατα για το Πρίσλοπ. Ο Αντώνιος Πλαμαδεάλα γράφει ότι ο μητροπολίτης Μπαλάν τον μετέθεσε εκεί για να τον προστατέψει, «επειδή η Σάμπατα είχε μπει στην πραγματικότητα στο στόχαστρο της Σεκιουριτάτε», και ότι ο Μπόκα «λυπήθηκε πολύ».97 Κατά τη βιογραφία του 2018, τη μετάθεση την αποφάσισε το Υπουργείο Θρησκευμάτων, τη χρονιά που το κράτος κατήργησε την Ελληνοκαθολική Εκκλησία. Ένα σημείωμα από τον φάκελο της Σεκιουριτάτε λέει ότι ο Μπόκα στελνόταν στο Πρίσλοπ, μονή ως τότε ελληνοκαθολική, «για να αναλάβει και να διοικήσει τη μονή, η οποία σύμφωνα με την ένωση των Εκκλησιών πρόκειται να γίνει κτήμα της ορθόδοξης Εκκλησίας». Ο βίος που δημοσίευσε το Πατριαρχείο λέει μόνο ότι στάλθηκε «να ανασυστήσει τη Μονή Πρίσλοπ κοντά στο Χάτσεγκ».98

Φωτογραφία: Leopold Adler, Βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας, κοινό κτήμα, μέσω Wikimedia Commons.
[Επόμενο άρθρο: Η ζωή του Αρσενίου Μπόκα (Β΄), 1948–1989.]
Σημειώσεις
- Η δήλωση που έγραψε ο Μπόκα το 1945 («Ο υπογεγραμμένος γεννήθηκα το 1910, Σεπτεμβρίου 29, στη Βάτσα ντε Σους, νομός Χουνεντοάρα»), δημοσιευμένη από τον Daniil Stoenescu στο Biserica de la Drăgănescu – „Capela Sixtină” a Ortodoxiei românești, Deva, 2005, σσ. 11–13 (βλ. σημ. 5), κατά τη μελέτη Grozăviile neasemănate de la Drăgănescu și viața Părintelui Arsenie Boca în lumina Sfinților Părinți – v 11, ιστολόγιο «Adevărul despre Părintele Arsenie Boca» (888adevarul8despre8arsenieboca8.wordpress.com), 2016 (στο εξής: Grozăviile· παραθέτω την τυπωμένη σελίδα), σ. 847. Την ίδια ημέρα δίνουν: η Tatiana Niculescu, „Ei mă consideră făcător de minuni”. Viața lui Arsenie Boca, Humanitas, București, 2018 (στο εξής: Niculescu), σ. 11, η οποία περιγράφει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης χωρίς να δίνει την ταξιθετική της ένδειξη· τα «Repere biografice», στο Romeo Petrașciuc, Părintele Arsenie Boca: minuni și mărturii, ηλεκτρονική έκδοση «v.0.9», χωρίς τυπωμένη σελιδαρίθμηση (στο εξής: Petrașciuc· η σελίδα είναι της ηλεκτρονικής έκδοσης), σ. 87· ο βίος που δημοσίευσε το Πατριαρχείο Ρουμανίας στο basilica.ro στις 28 Νοεμβρίου 2025, στο ημερολόγιο της ημέρας: «Sfântul Cuvios Mărturisitor Arsenie de la Prislop; Sf. Cuv. Mc. Ștefan cel Nou; Sf. Mc. Irinarh», https://basilica.ro/calendar-ortodox-28-noiembrie/ (στο εξής: basilica.ro). ↩
- Ο τύπος «Boca Zian-Vălean»: έγγραφο της Πρυτανείας της Ακαδημίας της 22ας Ιουνίου 1933, στο Αρχείο της Μητρόπολης Τρανσυλβανίας (στο εξής: AMA), dosar III-225-1933, αρ. 6193/22 Ιουνίου 1933, κατά τον Sorin-Gabriel Pomană, «Părintele Arsenie Boca în anii studenției la Academia Teologică Andreiană (1929–1933) – Documente inedite», Studia Doctoralia Andreiana, I (2022), σσ. 106–119 (στο εξής: Pomană), σ. 114. Ο Pomană είναι συγγραφέας ευνοϊκός προς τον Μπόκα· από αυτόν παίρνω μόνο τα έγγραφα, με τις ταξιθετικές ενδείξεις που δίνει ο ίδιος. Την εξήγηση μέσω της ουγγρικής ορθογραφίας του ονόματος Jianu τη δίνει η Niculescu, σ. 12, χωρίς κάποιο έγγραφο που να τη στηρίζει· η ίδια γράφει ότι το όνομα που είναι γραμμένο στα επίσημα έγγραφα είναι «Zian Vălean». ↩
- Για τους γονείς: Niculescu, σσ. 11–12. Η συγγραφέας περιγράφει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης, που τη συνέταξε ο υπάλληλος του δημαρχείου, χωρίς να δίνει την ταξιθετική της ένδειξη ή τον τόπο όπου φυλάσσεται. Για την αναχώρηση του πατέρα στην Αμερική: Niculescu, σ. 12 («σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί Τρανσυλβανοί περνούν τον Ατλαντικό αναζητώντας μια καλύτερη ζωή»), σσ. 14–15 και 17. Η συγγραφέας γράφει ότι «δεν είναι γνωστό πόσο έμεινε στην Αμερική» και ότι ο Ιωσήφ Μπόκα «φέρεται να εμφανίζεται» σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε το 1920 στο Κλίβελαντ του Οχάιο. Τη φωτογραφία την έθεσε σε κυκλοφορία στο διαδίκτυο ο Florin Duțu, συγγραφέας μιας βιογραφίας του Μπόκα (Niculescu, σ. 14, σημ. 2). ↩
- Για το διαζύγιο: Niculescu, σσ. 18–19, κατά τον Iovu Mihuț, Copilăria Părintelui Arsenie Boca, Icona, Arad, 2012, σ. 61. Τον χωρισμό των γονέων τον διηγείται και η Ζόε Ντάιαν, κόρη του Βασίλε Κρουτσίν, στο Petrașciuc, σ. 9. Για τον δεύτερο γάμο της μητέρας: Niculescu, σ. 18. Οι θαυμαστές διηγούνται διαφορετικά αυτόν τον δεύτερο γάμο. Η Ζόε Ντάιαν λέει ότι η μητέρα έμεινε μόνη «με τον θάνατο του πατέρα του» και ότι, «επειδή ήταν πολύ νέα, οι συγγενείς την ανάγκασαν να ξαναπαντρευτεί» (η συνέντευξη που πήρε ο Valentin Iacob, Formula As, αρ. 886, 2009, κατά το Grozăviile, σ. 890· το όνομα αυτού που πήρε τη συνέντευξη το δίνει η Niculescu, σ. 23, σημ. 1· το κείμενο στο διαδίκτυο είναι χωρίς διακριτικά σημεία, και τα διακριτικά στα παραθέματά μου τα έβαλα εγώ). Στη συνέντευξη της συλλογής του Petrașciuc, η ίδια Ζόε Ντάιαν μιλά πρώτα για τον χωρισμό των γονέων, όταν ο Ζιαν πήγαινε στο δημοτικό σχολείο, έπειτα για τον δεύτερο γάμο στον οποίο την ανάγκασαν «οι γονείς της μητέρας του» (Petrașciuc, σσ. 9–10). Ο ιεροδιάκονος Δομέτιος της μονής Σάμπατα γράφει, σε μια μαρτυρία της 11ης Ιουνίου 1990, ότι μετά τον θάνατο του πατέρα η μητέρα «αναγκάστηκε από τη μητέρα της να ξαναπαντρευτεί» (Mărgăritare duhovnicești, περιεχόμενο που συγκέντρωσε ο αρχιμανδρίτης Serafim Popescu, επιμέλεια του ιερομονάχου Teognost, 3η αναθεωρημένη έκδ., Ed. „Credința strămoșească”, 2013, ηλεκτρονική έκδοση «v.0.9.8», χωρίς τυπωμένη σελιδαρίθμηση (στο εξής: Mărgăritare· η σελίδα είναι της ηλεκτρονικής έκδοσης), σ. 5). Στη δήλωση του 1945, ο Μπόκα μιλά για διαζύγιο. Η συνέντευξη αναδημοσιεύθηκε, με διακριτικά και με το όνομα του Valentin Iacob, στο Formula AS, αρ. 1694, 18 Νοεμβρίου 2025 (https://www.formula-as.ro/2025/11/18/pe-urmele-parintelui-arsenie-boca-adolescentul-din-gradina-cu-flori/). Εκεί αντιπαρέβαλα τα παραθέματα για τον δεύτερο γάμο και για τις διακοπές στο Μπούτενι. Για την παιδική ηλικία στο Μπραντ και στο Μπούτενι: Niculescu, σσ. 15–16 και 20· Zoe Daian, στο Petrașciuc, σσ. 10–11. ↩
