Το Όνομα του Θεού (ΙΙ): η Ενανθρώπηση ως αποκάλυψη του Ονόματος

Πώς το κρυμμένο Όνομα του Γιαχβέ γίνεται στον Ιησού όνομα που προφέρεται και σώζει; Ορθόδοξη μελέτη για την Ενανθρώπηση, τον Κύριο, τον Σταυρό, την Ανάσταση και την Προσευχή του Ιησού.

Το Όνομα του Θεού (ΙΙ): η Ενανθρώπηση ως αποκάλυψη του Ονόματος
Εν συντομία

Το Β΄ μέρος παρακολουθεί πώς το κρυμμένο Όνομα του Γιαχβέ (YHWH) γίνεται, εν Χριστώ, ανθρώπινο όνομα, που μπορεί να προφερθεί και σώζει: Ιησούς. Η μελέτη διατρέχει τη βιβλική φιλολογία, τον Κύριο (Kyrios), την Ενανθρώπηση, τον Σταυρό, την Ανάσταση, τη λατρεία και το θεμέλιο της Προσευχής του Ιησού.

Γεσουάτο κατ’ οικονομίαν όνομα: ο Γιαχβέ σώζει
Κύριοςοι απόστολοι ομολογούν εν Χριστώ το Όνομα του Κυρίου
Ιωάννης 1ο Λόγος γίνεται σάρκα και στήνει τη σκηνή Του ανάμεσά μας
Φιλ. 2το Όνομα το υπέρ παν όνομα φανερώνεται εν δόξη
Πράξεις 4δεν υπάρχει υπό τον ουρανό άλλο Όνομα εν ω δει σωθήναι
Λειτουργίατο Όνομα γίνεται επίκληση, μνημόνευση και προσευχή
Μελέτη σε 5 μέρη · Το Όνομα του Θεού

Η σειρά «Το Όνομα του Θεού»

Μέρος Β΄ · Η Ενανθρώπηση ως αποκάλυψη του Ονόματος (διαβάζετε τώρα)
Μέρος Ε΄ · Η παραλαβή του Ονόματος στην έρημο (στα αγγλικά)

Αυτός είναι ο πλήρης κατάλογος της σειράς. Κάθε μέρος μπορεί να διαβαστεί χωριστά, όμως ολόκληρη η πορεία οδηγεί από τον Γιαχβέ στο Όνομα του Ιησού, στην Προσευχή της καρδιάς και στη φύλαξη του Ονόματος μέσα στη χριστιανική ζωή.

Προοίμιο: από τον Γιαχβέ στον Ιησού

Στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς παρακολουθήσαμε πώς αποκαλύπτεται το Όνομα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη — από τον Γιαχβέ (YHWH) που φανερώθηκε στον Μωυσή στην καιόμενη βάτο, μέσα από τη θεολογία του Σεμ (Shem) των προφητών, ως την μεσσιανική προσδοκία ενός νέου Ονόματος που θα περιλάμβανε στον εαυτό του ολόκληρο το πλήρωμα του κρυμμένου Ονόματος. Είδαμε εκεί ότι το θείο Όνομα δεν είναι, στη Γραφή, μια απλή βολική ετικέτα, αλλά ο τόπος της παρουσίας, ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός γίνεται προσιτός στον άνθρωπο χωρίς να χάνει την υπερβατικότητά Του. Ο Γιαχβέ δεν διατυπώνει μια θεωρία για τον Εαυτό Του· γνωρίζεται ως Αυτός που είναι — και αυτό το «είναι» γίνεται παρόν μέσα στο Όνομα.

Το ερώτημα με το οποίο κλείναμε το Μέρος Α΄ ήταν το εξής· πώς μπορεί εκείνο το κρυμμένο Όνομα, που ο ευσεβής Ισραηλίτης δεν τολμούσε να προφέρει, να γίνει Όνομα που προφέρεται, Όνομα σωτήριο, Όνομα που θεραπεύει, διώχνει δαίμονες και ανοίγει τους ουρανούς; Η απάντηση της Καινής Διαθήκης είναι μία, σκανδαλώδης στην απλότητά της: μέσω της Ενανθρώπησης. Ο Λόγος του Θεού, Αυτός που φέρει και αποκαλύπτει το Όνομα του Πατρός, σαρξ εγένετο (Ιω. 1, 14). Εκείνο που οι προφήτες ονόμασαν Σεμ, εκείνο που ο λαός άκουγε στην καιόμενη βάτο, εκείνο που φυλασσόταν κάτω από το καταπέτασμα του Ναού — Αυτός που ήταν, στο Πρόσωπο του Υιού, ο αιώνιος φορέας του Ονόματος, λαμβάνει τώρα, στο πλήρωμα του χρόνου, ανθρώπινο όνομα: Ιησούς.

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να τοποθετήσει αυτή τη διαβεβαίωση στο βάθος της. Δεν είναι ένας στοχασμός ευλάβειας, αλλά μια μελέτη — βιβλική, φιλολογική, πατερική και λειτουργική — του τρόπου με τον οποίο η Παράδοση της Εκκλησίας κατανόησε το Όνομα Ιησούς όχι ως μια ετικέτα κολλημένη σε ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως το κατ’ οικονομίαν όνομα του ενσαρκωμένου Υιού: το όνομα που λήφθηκε εν σαρκί και μέσω του οποίου το σωτήριο έργο του μόνου αληθινού Θεού γίνεται προσιτό, προφερόμενο και επικλητό. Αυτή είναι, πιστεύω, η προϋπόθεση χωρίς την οποία η Προσευχή του Ιησού δεν μπορεί να γίνει κατανοητή· και χωρίς την οποία ολόκληρη η θεολογία του ησυχασμού, που θα συναντήσουμε στο Μέρος Δ΄, παραμένει ακατανόητη.

Το Όνομα Ιησούς δεν είναι ιστορική ετικέτα, αλλά το κατ’ οικονομίαν όνομα του ενσαρκωμένου Υιού.


Το κλειδί της ανάγνωσης

Το άρθρο δεν λέει ότι η γλωσσική μορφή «Ιησούς» αντικαθιστά μηχανικά το Τετραγράμματο. Λέει ότι το Πρόσωπο που φέρει το όνομα Ιησούς είναι ο αιώνιος Υιός, ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, και ότι το Όνομα που λήφθηκε εν σαρκί αποκαλύπτει το σωτήριο έργο του Θεού.

I. Το Όνομα Ιησούς υπό το φως της βιβλικής φιλολογίας

1.1. Γεσουά (Yeshua): το Όνομα και η σημασία του

Το όνομα που ο άγγελος απευθύνει στον Ιωσήφ στο Ματθ. 1, 21 — «και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» — είναι, στην αραμαϊκή γλώσσα που μιλούσαν η Θεοτόκος και οι μαθητές, Γεσουά (Yeshua, יֵשׁוּעַ), όψιμος τύπος του εβραϊκού Γεχοσουά (Yehoshua, יְהוֹשֻׁעַ). Η ετυμολογία είναι διαφανής για κάθε Ισραηλίτη του α΄ αιώνα: το όνομα είναι μια συμπυκνωμένη πρόταση, που αποτελείται από τον σύντομο τύπο του Τετραγράμματου — Γεχό (Yeho) — και από το ρηματικό θέμα γιασά (yasha), «σώζω», «ελευθερώνω». Το Γεχοσουά σημαίνει, κατά λέξη, «ο Γιαχβέ σώζει» ή «ο Γιαχβέ είναι η σωτηρία».