- Η δήλωση είναι υπογεγραμμένη «Ο ιερομόναχος Αρσένιος. R. Vâlcii. 17 Ιουλίου 1945» (στο εξής: Δήλωση του 1945). Ο Stoenescu, το Grozăviile και η Niculescu την ονομάζουν αυτοβιογραφία· εμείς την ονομάζουμε δήλωση, επειδή γράφτηκε την ημέρα της σύλληψης, αρχίζει με το «Ο υπογεγραμμένος» και βρίσκεται στον ποινικό φάκελο. Τη δημοσίευσε ο Daniil Stoenescu στο Biserica de la Drăgănescu – „Capela Sixtină” a Ortodoxiei românești. „O smerită mărturisire ortodoxă de credință exprimată plastic”, Deva, 2005, σσ. 11–13. Την παραθέτω κατά το Grozăviile, σσ. 845–869, όπου αναδημοσιεύεται αποσπασματικά. Η Tatiana Niculescu παραθέτει τα ίδια χωρία από το ACNSAS, P 013928, φφ. 17–21. Το ACNSAS είναι το αρχείο του Εθνικού Συμβουλίου για τη Μελέτη των Αρχείων της Σεκιουριτάτε. Τους φακέλους τους παραθέτω προς το παρόν μέσω του βιβλίου της Tatiana Niculescu, με τις ταξιθετικές ενδείξεις που δίνει η ίδια. Η σύλληψη στο Ρίμνικου Βίλτσεα στις 17 Ιουλίου 1945, με την απελευθέρωση στις 30 Ιουλίου: Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87· η Niculescu, σ. 19, μιλά για «μία από τις αυτοβιογραφίες» του, άρα ο Μπόκα έγραψε περισσότερες τέτοιες δηλώσεις για τον εαυτό του. ↩
- Για τον πατέρα και τη μητέρα: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σσ. 847–848· Niculescu, σσ. 19–20, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φ. 17. Η ταξιθετική ένδειξη είναι αλλοιωμένη στο κείμενο του βιβλίου στη σ. 20· τη δίνω κατά τη σ. 21, όπου το ίδιο φύλλο παρατίθεται ολόκληρο. Για τον θάνατο του πατέρα: Niculescu, σ. 20, χωρίς παραπομπή· Δήλωση του 1945: «Μπαίνοντας στον ανώτερο κύκλο του λυκείου έμεινα ορφανός από πατέρα» (κατά το Grozăviile, σ. 847). ↩
- Για το λύκειο και το οικοτροφείο: Niculescu, σσ. 17 και 20· Zoe Daian, στο Petrașciuc, σ. 11. Για την κλίση προς τη θρησκεία και το βιβλίο του Καντ: Niculescu, σ. 21, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φ. 17· Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 847. ↩
- Niculescu, σ. 23, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φ. 33. ↩
- Για την αποφοίτηση: Niculescu, σ. 23· Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87· ο ιερέας Nicolae Streza, στο Alte mărturii despre Părintele Arsenie Boca, Colecția „Ortopraxia”, Făgăraș, 2008 (στο εξής: Alte mărturii), σ. 17. «Πρώτος της σειράς του»: Niculescu, σ. 23. Για την αεροπορία: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 847. ↩
- Για την είσοδο στην Ακαδημία: Niculescu, σ. 24· Δήλωση του 1945: «Ήμουν και υπότροφος» (κατά το Grozăviile, σ. 848). Η αίτηση εγγραφής του, της 22ας Αυγούστου 1929, με ένα πιστοποιητικό απορίας ανάμεσα στα συνημμένα έγγραφα, βρίσκεται στο AMA, dosar III-294-1929, αρ. 7565/23 Αυγούστου 1929, κατά τον Pomană, σ. 108. Για τις υποτροφίες του μητροπολίτη: Pomană, σ. 107: ο μητροπολίτης «διάλεγε κάθε χρόνο τους νέους με την καλύτερη κατάρτιση – είτε από τους αποφοίτους της Ακαδημίας είτε από τους πτυχιούχους των Θεολογικών Σχολών του Τσερνάουτσι και του Βουκουρεστίου – και τους έστελνε με υποτροφία σε μεταπτυχιακά μαθήματα στο εξωτερικό». ↩
- Για τον Στανιλοάε και την ελληνική γλώσσα: Pomană, σ. 111: το δεύτερο έτος σπουδών ήταν «η χρονιά κατά την οποία είχε και τις πρώτες ώρες ελληνικής γλώσσας με τον νεαρό καθηγητή Δημήτριο Στανιλοάε», κατά το Anuarul Academiei Teologice „Andreiana” din Sibiu, VII, 1930–1931, σσ. 101 και 106· βλ. και Pomană, σ. 107, με τον κατάλογο των καθηγητών. Για τα έτη σπουδών: Niculescu, σσ. 24 και 35· Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87· Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 17. ↩
- Για τις αιτήσεις να μείνει στο οικοτροφείο: Η αίτηση της 12ης Δεκεμβρίου 1929: AMA, dosar III-696-1929, αρ. 10790/12 Δεκεμβρίου 1929, κατά τον Pomană, σ. 110· για τις αιτήσεις των επόμενων ετών, Pomană, σ. 110, και για την άδεια του μητροπολίτη να μένει δωρεάν στο οικοτροφείο, AMA, dosar IV-60-1931, αρ. 4496/20 Μαρτίου 1931, κατά τον Pomană, σ. 112. Ο Bodogae έγραφε ότι τις διακοπές «τις περνούσε συχνά σε κάποιον συγγενή του», και ο Pomană προσθέτει ότι από τα έγγραφα του AMA προκύπτει ότι τις περνούσε «γενικά, στο οικοτροφείο της Ακαδημίας» (Pomană, σ. 113). Για την πώληση του σπιτιού: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 848: «Κατά τη διάρκεια της θεολογίας πούλησα το πατρικό μου σπίτι για να μπορέσω να συνεχίσω τις σπουδές μου.» Η Niculescu (σ. 24) τοποθετεί την πώληση στην είσοδό του στη Θεολογία. ↩
- Η αίτηση του Μαΐου 1931 («πρέπει να δουλέψω στη βιβλιοθήκη “Astra” για να κερδίσω λίγα χρήματα· επειδή είμαι ορφανός, δεν έχει ποιος να μου στείλει, ούτε ποιος να με φροντίσει»· «πρέπει να αντιγράψω μερικά χειρόγραφα του κ. καθηγητή των σλαβικών γλωσσών G. Caragheorghevici, για να καλύψω τα έξοδα για τα βιβλία, την επόμενη χρονιά»): AMA, dosar IV-60-1931, αρ. 4496/23 Μαΐου 1931, κατά τον Pomană, σσ. 111–112. Η εγγραφή της 18ης Ιουνίου 1931 («παρουσιάζει για πληρωμή λογαριασμό 1400 λέι ως αμοιβή για την ταξινόμ. των δελτίων στην κεντρική βιβλιοθήκη»): Registrul Indici Astra – 1931, αρ. 1756, στην Υπηρεσία Νομού Σιμπίου των Εθνικών Αρχείων, κατά τον Pomană, σ. 112, σημ. 22. Το σημείωμα που υπέγραψε ο Μπόκα δεν σώζεται πια (Pomană, αυτόθι). ↩
- Για την επιστολή προς τον μητροπολίτη: Επιστολή από το Βουκουρέστι, 5 Δεκεμβρίου 1933, όταν ήταν στο πρώτο έτος στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, AMA, fond Corespondență Nicolae Bălan, φ. χωρίς αρίθμηση, κατά τον Pomană, σ. 115 (με αναπαραγωγή του αποσπάσματος στη σ. 119). Για τον Bodogae: Teodor Bodogae, «În amintirea părintelui Arsenie», Telegraful Român, αρ. 2–4, 1990, σ. 4, διαβασμένο στη σάρωση της σελίδας που αναδημοσίευσε το Sibiu Independent, 1 Δεκεμβρίου 2025 (https://sibiuindependent.ro/2025/12/01/primul-articol-aparut-in-presa-despre-parintele-arsenie-dupa-revolutia-din-1989-o-marturie-discreta-si-esentiala-semnata-de-pr-prof-teodor-bodogae/). Το απόσπασμα είναι τυπωμένο και στο Noi mărturii despre Părintele Arsenie Boca, επιμ. Ioan Cișmileanu, Colecția „Ortopraxia” 13, Agaton, Făgăraș, 2005, αναθεωρημένη έκδοση (στο εξής: Noi mărturii), σ. 11. ↩ ↩
- Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 848. ↩
- Για τη δήλωση του 1955: Niculescu, σ. 35, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 001659, φφ. 34–36, και I 002637, τόμ. II, φ. 34. Για τον χωρισμό από τη μητέρα: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 848. ↩
- Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 848. ↩
- Για τη θέληση και για τον Ελιάντε: Niculescu, σσ. 29 και 33–34, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φφ. 17–18. Για τις μελέτες του Ελιάντε: Niculescu, σ. 34, με τον κατάλογο των άρθρων του Ελιάντε στο Revista de filosofie και στο Gândirea, των ετών 1929–1931. ↩
- Dorin-Zosim Oancea, μάθημα στη Θεολογική Σχολή «Αντρέι Σαγκούνα» του Σιμπίου, 4 Μαρτίου 2014 (λεπτά 30’40″–36’23”), κατά το Părinții îl dezvăluie pe Părintele Arsenie Boca, συμπίλημα χωρίς συγγραφέα και χωρίς στοιχεία έκδοσης, PDF που δημοσιεύθηκε το 2016 στο ιστολόγιο «Adevărul despre Părintele Arsenie Boca» (888adevarul8despre8arsenieboca8.wordpress.com) (στο εξής: Părinții îl dezvăluie· η τυπωμένη σελίδα είναι ίδια με τη σελίδα του PDF), σ. 73. Ο Oancea τοποθετεί το περιστατικό «γύρω στο 1928»· ο Μπόκα μπήκε στην Ακαδημία το 1929, οπότε η χρονιά είναι κατά προσέγγιση. ↩
- Για το παρατσούκλι: Niculescu, σσ. 31 και 35. Η συγγραφέας παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. I, φ. 123. Τη σύνδεση με τον φακίρη «Dr. King» την κάνει η συγγραφέας. Για το σημείωμα για τον φακιρισμό: Niculescu, σ. 34, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φ. 6. ↩
- Pomană, σ. 114: «Boca Zian-Vălean και Popa Elisaveta, υπό την καθοδήγηση του π. καθ. Δημητρίου Στανιλοάε». Το έγγραφο της Πρυτανείας προς τον μητροπολίτη της 22ας Ιουνίου 1933, με τους τίτλους των εργασιών και την εξέταση ορισμένη για τις 26 Ιουνίου 1933: AMA, dosar III-225-1933, αρ. 6193/22 Ιουνίου 1933, κατά τον Pomană, σ. 114· στο ίδιο σημείο, Anuarul Academiei Teologice „Andreiana” din Sibiu, IX, 1932–1933, σσ. 110–111, και «Licențiații Academiei Andreiane din Sibiu», Telegraful Român, αρ. 55, 15 Ιουλίου 1933, σ. 3. Από τους 24 φοιτητές του τέταρτου έτους, τρεις ήταν εγγεγραμμένοι για την εξέταση του πτυχίου· κατά την Telegraful Român, οι υπόλοιποι έδωσαν την εξέταση ιερατικής επάρκειας. Ότι η εργασία δεν σώζεται πια το λέει ο Pomană, σ. 114, σημ. 32. Τον τίτλο της εργασίας τον δίνει και ο Μπόκα, στη δήλωση του 1945 (ACNSAS, P 013928, φ. 18, κατά τον Pomană, σ. 113). ↩
- Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 868. Ο Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87, δίνει την υποτροφία «με τη σύσταση του καθηγητή Νικολάου Ποποβίτσι»· βλ. και Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 17, και Niculescu, σσ. 35–36. ↩
- Για τον Ράινερ: Δήλωση του 1945 («Στην ιατρική πολλές φορές δεν μπορούσα να πάω εξαιτίας των αναταραχών και των φοιτητικών απεργιών»), κατά το Grozăviile, σ. 868· Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87· Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 17· Niculescu, σσ. 39–40. Για τον Κράινικ: Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87· Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 17· Niculescu, σσ. 39–40. ↩
- Niculescu, σ. 36 (το οικοτροφείο στη Ράντου Βόντα, χωρίς παραπομπή) και σ. 38, που παραπέμπει στη Lidia Stăniloae Ionescu, Lumina faptei din lumina cuvântului. Împreună cu tatăl meu, Dumitru Stăniloae, 2η έκδ., Humanitas, București, 2010, σ. 140. Κατά τη Niculescu, οι οικείοι του Γκεόργκε Στανιλοάε τον αποκαλούσαν «Μπάμπου»· η Lidia Stăniloae γράφει ότι το παρατσούκλι τού το έδωσε ο Ζιαν (κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 24, όπου η σελίδα του βιβλίου της δεν δίνεται). ↩
- Για το «Το σχολείο με απορροφούσε ολοκληρωτικά»: Niculescu, σ. 39, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φφ. 17–21 (στο βιβλίο: «P 0013928»). Στο κείμενο που δημοσίευσε ο Stoenescu: «Το σχολείο με απορροφούσε ολοκληρωτικά και δεν είχα καιρό για χάσιμο» (Grozăviile, σ. 868). Για τη μετάφραση της Κλίμακος: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. ↩