Αυτή η ετυμολογία δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια που θα μπορούσαμε να προσπεράσουμε. Είναι ο άξονας πάνω στον οποίο στηρίζεται ολόκληρη η καινοδιαθηκική θεολογία του Ονόματος. Όταν ο Ματθαίος μεταφράζει την εξήγηση του αγγέλου — «αυτός γαρ σώσει» — αφήνει να διαφανεί στον Εβραίο αναγνώστη το πλήρωμα του σημασιολογικού παιχνιδιού: το Όνομα του παιδιού λέει τι θα κάνει το παιδί, επειδή λέει ποιος είναι το παιδί. Το Γεσουά δεν είναι, λοιπόν, ένα τυχαίο όνομα επιλεγμένο για ένα τυχαίο παιδί· είναι το κατ’ οικονομίαν όνομα κατ’ εξοχήν — το όνομα που λήφθηκε στην Ενανθρώπηση, δεμένο στενά με την οικονομία της σωτηρίας, και που αποκαλύπτει στο ανθρώπινο επίπεδο το έργο που μόνο ο Θεός του Ισραήλ μπορεί να επιτελέσει: τη λύτρωση του λαού Του.

Οφείλουμε να πούμε εδώ με τη μεγαλύτερη ακρίβεια τι ισχυριζόμαστε και τι όχι. Δεν λέμε ότι ο Υιός αρχίζει να είναι Θεός μέσω του ονόματος Ιησούς: το Πρόσωπο του Υιού είναι αιώνιο, η θεότητά Του είναι εξ αιώνος, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Το Γεσουά δεν είναι το αιώνιο Όνομα του Υιού ως γλωσσική μορφή — ο Υιός δεν μιλά αραμαϊκά στην αιωνιότητα. Λέμε, όμως, ότι ο Θεός Υιός, λαμβάνοντας εν σαρκί ανθρώπινο όνομα, λαμβάνει ένα όνομα που δεν είναι τυχαίο: είναι το όνομα που εκφράζει την οικονομία. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διατυπώνει αυτό το σημείο με τη νηφαλιότητα που χαρακτηρίζει την ανατολική παράδοση: το όνομα Ιησούς ερμηνεύεται Σωτήρ, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος ο άγγελος, και αυτό το όνομα ανήκει στον ενσαρκωμένο Υιό ως ανθρώπινη έκφραση του σωτήριου έργου Του.

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας θα δείξει με συνέπεια ότι το έργο που αποκαλύπτεται στο Όνομα Ιησούς δεν είναι άλλο από το έργο του Θεού του Ισραήλ: Αυτός που θα σώσει είναι Αυτός του οποίου το έργο είναι, από πάντα, η σωτηρία. Το κατ’ οικονομίαν όνομα και το αιώνιο Πρόσωπο δεν χωρίζονται — αλλά ούτε και ταυτίζονται σε μια απλή γλωσσική εξίσωση.

1.2. Το άρρητο Τετραγράμματο και ο μηχανισμός κετίβ/κερέ

Πριν παρακολουθήσουμε πώς αποδίδουν οι Εβδομήκοντα το Τετραγράμματο, πρέπει να καταλάβουμε πώς διαβαζόταν στον ιουδαϊσμό του Δεύτερου Ναού — διότι ακριβώς αυτή η πρακτική της ανάγνωσης προετοιμάζει, κατά πρόνοια, το χριστολογικό κλειδί της Καινής Διαθήκης.

Το Τετραγράμματο YHWH είναι, στην Τορά, το κύριο Όνομα του Θεού, που αποκαλύφθηκε στον Μωυσή. Η πρακτική του να μην προφέρεται το Τετραγράμματο είναι παλαιά και προηγείται του χριστιανισμού — έχει τις ρίζες της πιθανώς στη μεταιχμαλωσιακή περίοδο (5ος–4ος αι. π.Χ.) και παγιώνεται στον ιουδαϊσμό του Δεύτερου Ναού. Αυτό ήταν, στα μάτια των ραββίνων, η έκφραση του απόλυτου σεβασμού προς την τρίτη εντολή — «Ου λήμψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Έξ. 20, 7). Στη λατρεία του Ναού, η ρητή εκφώνηση του Ονόματος παρέμεινε συνδεδεμένη με την αρχιερατική λειτουργία της Ημέρας του Εξιλασμού (Γιομ Κιπούρ) — η ταλμουδική παράδοση (Γιομά 6, 2) αναφέρει την εκφώνηση του Ονόματος από τον Αρχιερέα σε περισσότερες στιγμές της ακολουθίας — και κατόπιν εξαφανίστηκε με την πτώση του Ναού το έτος 70.

Το γραμματειακό σύστημα που ονομάζεται κετίβ/κερέ (κατά λέξη: «τι είναι γραμμένο» / «τι διαβάζεται») — η καταγραφή στο γραπτό κείμενο αυτής της παλαιότερης πρακτικής — είναι, ωστόσο, μια όψιμη, μεσαιωνική επίτευξη. Οι σημειώσεις κερέ, τα φωνήεντα και τα μασοριτικά περιθωριακά σχόλια επεξεργάστηκαν οι μασοριτικές σχολές (ιδίως εκείνη της Τιβεριάδας) μεταξύ του 6ου και του 10ου αι. μ.Χ. Στο μασοριτικό κείμενο που διαμορφώθηκε έτσι, το Τετραγράμματο YHWH παραμένει γραμμένο (κετίβ), αλλά ο αναγνώστης καθοδηγείται, μέσω του συστήματος των φωνηέντων που προστέθηκαν, να προφέρει (κερέ) Αδωνάι («Κύριέ μου») ή, σε ορισμένα συμφραζόμενα, Ελοχίμ («Θεός»). Τα φωνήεντα του Αδωνάι «δανείζονται», στο μεσαιωνικό μασοριτικό κείμενο, στα σύμφωνα YHWH, δίνοντας τον υβριδικό τύπο Γεχοβά (Yəhōwāh), που γέννησε στη Δύση, από την παρεξήγηση αυτού του μηχανισμού, την ψευδή προφορά Ιεχωβά — τύπο άγνωστο τόσο στους αρχαίους Εβραίους όσο και στους ανατολικούς χριστιανούς.

Σημαντικό είναι, όμως, να διακρίνουμε δύο στρώματα: η πρακτική της αντικατάστασης της εκφώνησης του Τετραγράμματου είναι προχριστιανική και ήταν ενεργός στον ιουδαϊσμό της εποχής του Ιησού· το γραμματειακό σύστημα που παγιώνει αυτή την πρακτική σε φωνηεντισμένο κείμενο είναι έργο των μεσαιωνικών Μασοριτών. Τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται, αλλά και τα δύο μαρτυρούν την ίδια θεολογική αρχή — το όνομα του Θεού είναι πραγματικό, άγιο, και γι’ αυτό δεν πρέπει να αγγίζεται από ανέτοιμα χείλη.