- Niculescu, σ. 45, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, φφ. 33–35. Από τη δήλωση προκύπτει ότι η κηδεία έγινε στο Βουκουρέστι, στην πλατεία του Βόρειου Σταθμού. Οι τρεις συναντήσεις με τον Κοντρεάνου, κατά την ίδια δήλωση: στην αυλή του σπιτιού του στρατηγού Καντακουζηνού στην οδό Γκούτενμπεργκ, σε μια ομιλία προς τους λεγεωνάριους· στον όρκο των λεγεωναρίων για τους δύο πεσόντες, τον Μότσα και τον Μαρίν· στην κηδεία (Niculescu, σ. 45). Για τον Κοντρεάνου, «αρχηγό των λεγεωναρίων και της Σιδηράς Φρουράς»: Niculescu, σ. 37. Η δήλωση παρατίθεται από δεύτερο χέρι: το πρωτότυπο, στο ACNSAS, I 002637, φφ. 33–35, δεν το έχω δει. ↩
- Niculescu, σ. 58, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φφ. 310–311. ↩
- Για το «εντελώς έξω»: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 868. Για τον Βουλπέσκου και τον Στάινμπεργκ: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. ↩
- Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. ↩
- Adrian Nicolae Petcu, «Părintele Arsenie Boca (o biografie documentară) I», Tabor, XVII, αρ. 2, Φεβρουάριος 2023, σσ. 5–35 (στο εξής: Petcu 2023, I), σ. 10, με παραπομπή στο AMA, dosar I-200-1936, φ. χωρίς αρίθμηση. Ο Petcu είναι συγγραφέας ευνοϊκός προς τον Μπόκα· από αυτόν παίρνω μόνο τις παραπομπές. Το έγγραφο δεν το έχω δει. Την ίδια ημέρα δίνει ο Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87, και τοποθετεί το 1935 τη χειροθεσία του σε αναγνώστη και υποδιάκονο· η Niculescu, σ. 44, χωρίς παραπομπή για την ημέρα, τοποθετεί τη χειροτονία στη Σάμπατα. Η ημέρα 29 Σεπτεμβρίου 1935: ο Adrian Nicolae Petcu, «Părintele Arsenie Boca în percepția poliției politice din România», στο CNSAS, Arhivele Securității, Nemira, București, 2004, σημ. 74 (διαβασμένο στην αναδημοσίευση στο marturisitorii.ro, 29 Σεπτεμβρίου 2014, χωρίς τη σελιδαρίθμηση του βιβλίου), την τοποθετεί στις 29 Σεπτεμβρίου 1935, κατά τον Mircea Păcurariu, Istoria Mănăstirii Prislop, Arad, 1986, σ. 158. ↩
- Για τη Σάμπατα ντε Σους: Niculescu, σ. 44· Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 18 («η μονή Μπρανκοβεάνου, ανιδρυμένη από τον μητροπολίτη Νικόλαο Μπαλάν»). Για τη σκέψη του μητροπολίτη: π. Ioan Gînscă, Părintele Arsenie Boca, mare îndrumător de suflete din secolul XX. O sinteză a gândirii părintelui Arsenie în 800 de capete, Editura Teognost, Cluj-Napoca, 2002, ISBN 973-85376-5-7, διαβασμένο στην ηλεκτρονική έκδοση «v. 1.0», που αναπαράγει τη σελίδα τίτλου (στο εξής: Gînscă). Η σελιδαρίθμηση αυτής της ηλεκτρονικής έκδοσης συμφωνεί με τον δικό της πίνακα περιεχομένων και τοποθετεί τη Σύσταση στη σ. 3, μετά τη σελίδα τίτλου, οπότε φαίνεται να ακολουθεί το τυπωμένο βιβλίο· δεν έχει αντιπαραβληθεί με τυπωμένο αντίτυπο. Εδώ: σ. 12: ο μητροπολίτης «ήθελε να έχει εκεί μόνο αποφοίτους της Θεολογίας». Στο άρθρο του 1943 που παρατίθεται παρακάτω, ο Στανιλοάε γράφει για «τη σκέψη του Σεβ. Μητροπολίτη Νικολάου» να αρχίσει, με την αναστήλωση της μονής, «μια γενική ανανέωση του ορθόδοξου μοναχικού πνεύματος» (Gînscă, σ. 17). Η Niculescu, σ. 44, προσθέτει ότι ένας διάκονος σαν τον Μπόκα «ταιριάζει θαυμάσια σε αυτό το σχέδιο»· είναι ερμηνεία της συγγραφέως. ↩
- Niculescu, σσ. 43–44, που παραπέμπει στη δήλωση του Κράινικ στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φ. 85. ↩
- Για την αναχώρηση στον Άθω και το διαβατήριο: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. Για τις άδειες: Niculescu, σ. 47, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φ. 20· Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869, όπου προστίθεται η άδεια «των δύο κυβερνήσεων: της ρουμανικής και της ελληνικής». ↩
- Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. ↩
- Daniil Stoenescu, Părintele Arsenie – „Omul îmbrăcat cu haină de in” și „Îngerul cu cădelnița de aur”, Charisma, Deva, 2η έκδ., 2009 (στο εξής: Stoenescu 2009), σ. 9. Διάβασα τη σελίδα σε μια σάρωση του βιβλίου, που δεν έχει τη σελίδα με τα στοιχεία της έκδοσης· τον εκδότη και τη χρονιά τα δίνω κατά τη μελέτη Înșelarea Părintelui Arsenie Boca și falsele lui minuni – în lumina Sfinților Părinți, ίδιο ιστολόγιο, 2016 (στο εξής: Înșelarea· η τυπωμένη σελίδα είναι ίδια με τη σελίδα του PDF), σ. 42, σημ. 46. Ο Stoenescu περιγράφει το τετράδιο ως «έναν τόμο χωρίς σελιδαρίθμηση, χειρόγραφο, δεμένο σε σκληρά εξώφυλλα και με δύο σφραγίδες στα ελληνικά του αγίου Όρους Άθω και τρεις της ιεράς Μονής Μπρανκοβεάνου της Σάμπατα ντε Σους». Τα τρία βιβλία του Stoenescu για τον Μπόκα και η εισήγησή του γι’ αυτά, που παρουσιάστηκε στη συνεδρίαση της επιτροπής αγιοκατάταξης στο Πρίσλοπ στις 31 Οκτωβρίου 2016: basilica.ro, «Mănăstirea Prislop: Întrunirea comisiei de canonizare a părintelui Arsenie Boca», 2 Νοεμβρίου 2016. Για την Επισκοπή Δακίας Φήλιξ: doxologia.ro, «Episcopia Dacia Felix (Serbia)». ↩
- Για τον Στρέζα: Nicolae Zian Streza, Catisme ale Părintelui Arsenie Boca pe Muntele Athos, Ed. „Credința strămoșească”, 2008 (στο εξής: Streza, Catisme), σσ. 16–21, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 92. Τα αρχειακά έγγραφα δεν έχουν ταξιθετική ένδειξη. Για τη χρονιά που δίνουν το Πατριαρχείο και η βιογραφία του 2018: basilica.ro: «την άνοιξη του έτους 1939, στάλθηκε στο Άγιον Όρος Άθω»· Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87 (1939)· Niculescu, σσ. 48 και 50 (Μάρτιος–8 Ιουνίου 1938, χωρίς παραπομπή· οι ημερομηνίες προέρχονται από τη δήλωση του 1945). ↩
- Petcu 2023, I, σσ. 8–9, με παραπομπή στο AMA, dosar III-728-1938, φ. χωρίς αρίθμηση: η επιστολή του μητροπολίτη προς την Ιερά Κοινότητα της 18ης Νοεμβρίου 1938, η συγκατάθεση του Ιανουαρίου 1939 και η επιστολή του Μπόκα της 14ης Ιουνίου 1939. Τα έγγραφα δεν τα έχω δει. Ο Petcu γράφει ότι ο Μπόκα έμεινε στο Άγιον Όρος ως τις 8 Ιουνίου 1939, παίρνοντας την ημέρα από τη δήλωση του 1945. ↩
- Για το κελλί του Αγίου Υπατίου: basilica.ro. Για τον Σεραφείμ Ποπέσκου: Mărgăritare, σσ. 2–3: «ένας από τους πρώτους μοναχούς, μαζί με τον π. Αρσένιο Μπόκα, της Ιεράς Μονής Μπρανκοβεάνου της Σάμπατα ντε Σους. Υπήρξε ηγούμενος από το 1949 ως το 1955». ↩
- Stoenescu 2009, σ. 9. ↩
- Για τον Αντίπα Ντινέσκου: Streza, Catisme, σσ. 16–21, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 92: το κελλί όπου «ζούσαν καμιά τέσσερις Ρουμάνοι μοναχοί, με επικεφαλής τον π. σχημοναχό Αντίπα Ντινέσκου»· η ηγουμενία στη Σκήτη Προδρόμου· «Όταν το 1939 ο διάκονος Ζιαν Μπόκα πηγαίνει στον Άθω, ο π. Αντίπας ήταν 80 ετών.» Για τον Θεοδόσιο Ντομνάριου, basilica.ro. Για τον βίο που δημοσίευσε το Πατριαρχείο: basilica.ro. ↩
- Για τον τόπο της συζήτησης: Streza, Catisme, σσ. 43–44 και 181, κατά το Părinții îl dezvăluie, σσ. 92–93, και το Înșelarea, σ. 472, όπου βρίσκεται και η διευκρίνιση του Στρέζα: «αυτή η συζήτηση έγινε μάλιστα στο Βουκουρέστι, στο σπίτι της οδού Ντόκτορ Τόμα Πετρίνι, όπου έμενε ο π. Αρσένιος». Για το σχέδιο «σε τρία επίπεδα»: Streza, Catisme, σσ. 43–44 και 181, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 93. Το Înșelarea δίνει το ίδιο χωρίο μία φορά στη σ. 181 του βιβλίου του Στρέζα (σ. 34) και άλλη φορά στις σσ. 43–44 (σ. 173). ↩
- Stăniloae, πρόλογος στη Filocalia, τόμ. I, 2η έκδ., 1947, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 5. Η προηγούμενη φράση κατονομάζει τον «Πανοσιολ. π. Ιερομόναχο Σεραφείμ Ποπέσκου, της Μονής Μπρανκοβεάνου». ↩
- Για το Κισινάου: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. Η Niculescu, σ. 56, γράφει, χωρίς παραπομπή, ότι ο μητροπολίτης τον έστειλε στα εργαστήρια εκκλησιαστικής ζωγραφικής του Κισινάου. Για το Κισινάου, τον Οκτώβριο–Δεκέμβριο του 1939: Petcu 2023, I, σ. 9, με παραπομπή στο AMA, dosar III-728-1938, φ. χωρίς αρίθμηση. Για το εργαστήριο στη Σάμπατα: Adrian Nicolae Petcu, «Părintele Arsenie Boca (o biografie documentară) II», Tabor, XVII, αρ. 3, Μάρτιος 2023, σσ. 5–33 (στο εξής: Petcu 2023, II), σ. 24, με παραπομπή στο AMA, dosar III-124-1940, φ. χωρίς αρίθμηση. Τα έγγραφα δεν τα έχω δει. ↩
- Semințe duhovnicești. Un caiet al Părintelui Arsenie Boca, Lumea Credinței, București, 2009, σ. 72, κατά τη Niculescu, σ. 57. Η Niculescu τοποθετεί το περιστατικό στον σταθμό του Κισινάου, όταν ο Μπόκα περίμενε το τρένο για το Βουκουρέστι. ↩
- basilica.ro: «Μία ημέρα πριν από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στις 31 Αυγούστου 1939, στον σταθμό, “κοιτάζοντας πάνω από τη βουή του κόσμου”, είδε τον Σωτήρα “με κάτι μάτια θεϊκής ομορφιάς και με έναν άπειρο πόνο”.» ↩
- Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. ↩
- Για την Revista Teologică: Grigorie T. Marcu, στην Revista Teologică, αρ. 9–10, Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 1940, σσ. 524–525, κατά τον Gînscă, σ. 14. Ο Gînscă δίνει και την ημέρα, 3 Μαΐου 1940, και μεταγράφει ακόμη ένα άρθρο της Telegraful Român, 12 Μαΐου 1940, σ. 6, για την ίδια ακολουθία «τη μεγάλη ημέρα, την “Παρασκευή” της Εβδομάδας της Αναστάσεως του Κυρίου, της “Ζωοδόχου Πηγής”» (σ. 15· το πλήρες κείμενο του άρθρου, στο Παράρτημα II, σσ. 242–243). Την ημέρα 3 Μαΐου 1940 τη δίνει και το basilica.ro, «34 de ani de la plecarea în veșnicie a părintelui Arsenie Boca», 28 Νοεμβρίου 2023. Τα πανομοιότυπα των εντύπων δεν τα έχω δει. Για τον Gînscă: Gînscă, σσ. 3–4, όπου βρίσκεται η σύσταση του αρχιμανδρίτη Θεοφίλου Παραϊάν. Ο Παραϊάν γράφει ότι ο συγγραφέας «έκανε αυτή την εργασία ως σχέδιο πτυχιακής διατριβής στη θεολογία» και ότι ο ίδιος τον παρότρυνε «να την τυπώσει». Τη χρονιά της υποστήριξης δεν τη δίνει. ↩
- Stoenescu 2009, σ. 9. ↩
- Petcu 2023, I, σ. 10, με παραπομπή στο AMA, dosar I-200-1936, φ. χωρίς αρίθμηση, στο μητρώο χειροτονιών και στο μητρώο κουράς της μονής Μπρανκοβεάνου, φ. 1. Τα έγγραφα δεν τα έχω δει. ↩
- Niculescu, σ. 53, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φ. 18. Με τη λέξη «ομιλία» (vorbire) ο Μπόκα εννοεί εδώ την πολυλογία, όχι την ομιλία καθαυτή: στο κείμενο της δήλωσης που δημοσίευσε ο Daniil Stoenescu η λέξη είναι «φλυαρία» (vorbăria) («Η φλυαρία μού ήταν μισητή από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ακόμη και το μοναχικό όνομα το διάλεξα για τον εαυτό μου…», κατά το Grozăviile, σ. 845). ↩
- Για τον πρώτο χρόνο στη Σάμπατα: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. Για τον Σεραφείμ Ποπέσκου: Δήλωση του 1945, κατά το Grozăviile, σ. 869. Η Niculescu, σ. 59, λέει, χωρίς παραπομπή, ότι ο Σεραφείμ Ποπέσκου ήρθε σύντομα κοντά του. ↩
- Niculescu, σ. 62, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φφ. 20–21. Στο κείμενο που δημοσίευσε ο Stoenescu: «βρέθηκα να κάνω τον πνευματικό» (Grozăviile, σ. 869). ↩