Η ραββινική παράδοση πολλαπλασίασε τις περιφράσεις για να αποφεύγεται το Όνομα. Το Χα-Σεμ («το Όνομα») έγινε συχνό υποκατάστατο — είναι άλλωστε ο όρος που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στον ορθόδοξο ιουδαϊσμό. Το Χα-Μακόμ («ο Τόπος») ήταν άλλος τύπος — ο Θεός είναι ο Τόπος του κόσμου, αλλά ο κόσμος δεν είναι ο τόπος Του. Η Χα-Γκεβουρά («η Δύναμις») εμφανίζεται στον Ταλμούδ και στα Ευαγγέλια — ο ίδιος ο Ιησούς απαντά στο Συνέδριο: «όψεσθε τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της Δυνάμεως» (Μάρκ. 14, 62), όπου η Δύναμις είναι, σε αυτό το ραββινικό ύφος, η Χα-Γκεβουρά, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός.

Τα αραμαϊκά Ταργκούμ — οι μεταφράσεις-παραφράσεις της Γραφής που χρησιμοποιούνταν στις συναγωγές των αραμαϊκόφωνων — προσθέτουν έναν όρο που θα έχει, για την πατερική χριστολογία, κεφαλαιώδη σημασία: τη Μεμρά, «τον Λόγο». Εκεί όπου το εβραϊκό κείμενο λέει «ο Γιαχβέ μίλησε», το ταργκούμ λέει «η Μεμρά του Κυρίου μίλησε». Η Μεμρά είναι, στα Ταργκούμ, ένας τρόπος να μιλά κανείς για το έργο και τον λόγο του Θεού χωρίς να εκθέτει τον ίδιο τον Θεό σε άμεσους ανθρωπομορφισμούς. Οι ραββίνοι ήταν αυστηροί μονοθεϊστές: η Μεμρά δεν ήταν, για αυτούς, μια διακεκριμένη υπόσταση δίπλα στον Γιαχβέ, αλλά μια σεβαστική περίφραση για τον τρόπο με τον οποίο ο υπερβατικός Γιαχβέ έρχεται σε επαφή με τον κόσμο, χωρίς να διακυβεύεται η υπερβατικότητά Του.

Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής ανοίγει το Ευαγγέλιό του με το «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω. 1, 1), ο πρόλογός του μπορεί να διαβαστεί και υπό το φως αυτής της αραμαϊκής παράδοσης — για έναν Εβραίο αναγνώστη, διαπαιδαγωγημένο στη συναγωγή, οι αντηχήσεις είναι προφανείς. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, να πούμε ότι ο ιωάννειος πρόλογος δεν ανάγεται στην ταργκουμική θεολογία της Μεμρά. Ο Άγιος Ιωάννης ενσωματώνει εξίσου τη σοφιολογική παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης (η Σοφία που ήταν μαζί με τον Θεό στη δημιουργία του κόσμου — Παροιμ. 8, 22 κ.ε.· Σοφ. Σολ. 7), την προφητική παράδοση του Λόγου (Ησ. 55, 11· Ιερ. 1, 9) και την ιδιαίτερη αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος, μέσω της οποίας του δόθηκε το Ευαγγέλιο.

Εκείνο που η ταργκουμική Μεμρά υπαινισσόταν — τον τρόπο του έργου του Θεού στον κόσμο — ξεπερνιέται ριζικά στον Ιωάννη: εκείνο που στα Ταργκούμ παρέμενε μια σεβαστική περίφραση για ένα θείο έργο γίνεται, στον Ιωάννη, αιώνιο θείο Πρόσωπο. Ο ιωάννειος Λόγος δεν είναι ένας τρόπος του Γιαχβέ, δεν είναι ένα προσωποποιημένο έργο, αλλά είναι το Πρόσωπο του αιώνιου Υιού, ομοούσιου με τον Πατέρα, για τον Οποίο η Γραφή λέει: «πάντα δι’ αυτού εγένετο» (Ιω. 1, 3). Και αυτό το Πρόσωπο σάρκα έγινε. Η απόσταση ανάμεσα στην ταργκουμική Μεμρά και στον ιωάννειο Λόγο είναι, λοιπόν, η απόσταση ανάμεσα σε μια συνετή θεολογική περίφραση και την πλήρη τριαδική αποκάλυψη της Καινής Διαθήκης.

Με αυτή τη διευκρίνιση μπορούμε να πούμε: εκείνο που ο ιουδαϊσμός διατηρούσε με ευλάβεια σε απόσταση, μέσω του κετίβ/κερέ, μέσω του Χα-Σεμ, μέσω της Μεμρά — όλα αυτά τα σεβαστικά υποκατάστατα του απρόσιτου Ονόματος — βρίσκει, στην Ενανθρώπηση, μία και μόνη πλήρωση: το Πρόσωπο του Υιού, ομοούσιου με τον Πατέρα, λαμβάνει σώμα και ανθρώπινο όνομα, το Γεσουά, μέσω του οποίου το σωτήριο έργο της Τριάδας γίνεται προσιτό. Η απόσταση ανάμεσα στο κετίβ και στο κερέ διασχίζεται μία μόνο φορά, οριστικά, όχι με την κατάργηση της απόστασης ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, αλλά με την πρόσληψή της στο Πρόσωπο του ενσαρκωμένου Λόγου.

1.3. Κύριος: η μετάφραση ως ομολογία

Στη μορφή που παρέλαβε και χρησιμοποίησε η αρχέγονη Εκκλησία, η Μετάφραση των Εβδομήκοντα — η ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης — αποδίδει συνήθως το Τετραγράμματο YHWH με τη λέξη Κύριος. Αυτό αντιστοιχούσε στη λατρευτική πρακτική του ιουδαϊσμού της διασποράς: κανείς δεν εκφωνούσε το Τετραγράμματο, αλλά όλοι έλεγαν Αδωνάι (στα εβραϊκά) ή Κύριος (στα ελληνικά), και η Εκκλησία παρέλαβε τους Εβδομήκοντα ακριβώς σε αυτή τη μορφή, με τον Κύριο γενικευμένο.

Οφείλουμε ωστόσο να κάνουμε μια ιστορική διευκρίνιση, την οποία κατέστησε αναγκαία η σύγχρονη έρευνα των χειρογράφων. Η πρώιμη κειμενική κατάσταση της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα είναι πολυπλοκότερη απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά: ορισμένα προχριστιανικά ιουδαϊκά ελληνικά χειρόγραφα, που διασώθηκαν αποσπασματικά (ο Πάπυρος Φουάντ 266 του 1ου αι. π.Χ., το 4QLXXLevb από το Κουμράν, ο Πάπυρος Οξυρρύγχου LXX), διατηρούν ακόμη το Τετραγράμματο με εβραϊκά ή παλαιοεβραϊκά γράμματα μέσα στο ελληνικό κείμενο, αντί να το αποδίδουν με τη λέξη Κύριος. Η διαδικασία με την οποία ο Κύριος έγινε η καθιερωμένη απόδοση υπήρξε, επομένως, σταδιακή και πολύπλοκη· για τον αποστολικό και πατερικό χριστιανισμό, όμως, η μορφή με τον Κύριο είναι η μορφή που παραλήφθηκε, διαβάστηκε και ομολογήθηκε — και είναι η μορφή που χρησιμοποιούν ο Παύλος, ο Πέτρος και ο Ιωάννης στις παραθέσεις τους από την Παλαιά Διαθήκη.