- Paulin Lecca, Jurnal duhovnicesc, επιμ. Ioan Gându, Studion, Bacău, 2013 (στο εξής: Lecca), σσ. 109–110, κατά το Părinții îl dezvăluie, σσ. 45–46. Ο Lecca αποκαλεί τον Μλάντιν «τον πρώην συμφοιτητή μου και νυν Μητροπολίτη», οπότε το χωρίο φαίνεται να γράφτηκε όταν ο Μλάντιν ήταν μητροπολίτης Τρανσυλβανίας: εξελέγη «τον Ιούνιο του 1967» και ποίμανε «ως το 1981» (basilica.ro, «1 iunie 1986 – A trecut la cele veșnice la Mănăstirea Sâmbăta de Sus Mitropolitul Ardealului Nicolae Mladin», 1 Ιουνίου 2013). Η χρονιά της έκδοσης, 2013, δεν είναι η χρονιά της συγγραφής. ↩
- Gînscă, σ. 12: «Η μονή άρχισε με τρεις μεγάλους ανθρώπους» (Θεόφιλος Παραϊάν), δηλαδή τον Μπόκα, τον Νικόλαο Μλάντιν και, από το 1940, τον Σεραφείμ Ποπέσκου. ↩
- Για την ημέρα της χειροτονίας: Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 18· basilica.ro: «την ημέρα της 10ης Απριλίου 1942, αξιώθηκε να λάβει και τη χάρη της ιεροσύνης». Τα «Repere biografice» δίνουν το 1942 και προσθέτουν ότι διορίστηκε τότε ηγούμενος στη Σάμπατα (Petrașciuc, σ. 87). Η Niculescu περιγράφει, χωρίς παραπομπή, μια χειροτονία σε ιερομόναχο ήδη από το 1939 (σ. 55), πράγμα που δεν συμφωνεί με τη δήλωση του Μπόκα του 1945. Για την Telegraful Român: «Praznicul duhovnicesc de la Mănăstirea Sâmbăta de Sus», Telegraful Român, 12 Απριλίου 1942, σ. 4, κατά τον Gînscă, σ. 16. ↩
- Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 16. ↩
- Antonie Plămădeală, Rugul aprins, Arhiepiscopia Sibiului, Sibiu, 2002, παρατίθεται κατά την ηλεκτρονική έκδοση Apologeticum, 2006 (στο εξής: Plămădeală), σ. 57. ↩
- Paraschiva Anghel, στο Alte mărturii, σ. 80. ↩
- Dumitru Stăniloae, «Lucrarea de la Mănăstirea Brâncoveanu», Telegraful Român, 8 Αυγούστου 1943, σσ. 1–2, κατά τον Gînscă, σσ. 16–19 (η παραπομπή στην εφημερίδα: σ. 19, σημ. 22). Το πρωτότυπο της εφημερίδας δεν το έχω δει. Στο ίδιο κείμενο ο Στανιλοάε γράφει ότι το κήρυγμα στη Σάμπατα «έχει ως κύριο αντικείμενο την καταπολέμηση της αμαρτίας με την αφύπνιση της σκέψης στη ζωντανή παρουσία του Χριστού» (σ. 18). Ο Gînscă δίνει ακόμη, κατά τον Romulus Neag, «Părintele Arsenie Boca în Alma Mater Zarandensis», Gândirea, νέα σειρά, VI, αρ. 5–6, 1997, σ. 29, τα λόγια που ο Πέτρου Μπόλντορ, ο διπλανός του Μπόκα στο θρανίο στο λύκειο του Μπραντ, λέει ότι άκουσε από τον Στανιλοάε στη Σάμπατα: «Ο π. Αρσένιος είναι ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του ρουμανικού μοναχισμού» (Gînscă, σ. 19). ↩
- Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σσ. 18–19. Το κελλί είχε, κατά τον ίδιο, ένα τραπέζι με μια Βίβλο, έναν σταυρό και άλλα βιβλία, μια ντουλάπα και μια κρεμάστρα, αλλά δεν είχε θερμάστρα. ↩
- Για το βιβλίο της Λίντιας Στανιλοάε: Lidia Stăniloae Ionescu, Lumina faptei din lumina cuvântului. Împreună cu tatăl meu, Dumitru Stăniloae, 2η έκδ., Humanitas, București, 2010. Το παραθέτω κατά τη συλλογή Părinții îl dezvăluie, που δεν δίνει τις σελίδες του βιβλίου. Για όσα λέει η ίδια: Lidia Stăniloae Ionescu, ό.π., κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 26. Το Βλαντένι, το χωριό όπου γεννήθηκε ο Δημήτριος Στανιλοάε, στον νομό Μπρασόβ: salutfagaras.ro, «S-au împlinit 118 ani de la nașterea părintelui Dumitru Stăniloae, originar din Vlădeni». ↩
- Lidia Stăniloae Ionescu, ό.π., κατά το Părinții îl dezvăluie, σσ. 26–27. ↩
- Για τον Κράινικ: Niculescu, σ. 67, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φ. 85. Για τον Bodogae: Teodor Bodogae, «În amintirea părintelui Arsenie», Telegraful Român, αρ. 2–4, 1990, σ. 4, διαβασμένο στη σάρωση της σελίδας (βλ. σημ. 14)· το άρθρο το μεταγράφει και ο Gînscă, σσ. 9–11. Το Noi mărturii τυπώνει από αυτό μόνο δύο αποσπάσματα, χωρίς την επιφύλαξη για τη μέθοδο και χωρίς την προσευχή του τέλους. ↩
- Niculescu, σ. 68, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φφ. 311–313. ↩
- Niculescu, σ. 67, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. I, φ. 123. Η Niculescu παραπέμπει στο ίδιο φύλλο και για το παρατσούκλι «Dr. Konig». Επειδή είναι το ίδιο φύλλο, η σημείωση μπορεί να αφορά τα φοιτητικά χρόνια, όχι τη Σάμπατα· μένει να ελεγχθεί στον φάκελο. ↩
- Για την απόκρυψη του Κράινικ: Niculescu, σσ. 75–76, χωρίς παραπομπή. Για τα απομνημονεύματά του: Nichifor Crainic, Memorii. Pribeag în țara mea, Muzeul Literaturii Române, București, 1996, κατά τη Niculescu, σ. 75. Η Niculescu δεν δίνει τη σελίδα αυτού του χωρίου· η σημείωσή της στην επόμενη σελίδα παραπέμπει στη σ. 45 των απομνημονευμάτων. ↩
- Niculescu, σ. 76, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φ. 90. ↩
- Stăniloae, πρόλογος στη Filocalia, τόμ. I, 2η έκδ., 1947, σσ. XI–XII, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 5. ↩
- Για τον δεύτερο τόμο: Stăniloae, πρόλογος στη Filocalia, τόμ. II, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 5, που παραθέτει μια ηλεκτρονική έκδοση του τόμου. Για τον τέταρτο τόμο: Stăniloae, πρόλογος στη Filocalia, τόμ. IV, Sibiu, 1948, σσ. V–VII, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 9. ↩
- Για την υπαγόρευση και τη μετάφραση: Lidia Stăniloae Ionescu, ό.π., κατά το Părinții îl dezvăluie, σσ. 23–24. Για την προειδοποίηση του Στανιλοάε: Lidia Stăniloae Ionescu, ό.π., κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 24. ↩
- Plămădeală, σ. 58. ↩
- Για τον Βελίτσου: Dudu Velicu, Biserica Ortodoxă în perioada sovietizării României. Însemnări zilnice, τόμ. I (1945–1947), επιμέλεια Alina Tudor-Pavelescu, Arhivele Naționale ale României, București, 2004 (στο εξής: Velicu I), σ. 217, στην εγγραφή της 20ής Φεβρουαρίου 1947. Για τη διαδρομή από το Ρίμνικου Βίλτσεα: Petrașciuc, «Repere biografice», σ. 87. ↩
- Lecca, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 46. Ο Lecca δεν δίνει τη χρονιά. Το περιστατικό το διηγείται μέσα στη συζήτηση με τον Μλάντιν στη Σάμπατα, όταν ο Μπόκα ήταν ακόμη εκεί: ο Μπόκα τού ζητούσε επίμονα, γράφει ο Lecca, να πάρει το πτυχίο του «για να μπω στο κοινόβιο της Σάμπατα» (σ. 45). Το συγκείμενο δείχνει ένα περιστατικό πριν από το φθινόπωρο του 1948, όταν ο Μπόκα έφυγε για το Πρίσλοπ. Ο Lecca γράφει ότι στη Γκόβορα τον σταμάτησαν «οι πολιτοφύλακες» και τον πήγαν «στην “Πολιτοφυλακή”». Η Γενική Διεύθυνση της Πολιτοφυλακής (Miliția) ιδρύθηκε μόλις στις 23 Ιανουαρίου 1949, με το Διάταγμα αρ. 25 (sri.ro, «Momente-cheie»), και το χωρίο γράφτηκε μετά το 1967 (βλ. τη σημείωση για τη συζήτηση με τον Μλάντιν): η λέξη ανήκει σε αυτόν που γράφει και δεν χρονολογεί το περιστατικό. Η Niculescu, σσ. 67–68, παραθέτοντας την ίδια σελίδα του ημερολογίου (σ. 110), γράφει ότι ο φάκελος δόθηκε στον Μλάντιν και ότι αυτός ανακάλυψε τα βιβλία. ↩
- Niculescu, σ. 10. ↩
- Για την επιστολή και την προέλευσή της: Η επιστολή είναι υπογεγραμμένη «Αρσένιος» και φέρει ημερομηνία «18. II. ’46». Τη γνωρίζω από το Înșelarea, σσ. 177–181, που την παραθέτει κατά τη συλλογή «O sinteză a lucrării Părintelui Arsenie Boca din 12 cărți», σσ. 431–433, ένα PDF που δημοσιεύθηκε το 2012 στο invitatielaortodoxie.files.wordpress.com. Δεν ξέρω ακόμη σε ποιο τυπωμένο βιβλίο εμφανίστηκε πρώτη φορά, ούτε πού φυλάσσεται το πρωτότυπο. Για τα παραθέματα από την επιστολή: Înșelarea, σσ. 177–180. ↩
- Η μπροσούρα της Αρχιεπισκοπής του Άρτζες (Argeș), Ieromonahul Arsenie Boca între adevăr și legendă (στο εξής: η μπροσούρα του Άρτζες), σ. 5, μνημονεύει τον «π. Ιωσήφ Τρίφα, από το Σιμπίου, αυτόν με τον Στρατό του Κυρίου». ↩
- Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 19. ↩
- Lidia Stăniloae Ionescu, ό.π., κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 27. ↩
- Για τη δήλωση του 1955: Πρακτικό ανάκρισης της 5ης Οκτωβρίου 1955, κατά τον Vasile Manea, Părintele Arsenie Boca – obiectivul „Bratu”, Patmos, Cluj-Napoca, 2009, που παρατίθεται στη μελέτη Părintele Profesor Dumitru Stăniloae și Părintele Arsenie Boca – o relație demitizată, σ. 38, κατά ένα άρθρο στο ziaristionline.ro (13 Σεπτεμβρίου 2015). Η ταξιθετική ένδειξη που δίνεται εκεί: «Dosar Informativ 2637 (VOL I)», χωρίς φύλλο. Για τη χρονολογία της συνάντησης: Niculescu, σ. 77, που παραπέμπει για την ανάμνηση του Κράινικ στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φ. 88. ↩
- Plămădeală, σ. 57. ↩
- Fl. Ghițescu, στο Alte mărturii, σ. 107. ↩
- Nicolae Streza, στο Alte mărturii, σ. 18· για την έκδοση του βιβλίου, Niculescu, σ. 88. ↩
- Για την απαγορευμένη διάλεξη: Velicu I, σ. 216. Για την κρίση του Βελίτσου: Velicu I, σσ. 216–217. Η φράση του τέλους συνεχίζει: «…ο οποίος, αν λάβουμε υπόψη τη στάση του, τον τρόπο που παρουσιάζεται, σε συνδυασμό με την παρουσία γύρω του της ομάδας των γυναικών, θυμίζει παλιές, ιστορικές στάσεις, θλιβερές εμπειρίες στη ρωσική Εκκλησία». Στην ίδια εγγραφή, ο Βελίτσου τον αποκαλεί «ο αρχιμανδρίτης Αρσένιος Μπόκα από το Σιμπίου» και του δίνει «καμιά 45 χρόνια» (σ. 216)· ήταν 36. ↩
- Για την Ιουλιέτα: Niculescu, σσ. 90–91, που παραπέμπει στη δήλωση της Julieta Constantinescu στο ACNSAS, P 001659, τόμ. III, φ. 13. Ο συμφοιτητής ήταν κι αυτός φοιτητής της Θεολογίας, ένα έτος μεγαλύτερος. Για τον Μπορντάσιου στη Σάμπατα: Ότι ο Μπορντάσιου και η Ιουλιέτα ήταν ανάμεσα στους φοιτητές θεολογίας από το Βουκουρέστι που ήρθαν στη Σάμπατα τον Ιούλιο–Αύγουστο του 1947: Florin Duțu, „Și cărțile au fost deschise”, που παρατίθεται στο Grozăviile, σ. 898, με παραπομπή στο ACNSAS, fond Penal, dosar 1659, τόμ. I, φ. 157 (ο φάκελος της Ιουλιέτας). Ότι επισκέπτονταν τον Μπόκα στη Σάμπατα «στις καλοκαιρινές διακοπές»: Petcu 2023, II, σ. 8. Ο πατέρας του, Γκεόργκε Μπορντάσιου, ήταν ιερέας στο Μπιχόρ· ο Μπόκα τον αποκαλεί «ιερέα στην κοινότητα Τιχιάγκα, Περιφέρεια Οράντεα» σε μια δήλωση του 1955 (ACNSAS, P 001659, τόμ. IV, φφ. 13–16, κατά τον Duțu, στο Grozăviile, σ. 898· η Niculescu, σσ. 110–111, παραπέμπει στην ίδια δήλωση). Το χωριό όπου γεννήθηκε, Σαμπολτσίου (Sabolciu), το δίνει η Niculescu, σ. 100. Για την παρακολούθηση και τη σύλληψη του Μπορντάσιου: Petcu 2023, II, σ. 8, που παραπέμπει στο ACNSAS, fond Informativ, dosar 2637, τόμ. 2, φφ. 335–352: συνελήφθη στις 18 Ιουλίου 1955, «αφού επί έξι χρόνια είχε καταφέρει να ξεφεύγει από τα όργανα καταστολής». Η Niculescu, σ. 112, γράφει ότι είχε καταδικαστεί ερήμην σε 20 χρόνια καταναγκαστικά έργα. Ο Μπορντάσιου πέθανε τον Νοέμβριο του 2018 (basilica.ro, «Pr. Nicolae Bordașiu a trecut la cele veșnice»). ↩
- Για το περιστατικό στη λιμνούλα: Niculescu, σ. 92, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. I, φ. 124. Επίσης κατά το σημείωμα, στο τραπέζι ήταν ο Μπόκα, ο Σεραφείμ Ποπέσκου, ο Δημήτριος Στανιλοάε, η Ζόριτσα Λάτσκου, ένας στρατηγός από το Βουκουρέστι και άλλοι επισκέπτες, και ο Στανιλοάε φέρεται να είπε για την κοπέλα: «Μια εκστασιασμένη!». Η Niculescu τοποθετεί το περιστατικό το 1947 (σ. 99). Για τα λόγια για την Ιουλιέτα: Niculescu, σ. 92, κατά το ίδιο φύλλο (ACNSAS, I 002637, τόμ. I, φ. 124). ↩