Η συνέπεια είναι εκείνη που οι Πατέρες θα εκμεταλλευτούν με θαυμασμό: όταν ο Παύλος γράφει στους Φιλιππησίους ότι «εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη … και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός» (Φιλ. 2, 10–11), δεν κάνει μια τυχαία ευσεβή δήλωση. Παραθέτει — και ο Εβραίος ή προσήλυτος αναγνώστης, εξοικειωμένος με τους Εβδομήκοντα, τον αναγνωρίζει αμέσως — τον Ησ. 45, 23: «εμοί κάμψει παν γόνυ και εξομολογήσεται πάσα γλώσσα τω Θεώ». Το αρχικό υποκείμενο της καθολικής ομολογίας είναι ο ίδιος ο Γιαχβέ. Ο Παύλος τον ταυτίζει, χωρίς δισταγμό, με τον Ιησού.

Αυτό δεν είναι μια απλή σύγκριση. Είναι μια χριστολογική ομολογία με το μεγαλύτερο δυνατό βάρος: ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος με την ισχυρή έννοια του θείου Ονόματος — ο ενσαρκωμένος Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, είναι ο Θεός του Ισραήλ που αποκαλύπτεται τώρα στο Πρόσωπο του Υιού. Το Όνομα το υπέρ παν όνομα, για το οποίο μιλά ο Παύλος δύο εδάφια πιο πριν (Φιλ. 2, 9), είναι το θείο Όνομα που αναγνωρίζεται δημόσια από τον Πατέρα ως ανήκον στον ενσαρκωμένο Υιό — τον Υιό που, ενώ ήταν εν μορφή Θεού, ταπείνωσε τον εαυτό Του μέχρι θανάτου σταυρού.

Πρέπει να το πούμε εδώ με τη μεγαλύτερη προσοχή, ώστε να μη πέσουμε ούτε σε σαβελλιανή σύγχυση ούτε σε αρειανική μείωση. Δεν λέμε ότι ο Πατέρας και ο Υιός είναι ένα και το αυτό Πρόσωπο (σαβελλιανισμός). Δεν λέμε ότι ο Υιός είναι ένας δευτερεύων θεός δίπλα στον Πατέρα (αρειανισμός). Λέμε εκείνο που είπε η Σύνοδος της Νικαίας (325): ο Υιός είναι ομοούσιος (homoousios) με τον Πατέρα, είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού — και είναι, εξ αιώνος, το Πρόσωπο του Υιού. Και η αποστολική ομολογία Ιησούς Κύριος σημαίνει ότι ο ενσαρκωμένος Υιός είναι, στο Πρόσωπό Του, ο Θεός του Ισραήλ που αποκαλύφθηκε πλήρως — μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, στη μία θεία φύση.

1.4. Όνομα: το Όνομα ως παρουσία στα ελληνικά της Καινής Διαθήκης

Η ελληνική λέξη όνομα, που αποδίδει το εβραϊκό σεμ (shem), διατηρεί στην Καινή Διαθήκη ολόκληρη τη σημασιολογική πυκνότητα του σημιτικού πρωτοτύπου. Όταν ο Ιησούς λέει «Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις» (Ιω. 17, 6), δεν μιλά για μια γλωσσική πληροφορία — δεν διδάσκει τους μαθητές πώς να προφέρουν σωστά το «YHWH» — αλλά για μια οντολογική πραγματικότητα: το αποκαλυφθέν Όνομα μας εισάγει στη γνώση του Πατρός δια του Υιού, εν Πνεύματι. Το να γνωρίζει κανείς το Όνομα του Πατρός, με την ιωάννεια έννοια, σημαίνει ότι γίνεται μέτοχος της τριαδικής ζωής δια του ενσαρκωμένου Υιού και του αποσταλέντος Πνεύματος.

Στο ίδιο κεφάλαιο 17 του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου — την «Αρχιερατική προσευχή», την καρδιά της θεολογίας της Καινής Διαθήκης — ο Ιησούς λέει: «Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ους δέδωκάς μοι» (Ιω. 17, 11). Το «Όνομα» εδώ δεν είναι μια λέξη — είναι ένας τόπος (μέσα στον οποίο φυλασσόμαστε), μια δύναμη (που φυλάσσει), μια παρουσία του Πατρός που ομολογείται δια του Υιού εν Πνεύματι. Είναι ακριβώς η παλαιοδιαθηκική έννοια του Σεμ — κατοικία, παρουσία, δόξα — που αποκαλύπτεται τώρα στην οικονομία της Νέας Διαθήκης ως έργο του Υιού, ο οποίος οδηγεί τους Δικούς Του, εν Πνεύματι, στη γνώση του Πατρός.

Μπορούμε, λοιπόν, να διατυπώσουμε ως εξής το συμπέρασμα αυτού του πρώτου σημείου: για την Καινή Διαθήκη, το Όνομα Ιησούς είναι το κατ’ οικονομίαν όνομα του ενσαρκωμένου Υιού — το όνομα μέσα στο οποίο το σωτήριο έργο του μόνου αληθινού Θεού γίνεται προσιτό και επικλητό. Δεν πρόκειται για σύγχυση του κατ’ οικονομίαν ονόματος Ιησούς με το Τετραγράμματο YHWH ως γλωσσική μορφή — είναι δύο ονόματα σε δύο διαφορετικές γλώσσες, σε δύο επίπεδα της οικονομίας. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι το Πρόσωπο που φέρει το όνομα Ιησούς είναι το Πρόσωπο του αιώνιου Υιού, ομοούσιου με τον Πατέρα και το Πνεύμα, Εκείνου δια του Οποίου ο Θεός του Ισραήλ αποκαλύπτεται πλήρως. Η ταυτότητα ανάμεσα στο έργο του Ονόματος Ιησούς και στο έργο του Θεού του Ισραήλ δεν είναι μια ευσεβής συσχέτιση — είναι η ίδια η δομή της αποστολικής θεολογίας.


II. Η Ενανθρώπηση ως γεγονός του Ονόματος

2.1. Et Verbum caro factum est: ο Λόγος λαμβάνει σώμα και όνομα

«Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. 1, 14). Το ρήμα που χρησιμοποιεί ο ευαγγελιστής — εσκήνωσεν, κατά λέξη «έστησε τη σκηνή Του» — είναι, για κάθε αναγνώστη με το αυτί διαπαιδαγωγημένο στους Εβδομήκοντα, άμεση παραπομπή στη Σεχινά (Shekinah), την παρουσία της δόξας του Γιαχβέ που κατοικούσε στη Σκηνή του Μαρτυρίου και κατόπιν στον Ναό του Σολομώντα. Η Σεχινά προέρχεται από την ίδια εβραϊκή ρίζα με το μισκάν (miskan), «η σκηνή»· και αυτή η παρουσία ήταν, στη ραββινική θεολογία της εποχής του Ιησού, ο τόπος όπου το Όνομα του Θεού κατοικούσε — «έσται το όνομά μου εκεί», λέει ο Κύριος για τον Ναό (πρβλ. Δευτ. 12, 11· Γ΄ Βασ. 8, 29).

Ο Ιωάννης λέει, λοιπόν, περισσότερα απ’ όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά. Λέει ότι ο Λόγος — Αυτός δια του Οποίου αποκαλύπτεται το Όνομα του Πατρός, Αυτός που είναι, εξ αιώνος, ο φορέας του Ονόματος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα — έστησε τώρα τη Σκηνή Του μέσα στο σώμα του Ιησού. Et tabernaculum suum posuit in nobis, αποδίδει η Βουλγάτα — και έστησε τη Σκηνή Του ανάμεσά μας. Το σώμα του Ιησού είναι ο νέος Ναός (Ιω. 2, 19–21), επειδή μέσα σε αυτό κατοικεί, με υποστατική ένωση, το Πρόσωπο του Υιού — Εκείνου που, ομοούσιος με τον Πατέρα, αποκαλύπτει πλήρως το Όνομα του Πατρός.

Αυτή είναι η διατύπωση που πρέπει να κρατήσουμε με τη μεγαλύτερη ακρίβεια. Ο Λόγος, ο φορέας και αποκαλυπτής του Ονόματος, σαρξ εγένετο — και έλαβε, σε αυτή την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης, ένα ανθρώπινο όνομα: Ιησούς. Δεν πρόκειται για το «Όνομα» αφηρημένα που έγινε σάρκα — το Πρόσωπο που ενσαρκώνεται είναι ο Υιός-Λόγος, όχι το Όνομα ως τέτοιο. Το Όνομα παραμένει ο τρόπος της αποκάλυψης, της επίκλησης και της παρουσίας· και το Πρόσωπο που, ως αιώνιος φορέας του έργου που ονομάζεται στο Όνομα, προσλαμβάνει τώρα την ανθρώπινη φύση, γίνεται προσιτό μέσω του κατ’ οικονομίαν ονόματος Ιησούς.

Αυτή η διάκριση — που η πατερική παράδοση διατήρησε με αυστηρότητα — είναι ζωτική για να μη πέσουμε σε συγχύσεις. Το Όνομα δεν είναι μια αυτόνομη υπόσταση που θα ενσαρκωθεί· το Πρόσωπο που ενσαρκώνεται είναι ο Υιός, Αυτός που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Αλλά αυτός ο Υιός είναι Εκείνος που, μέσω της Ενανθρώπησης, κάνει προσιτό στον άνθρωπο εκείνο που παρέμενε, υπό την Παλαιά Διαθήκη, κάτω από το πέπλο του άρρητου Ονόματος.

2.2. Η οικονομία του Ονόματος στην επίγεια διακονία του Ιησού

Αν κοιτάξουμε τα Ευαγγέλια με αυτό το κλειδί, παρατηρούμε ότι το έργο του Ιησού είναι, από άκρη σε άκρη, μια οικονομία του Ονόματος — μια σταδιακή αποκάλυψη, ποτέ βίαιη, του γεγονότος ότι το θείο Όνομα επικαλείται στο Πρόσωπό Του και, δια του Προσώπου Του, κάνει προσιτό το έργο του Πατρός.

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο υπάρχουν δύο διακριτά επίπεδα του τύπου Εγώ ειμί, τα οποία δεν πρέπει να συγχέουμε. Το πρώτο επίπεδο είναι οι απόλυτες εκφράσεις — χωρίς κατηγορούμενο — που παραπέμπουν άμεσα στη θεία ταυτότητα του Χριστού, σε αντήχηση του Εγώ ειμί ο ών των Εβδομήκοντα (Έξ. 3, 14): «Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί» (Ιω. 8, 58)· «εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμί, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών» (Ιω. 8, 24)· «απ’ άρτι λέγω υμίν προ του γενέσθαι, ίνα όταν γένηται πιστεύσητε ότι εγώ ειμί» (Ιω. 13, 19)· «Τίνα ζητείτε; — Ιησούν τον Ναζωραίον. — Εγώ ειμί» (Ιω. 18, 4–6). Το δεύτερο επίπεδο είναι οι εκφράσεις με κατηγορούμενο — «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής» (6, 35), «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (8, 12), «Εγώ ειμί η θύρα» (10, 9), «Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός» (10, 11), «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή» (11, 25), «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (14, 6), «Εγώ ειμί η άμπελος η αληθινή» (15, 1) — που είναι χριστολογικές αποκαλύψεις μέσω εικόνων, οι οποίες αναπτύσσουν σε σωτηριολογική γλώσσα την ίδια θεία ταυτότητα.

Την πιο δραματική απεικόνιση του απόλυτου επιπέδου τη βρίσκουμε στη Γεθσημανή, τη νύχτα της προδοσίας. Οι στρατιώτες έρχονται να Τον αναζητήσουν, ο Ιησούς τούς ρωτά: «Τίνα ζητείτε;» — «Ιησούν τον Ναζωραίον», απαντούν εκείνοι. «Εγώ ειμί» — και ο ευαγγελιστής σημειώνει με σχεδόν λειτουργικό ρεαλισμό: «απήλθον εις τα οπίσω και έπεσον χαμαί» (Ιω. 18, 4–6). Γιατί αυτή η πτώση; Επειδή το Εγώ ειμί είναι, στα ελληνικά των Εβδομήκοντα, η ακριβής απόδοση του Ονόματος που αποκαλύφθηκε στον Μωυσή — «Εγώ ειμί ο ών» (Έξ. 3, 14). Οι στρατιώτες ακούν, χωρίς να καταλαβαίνουν, την εκφώνηση του θείου Ονόματος· και το σώμα τους απαντά, προτού ο νους τους συνειδητοποιήσει, με την πτώση που γνωρίζει κάθε αρχαία θεοφάνεια. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στις ομιλίες του στο κατά Ιωάννην, θα διαβάσει αυτή τη στιγμή ως απόδειξη ότι ο Χριστός παραδίδεται εκουσίως — μπορούσε οποτεδήποτε, με το Όνομά Του, να τους ανατρέψει· το ότι δεν το κάνει είναι έκφραση της σωτήριας βούλησης του Σταυρού.

Το Ιω. 8, 58 — «Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί» — φέρνει τον ισχυρισμό ως το πολεμικό του όριο, στο απόλυτο επίπεδο. Οι ακροατές δεν σφάλλουν ως προς το νόημα: «ήραν ουν λίθους ίνα βάλωσιν επ’ αυτόν» (8, 59). Κατάλαβαν ότι ο Ιησούς δεν λέει απλώς ότι είναι αρχαιότερος από τον Αβραάμ· λέει ότι Αυτός είναι, στο Πρόσωπό Του, ο ομοούσιος με τον Πατέρα — Εκείνος του οποίου το έργο φανερώθηκε στον Αβραάμ στη Μαμβρή, στον Ιακώβ στον Ιαβώκ, στον Μωυσή στη βάτο.

2.3. Η Βάπτιση, η Μεταμόρφωση, η Ανάσταση: η τριπλή αποκάλυψη του Ονόματος

Τρεις στιγμές των Ευαγγελίων αποκαλύπτουν δημόσια το ενσαρκωμένο Όνομα, και καθεμιά έχει την ίδια δομή — μια θεοφάνεια στην οποία ο Πατήρ, με φωνή, μαρτυρεί την ταυτότητα του Υιού.

Στη Βάπτιση: «Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Ματθ. 3, 17). Ο Πατήρ εκφωνεί δημόσια το κρυμμένο Όνομα του Υιού — Υιός μου — και το Πνεύμα κατέρχεται. Η Τριάδα αποκαλύπτεται, και το ενσαρκωμένο Όνομα αναγνωρίζεται από τον ίδιο τον Πατέρα.