- Για το ταξίδι στο Βουκουρέστι: Niculescu, σσ. 100–101, χωρίς παραπομπή. Τοποθετεί κι αυτό το περιστατικό το 1947. Η άμαξα, γράφει, είχε τεθεί στη διάθεση της μονής από τον μητροπολίτη Μπαλάν. Για την κουρά και την ηγουμενία: Niculescu, σσ. 90–91, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 203645, τόμ. I, φ. 1· για την κουρά, στις 6 Αυγούστου 1950, Niculescu, σ. 118. Ότι ήταν ηγουμένη στο Πρίσλοπ το δείχνει η δήλωση του Paulin Lecca του 1958: «σημερινή ηγουμένη του Πρίσλοπ» (κατά το Grozăviile, σ. 886). ↩
- Για το Τεκιργκιόλ: Plămădeală, σ. 42: «ο π. Αρσένιος Παπατσόκ που τώρα είναι στη Σκήτη του Τεκιργκιόλ». Για τη συζήτηση στη Σιχάστρια: Η συζήτηση στη μονή Σιχάστρια το 1996, με τους αρχιμανδρίτες Κλεόπα Ηλίε, Ιωαννίκιο Μπαλάν, Αρσένιο Παπατσόκ και άλλους, κατά τη μαγνητοφώνηση που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο (https://www.youtube.com/watch?v=w9AAI9iwvkM, η ίδια συζήτηση, μεγαλύτερη, στο https://www.youtube.com/watch?v=pVenPJIVm6I, 16 Δεκεμβρίου 2020, λεπτά 1:43 και 2:17), μεταγραμμένη στο Grozăviile, σσ. 165–166. Κατά την ακρόαση της μεγαλύτερης μαγνητοφώνησης διακρίθηκαν τα «Πολύ ωφελήθηκα από… τον Σεραφείμ» (λεπτό 1:43) και «κάτι μάτια γαλάζια, δυνατά… σε μένα» (2:17). Οι λέξεις «όχι από τον Αρσένιο», «κοίτα τη δουλειά σου, κύριε» και «ήμουν παιδί διαβασμένο» δεν διακρίθηκαν και μένουν κατά τη μεταγραφή του Grozăviile. Το Grozăviile τοποθετεί τη συζήτηση το 1996· ο π. Άνθιμος Γκαντιόι, σε μια άλλη μαγνητοφώνηση, λέει 2001. Η Niculescu, σ. 205, μνημονεύει τη μαγνητοφώνηση, που «κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με τον τίτλο Despre rătăcirile Părintelui Arsenie Boca». Ο Παπατσόκ αποκαλεί τον Σεραφείμ Ποπέσκου «ηγούμενο», αν και αυτός ήταν ηγούμενος από το 1949, μετά την αναχώρηση του Μπόκα. Τη χρονιά της επίσκεψης του Παπατσόκ δεν τη δίνει. ↩
- Η ίδια συζήτηση: μαγνητοφώνηση pVenPJIVm6I, λεπτά 5:08–5:50· Grozăviile, σσ. 921 και 924–925. Κατά την ακρόαση της μαγνητοφώνησης διακρίθηκαν τα «Πηγαίνει και η Ιουλιέτα στη Σάμπατα», η πτώση στη λιμνούλα («μπορούσε να πνιγεί») και «ήταν πολύς κόσμος». Η απάντηση «το προσποιήθηκε», μετά την ερώτηση του π. Ιωαννικίου, δεν διακρίθηκε και μένει κατά τη μεταγραφή του Grozăviile. Ο Παπατσόκ δεν λέει ότι ήταν παρών ούτε από ποιον ξέρει το περιστατικό. ↩
- Η ίδια συζήτηση στη Σιχάστρια: μαγνητοφώνηση pVenPJIVm6I, γύρω στο λεπτό 6:00· Grozăviile, σσ. 921 και 925. Κατά την ακρόαση της μαγνητοφώνησης διακρίθηκαν τα «μεγάλη οικειότητα» και «έφευγαν στο δάσος μαζί». ↩
- Lecca, κατά το Părinții îl dezvăluie, σ. 41. Ότι ο «αδελφός Βίκτωρ» του ημερολογίου είναι ο ίδιος ο Lecca φαίνεται από όσα γράφει αμέσως μετά. Το λέει και ο Stelian Gombos, σε ένα κείμενο που αναδημοσιεύεται στην ίδια συλλογή, σ. 33. Η μονή Φρασινέι ανήκει στην Αρχιεπισκοπή του Ρίμνικ, στον νομό Βίλτσεα (frasinei.arhiepiscopiaramnicului.ro). ↩
- Lecca, κατά το Părinții îl dezvăluie, σσ. 42–44. Τα σημεία αναφοράς: ο Lecca γνωρίζει την κοπέλα στη μονή Αντίμ στο Βουκουρέστι, «προς την άνοιξη», αφού ο μονσινιόρ Γκίκα «το 1947, βρισκόταν στο Βουκουρέστι»· σε τρανς, η κοπέλα λέει ότι «θα έρθει ο Πατριάρχης Αλέξιος της Μόσχας στη χώρα μας, αν και εμείς το ξέραμε αυτό», και «αναγγέλλει» ότι ο βασιλιάς Μιχαήλ θα διωχτεί από τη χώρα, «γεγονός που το είχαμε ήδη μάθει» (σ. 44). Η επίσκεψη του πατριάρχη δίνεται ως μελλοντική, και η εκδίωξη του βασιλιά ως ήδη γνωστή· τα σημεία αναφοράς δεν επιτρέπουν ασφαλή χρονολόγηση. Ο τόπος δεν κατονομάζεται: ο Lecca γράφει μόνο ότι πήγε «στον π. Αρσένιο, που ζούσε σε μια μονή στον βορρά της χώρας». ↩
- Petrașciuc, «Repere biografice», σσ. 87–88, με παραπομπή στον George Enache, Părintele Arsenie Boca în atenția poliției politice, Partener, Galați, 2009. ↩
- Dudu Velicu, Biserica Ortodoxă în anii regimului comunist. Însemnări zilnice, τόμ. II (1948–1959), επιμέλεια Alina Tudor-Pavelescu και Șerban Marin, București, 2005, σ. 94, στην εγγραφή που αρχίζει στις 23 Ιουλίου 1948. Ο Βελίτσου δεν δίνει το επώνυμό του. ↩
- Niculescu, σσ. 101–103, χωρίς παραπομπή για τους τόπους της ανάκρισης. ↩
- Για το φυλάκιο ελέγχου: Niculescu, σ. 102, που παραπέμπει στο ACNSAS, I 002637, τόμ. II, φφ. 124–126. Για την προτροπή να αφήσουν τα όπλα: Niculescu, σ. 63, που παραπέμπει στο ACNSAS, P 013928, φ. 39. Η ίδια διατύπωση εμφανίζεται και στη σ. 102, με παραπομπή στο I 002637, τόμ. II, φφ. 124–126. ↩
- Η δήλωση του Paulin Lecca της 18ης Ιουλίου 1958, ACNSAS, φάκελος αρ. 5101, κατά τους Florian Bichir, Romeo Petrașciuc, Raluca Toderel, Părintele Arsenie Boca în Arhivele Securității. Anchetele, canalul și persecuția. Opis de documente, τόμ. II, Agnos, 2014, σσ. 490 και 506, που παρατίθεται στο Grozăviile, σσ. 886–887. Τον τόμο δεν τον έχω δει. Στην ίδια δήλωση, ο Lecca λέει ότι είχε έρθει στη Σάμπατα αφού βγήκε από τη στρατιωτική φυλακή της Τιμισοάρας. ↩
- Plămădeală, σσ. 33 και 51. Η Αουρέλια Τίνκα, που δούλευε στην κουζίνα της μονής, λέει ότι «ο μητροπολίτης Μπαλάν τον έστειλε στο Πρίσλοπ, όπου η μονή ήταν εγκαταλελειμμένη» (Petrașciuc, σ. 86). ↩
- Για τη μετάθεση στο Πρίσλοπ: Niculescu, σ. 104· η απόφαση του υπουργείου είναι χωρίς παραπομπή, και το σημείωμα παρατίθεται κατά το ACNSAS, P 13928, φ. 46. Τον μήνα της αναχώρησης, τον Νοέμβριο του 1948, τον δίνουν τα «Repere biografice» (Petrașciuc, σ. 88). Για τον βίο που δημοσίευσε το Πατριαρχείο: basilica.ro: «Ο Όσιος Αρσένιος στάλθηκε, το φθινόπωρο του έτους 1948, να ανασυστήσει τη Μονή Πρίσλοπ κοντά στο Χάτσεγκ». ↩