Στη Μεταμόρφωση στο Θαβώρ: η ίδια δομή, η ίδια διατύπωση, αλλά τώρα ο ίδιος ο Ιησούς λάμπει με το άκτιστο φως. Οι Πατέρες θα δουν εδώ την αποκάλυψη της δόξας του Ονόματος — το Όνομα που, στην Παλαιά Διαθήκη, γέμιζε τον Ναό με φωτεινό νέφος, λάμπει τώρα μέσα από το σώμα του Ιησού, επειδή εκεί κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς (Κολ. 2, 9).

Στην Ανάσταση: ο Παύλος συνοψίζει ολόκληρη την οικονομία σε μία μόνη πρόταση — «διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσεν και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα» (Φιλ. 2, 9). Η «δωρεά του Ονόματος» δεν σημαίνει, προφανώς, ότι ο Υιός δεν είχε το Όνομα πριν· σημαίνει ότι το Όνομα που ήταν κρυμμένο κάτω από το πέπλο του ταπεινωμένου σώματος, κάτω από το πέπλο του θανάτου, αποκαλύπτεται τώρα εν δόξη, αναγνωρίζεται από κάθε κτίσμα, γίνεται προσιτό στην πίστη και στην προσευχή. Το αναστημένο σώμα είναι τώρα φορέας του Ονόματος με τρόπο που δεν μπορεί πια να συγκαλυφθεί.

Αυτό είναι, λοιπόν, το νόημα της Ενανθρώπησης ως γεγονότος του Ονόματος: Εκείνος που είναι το Πρόσωπο του αιώνιου Υιού, Εκείνος δια του Οποίου ο κρυμμένος Γιαχβέ ενεργούσε υπό την Παλαιά Διαθήκη — φυλαγμένος κάτω από το πέπλο, διατηρημένος στο άρρητο Τετραγράμματο — βγαίνει από την κρυφότητα μέσω του σώματος. Η αγιότητα του Ονόματος παραμένει — δεν βεβηλώνεται, δεν εκχυδαΐζεται — αλλά ο τρόπος της παρουσίας αλλάζει: εκείνο που ήταν απρόσιτο λόγω απόστασης γίνεται, στο Πρόσωπο του ενσαρκωμένου Λόγου, προσιτό μέσω του κατ’ οικονομίαν ονόματος Ιησούς. Το Όνομα παραμένει άγιο· αλλά τώρα προφέρεται, σώζει, επικαλείται.


III. Η πατερική μαρτυρία: το ενσαρκωμένο Όνομα στους Πατέρες της Εκκλησίας

3.1. Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας: το Όνομα και η ζωή του χριστιανού

Στον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο (†107), επίσκοπο Αντιοχείας, ο οποίος γράφει μόλις λίγες δεκαετίες μετά τον θάνατο των τελευταίων αποστόλων, βρίσκουμε τις αρχαιότερες μετα-αποστολικές μαρτυρίες για το Όνομα του Ιησού στη ζωή της Εκκλησίας. Οφείλουμε να διατυπώσουμε με ακρίβεια τι βρίσκουμε και τι δεν βρίσκουμε σε αυτόν.

Στην Προς Εφεσίους επιστολή, ο Ιγνάτιος ονομάζει τους χριστιανούς θεοφόρους, χριστοφόρους, ναοφόρους και αγιοφόρους. Το θέμα είναι εκείνο της ενσωμάτωσης του χριστιανού στη δόξα του Χριστού: ο χριστιανός φέρει στο σώμα του την παρουσία του Θεού, όπως η Σκηνή έφερε τη δόξα στην έρημο και ο Ναός στη Σιών. Την ίδια διαίσθηση χρησιμοποιούσε ο Παύλος όταν έλεγε: «ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματός εστιν;» (Α΄ Κορ. 6, 19). Στον Ιγνάτιο αυτό γίνεται ποιμαντική θεολογία: ο επίσκοπος, οι πρεσβύτεροι, οι διάκονοι, οι μάρτυρες — όλοι φέρουν στο σώμα τους Εκείνον που ομολογούν.

Το θέμα του Ονόματος ως τέτοιου εμφανίζεται στον Ιγνάτιο κυρίως σε ένα πολεμικό-αρνητικό επίπεδο: υπάρχουν κάποιοι — λέει — που «φέρουν το Όνομα» ή που το χρησιμοποιούν με τον λόγο, αλλά ζουν ανάξια του Θεού και δεν ενεργούν σύμφωνα με το Όνομα που προφέρουν. Για τον Ιγνάτιο, το μαρτύριο προς το οποίο πηγαίνει — στη Ρώμη, κάτω από τα θηρία του Κολοσσαίου — είναι η πράξη με την οποία ο ίδιος εκπληρώνει το Όνομα που ομολογεί· είναι η πράξη με την οποία ο χριστιανός όχι μόνο φέρει το όνομα του χριστιανού, αλλά είναι χριστιανός με ολόκληρο το είναι του.

Αυτή η ιγνατιανή διάκριση είναι, για την ανατολική παράδοση, πολύτιμη: το Όνομα δεν ενεργεί ως αυτόνομη φόρμουλα· απαιτεί μια ζωή που να είναι στο ύψος του. Αυτή η παρατήρηση, που παρελήφθη από τον μάρτυρα της Αντιοχείας, θα επαναληφθεί — μετά από αιώνες — από όλους τους νηπτικούς πατέρες, όταν θα λένε ότι η εκφώνηση της Προσευχής του Ιησού χωρίς μετάνοια, ταπείνωση και ασκητικό αγώνα δεν είναι πια Προσευχή του Ιησού, αλλά απλή επανάληψη λέξεων.

3.2. Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας: η τυπολογία Ιησού του Ναυή / Ιησού

Ο Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας (†165), στον Διάλογο προς Τρύφωνα Ιουδαίον, αναπτύσσει μια τυπολογική ανάγνωση του Ονόματος Ιησούς που θα γίνει, για την πατερική παράδοση, κοινός τόπος. Επιμένει στην ισοδυναμία Γεχοσουά/Ιησούς και στο γεγονός ότι ο Ιησούς του Ναυή, ο οποίος οδήγησε τον λαό στη Γη της Επαγγελίας, έφερε το ίδιο Όνομα ως προτύπωση του Σωτήρα. Ο Ιουστίνος υπενθυμίζει επίσης ότι ο Μωυσής άλλαξε το όνομα του Αυσή (Hosea), κάνοντάς το Γεχοσουά (Ιησούς), ακριβώς για να φέρει ήδη, προφητικά, εκείνος που θα οδηγούσε τον λαό στη γη της επαγγελίας το Όνομα Εκείνου που επρόκειτο να έρθει.

Επιπλέον, ο Ιουστίνος κάνει μια αξιομνημόνευτη τυπολογική σύνδεση: στη μάχη της Ραφιδίν (Έξ. 17, 8–13), ο Ιησούς του Ναυή διεξήγε τη μάχη με τα όπλα, ενώ ο Μωυσής στεκόταν με τα χέρια απλωμένα — προτυπώνοντας τον Σταυρό. Το Όνομα Ιησούς ενεργεί ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, ως τύπος· και η Ενανθρώπηση αποκαλύπτει Εκείνον που έφερε αυτό το Όνομα με κρυφό έργο κάτω από τους παλαιούς τύπους.

Οφείλουμε, ωστόσο, να πούμε με νηφαλιότητα τι ισχυριζόμαστε εδώ. Δεν λέμε ότι ο Ιουστίνος διατυπώνει ήδη μια πλήρη φιλολογική θεολογία του Ονόματος με την ισχυρή έννοια — παραμένει στο επίπεδο της βιβλικής τυπολογίας, που είναι χαρακτηριστικό της πρώιμης απολογητικής. Λέμε ότι ο Ιουστίνος βλέπει στο όνομα του Ιησού του Ναυή / Ιησού μια προτύπωση του Χριστού και διαβάζει την είσοδο στη Γη της Επαγγελίας ως τύπο της σωτηρίας που φέρνει ο αληθινός Ιησούς. Αυτό είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα οικοδομήσουν οι Αλεξανδρινοί.

3.3. Ωριγένης: μια πρώιμη μαρτυρία για τη δύναμη της επίκλησης του Ονόματος

Ο Ωριγένης (†253), στο Κατά Κέλσου, αφήνει μια μαρτυρία κεφαλαιώδους σημασίας για την ιστορία της επίκλησης του Ονόματος στην Εκκλησία. Απαντώντας στον ειδωλολάτρη Κέλσο, που χλεύαζε τον ισχυρισμό των χριστιανών ότι το Όνομα του Ιησού διώχνει τους δαίμονες, ο Ωριγένης διαβεβαιώνει ότι το Όνομα Ιησούς έχει πραγματική, παρατηρήσιμη δύναμη: διώχνει ακάθαρτα πνεύματα, θεραπεύει ασθένειες, αγιάζει εκείνους που το προφέρουν με πίστη. Και — προσθέτει — ακόμη και αγράμματοι άνθρωποι, ακόμη και απλοί πιστοί χωρίς θεολογική κατάρτιση, μπορούν να ενεργούν μέσω αυτού του Ονόματος, επειδή η δύναμη ανήκει σε Εκείνον που επικαλούμαστε και όχι στις ιδιότητες εκείνου που επικαλείται.

Πρέπει να διαβάσουμε αυτή τη μαρτυρία με διπλή περίσκεψη. Αφενός, είναι μια πρώιμη και πολύτιμη μαρτυρία για το ότι η αρχέγονη Εκκλησία ασκούσε την επίκληση του Ονόματος Ιησούς ως αποτελεσματική πραγματικότητα, όχι ως υποκειμενική ευσέβεια· και ο Ωριγένης υπερασπίζεται αυτή την πρακτική όχι μυστικιστικά, αλλά πραγματολογικά, ως κάτι που ο Κέλσος θα μπορούσε να επαληθεύσει αν το ήθελε. Αφετέρου, ο Ωριγένης έχει μια «φιλοσοφία των ονομάτων» ιδιαίτερη για τη σκέψη της αρχαιότητας — που πλησιάζει ενίοτε τη νοοτροπία της εποχής για τη δύναμη της γλώσσας — και δεν πρέπει να του αποδώσουμε ήδη την μεταγενέστερη θεολογία των θείων ενεργειών, που θα διατυπωθεί με ακρίβεια μόνο στους Αγίους Πατέρες Καππαδόκες και οριστικά στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά.

Εκείνο που μπορούμε με βεβαιότητα να κρατήσουμε από τον Ωριγένη είναι, ωστόσο, το εξής ουσιώδες σημείο: στην Παράδοση της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, το Όνομα Ιησούς δεν θεωρούνταν μια απλή λέξη συνδεδεμένη με τη μνήμη ενός απόντος προσώπου, αλλά η πραγματική επίκληση ενός Προσώπου παρόντος μέσω του έργου Του. Το Όνομα και το Πρόσωπο Εκείνου που ονομάζεται δεν χωρίζονται. Αυτή η διαίσθηση — που ο Ωριγένης μεταδίδει, αλλά δεν θεμελιώνει συστηματικά — θα είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα οικοδομήσουν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, οι Πατέρες Καππαδόκες.

3.4. Άγιος Γρηγόριος Νύσσης: η αποφατική προϋπόθεση

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης (†394) εισάγει στη θεολογία του Ονόματος μια διάκριση που ολόκληρη η ανατολική παράδοση θα διατηρήσει. Στο Κατά Ευνομίου — απαντώντας στον Ευνόμιο, ο οποίος ισχυριζόταν ότι μπορούμε να γνωρίσουμε την ουσία του Θεού μέσω των ονομάτων, ταυτίζοντας το «αγέννητος» με την ίδια τη θεία ουσία — ο Γρηγόριος κάνει μια κεφαλαιώδη διάκριση: τα θεία ονόματα δεν περιγράφουν την ουσία του Θεού, που παραμένει απρόσιτη στην ανθρώπινη γνώση· περιγράφουν τις ενέργειές Του (ενέργειαι) απέναντί μας.

Αυτή η διάκριση φαίνεται, με την πρώτη ματιά, να σχετικοποιεί τη σημασία του Ονόματος. Στην πραγματικότητα την τοποθετεί σωστά — και προσφέρει στην ανατολική παράδοση την αποφατική προϋπόθεση, χωρίς την οποία η μεταγενέστερη ησυχαστική θεολογία δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί χωρίς να περιπέσει σε συγχύσεις. Το Όνομα Ιησούς δεν είναι μια ετικέτα για μια θεία ουσία που θα μπορούσαμε, κατ’ αρχήν, να κατανοήσουμε· η ουσία του Θεού παραμένει μυστήριο — απόφασις — και δεν μπορεί να περιληφθεί σε όνομα. Το Όνομα Ιησούς είναι, ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο το σωτήριο έργο του Θεού γίνεται προσιτό στο κτίσμα. Το έργο Του αποκαλύπτεται μέσα στο Όνομα, δια του Ονόματος, και δια του Ονόματος γίνεται προσιτό στον άνθρωπο.

Πρέπει να πούμε με νηφαλιότητα: ο Γρηγόριος Νύσσης δεν διατυπώνει ακόμη την ησυχαστική θεολογία — που θα έρθει αργότερα, στους όψιμους Καππαδόκες και οριστικά στον Παλαμά. Λέμε μόνο ότι ο Άγιος Γρηγόριος προσφέρει την αποφατική προϋπόθεση: τα ονόματα δεν περιλαμβάνουν τη θεία ουσία. Αυτή η προϋπόθεση είναι, ωστόσο, ουσιώδης. Χωρίς αυτήν, κάθε θεολογία του Ονόματος διατρέχει τον κίνδυνο να πέσει στη σύγχυση ανάμεσα στο όνομα που προφέρεται και στη θεία ουσία — σύγχυση που η ανατολική παράδοση απέρριπτε πάντοτε.

Για την μεταγενέστερη ησυχαστική παράδοση, η καππαδοκική διάκριση θα είναι ζωτική. Οι νηπτικοί πατέρες δεν θα ισχυριστούν ποτέ ότι το Όνομα είναι ο Θεός κατά την ουσία Του· θα ισχυριστούν όμως με κάθε συνέπεια ότι το Όνομα είναι πραγματικός φορέας του έργου του Θεού — και ότι η προσευχή του Ονόματος είναι, επομένως, πραγματική συνάντηση με το Πρόσωπο, όχι διανοητική αναπαράσταση.

3.5. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: το χριστολογικό θεμέλιο του ενσαρκωμένου Ονόματος

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας (†444), στην πολεμική του με τον Νεστόριο και στη διατύπωση της χαλκηδόνιας χριστολογίας ήδη πριν από τη χαλκηδόνια διατύπωσή της, προσφέρει στην ανατολική παράδοση το χριστολογικό θεμέλιο της θεολογίας του ενσαρκωμένου Ονόματος. Οφείλουμε να διατυπώσουμε με μεγάλη προσοχή τι δηλώνει ο Κύριλλος και τι όχι.

Στο Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (ιδίως στο Ιω. 17, την «Αρχιερατική προσευχή»), όταν ο Ιησούς λέει στον Πατέρα «Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις» (Ιω. 17, 6), ο Κύριλλος ερμηνεύει: ο Χριστός φανέρωσε το Όνομα του Πατρός επειδή δείχνει στον Εαυτό Του τη δόξα, τη φύση και το έργο του Πατρός. Η έμφαση του Κυρίλλου είναι χριστολογική — ο Υιός αποκαλύπτει πλήρως τον Πατέρα — όχι φιλολογική. Δεν κάνει άμεση ισοδυναμία, ως γλωσσική μορφή, ανάμεσα στο Τετραγράμματο YHWH και στο όνομα Ιησούς· θα ήταν αναχρονιστικό να του το αποδώσουμε.

Εκείνο που κάνει ο Κύριλλος, ωστόσο, έχει κεφαλαιώδη σημασία: προσφέρει το χριστολογικό θεμέλιο χωρίς το οποίο ολόκληρη η ανατολική θεολογία του Ονόματος θα έμενε μετέωρη. Για τον Κύριλλο, το Πρόσωπο του Ιησού είναι το Πρόσωπο του αιώνιου Υιού, ομοούσιου με τον Πατέρα — δεν υπάρχει ένα ανθρώπινο Πρόσωπο «Ιησούς» δίπλα στο θείο Πρόσωπο του Υιού (το σφάλμα που αποδίδει στον νεστοριανισμό). Υπάρχει ένας μόνος Χριστός, εν δύο φύσεσι, και αυτός ο Χριστός είναι Εκείνος που δείχνει εν σαρκί την πλήρη δόξα του Πατρός. Το έργο που αποκαλύπτεται στο όνομα Ιησούς είναι, λοιπόν, το έργο της ίδιας της Τριάδας — επειδή το Πρόσωπο που ενσαρκώθηκε είναι ο Υιός, ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα.

Αυτή η κυριλλική θέση είναι, για την ανατολική παράδοση, ακλόνητος άξονας. Θα επιτρέψει τη διατύπωση του ορισμού της Χαλκηδόνας (451) — η ένωση των δύο φύσεων σε ένα πρόσωπο — και θα δώσει θεολογικό θεμέλιο στην επίκληση του Ονόματος Ιησούς ως πραγματικής κλήσης του ενσαρκωμένου θείου Προσώπου. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι, σε αυτή τη διατύπωση, δεν ενσαρκώνεται το Όνομα — ενσαρκώνεται το Πρόσωπο του Υιού — αλλά το κατ’ οικονομίαν όνομα Ιησούς, που λήφθηκε στην Ενανθρώπηση, γίνεται ο τρόπος με τον οποίο το έργο του ενσαρκωμένου Προσώπου καθίσταται προσιτό στην ανθρώπινη επίκληση.

3.6. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και η ανατολική σύνθεση

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (†749), στην Έκδοσιν ακριβή της ορθοδόξου πίστεως (βιβλίο Γ΄), προσφέρει τη συστηματική σύνθεση της πατερικής παράδοσης για το Όνομα. Ανακεφαλαιώνει: το όνομα Ιησούς ερμηνεύεται Σωτήρ, σύμφωνα με την εξήγηση που έδωσε ο άγγελος στον Ιωσήφ (Ματθ. 1, 21)· είναι όνομα του ενσαρκωμένου Προσώπου, άρα κοινό στις δύο φύσεις, αλλά αποδιδόμενο ιδιαίτερα στον Υιό στην οικονομία της σωτηρίας· είναι όνομα που εκφράζει, με την ετυμολογία του, το ιδιαίτερο έργο για το οποίο ο Υιός ενανθρώπησε.

Ο Δαμασκηνός δηλώνει επίσης ότι στο Πρόσωπο του Χριστού οι δύο φύσεις — η θεία και η ανθρώπινη — είναι ενωμένες υποστατικά, ασύγχυτα και αδιαίρετα, κατά τον χαλκηδόνιο τύπο. Η συνέπεια είναι ότι όλα όσα αποδίδονται στο Πρόσωπο του Χριστού αποδίδονται εξίσου, μέσω της αντιδόσεως των ιδιωμάτων (communicatio idiomatum), στον αιώνιο Υιό και στον ενσαρκωμένο Υιό — επειδή το Πρόσωπο είναι ένα και μόνο. Αυτή η διδασκαλία, που διατυπώθηκε με τη μεγαλύτερη σαφήνεια από τον Δαμασκηνό, είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο η ανατολική παράδοση θα θεμελιώσει τόσο τη θεολογία της εικόνας (στην οποία ο Δαμασκηνός συνέβαλε αποφασιστικά στην εικονομαχική έριδα) όσο και, κατά συνέπεια, τη θεολογία της προσευχής του Ονόματος.

Οφείλουμε να πούμε με νηφαλιότητα τι είναι στον Δαμασκηνό άμεση δήλωση και τι δική μας ερμηνευτική σύνθεση. Στον Δαμασκηνό βρίσκουμε άμεσα: το όνομα Ιησούς σημαίνει Σωτήρ· είναι όνομα του ενσαρκωμένου Προσώπου· οι δύο φύσεις είναι ενωμένες υποστατικά· τα ιδιώματα μεταδίδονται μέσω της ενώσεως στο Πρόσωπο. Το συνθετικό συμπέρασμα — ότι στην οικονομία της σωτηρίας το Όνομα Ιησούς γίνεται έτσι ο τρόπος με τον οποίο το ενσαρκωμένο Πρόσωπο επικαλείται στην προσευχή ως φορέας ολόκληρου του θείου έργου — είναι η ερμηνεία που η ανατολική παράδοση θα συναγάγει από τις δαμασκηνικές προκείμενες, ιδίως μέσω των νηπτικών πατέρων. Ο Δαμασκηνός προσφέρει το θεμέλιο· τις συνέπειες για την προσευχή θα τις συναγάγει ο ησυχασμός.


IV. Το Όνομα, ο Σταυρός και η Ανάσταση: τα τρία γεγονότα μιας μοναδικής αποκάλυψης

Η Ενανθρώπηση, είπαμε, είναι το γεγονός του Ονόματος. Αλλά αυτό το γεγονός δεν περιορίζεται στη στιγμή της γέννησης στη Βηθλεέμ· εκτυλίσσεται σε ολόκληρη την επίγεια ζωή του Ιησού και φτάνει στην πληρότητά του στον Σταυρό, στην κάθοδο στον Άδη και στην Ανάσταση. Το Όνομα Ιησούς, που λήφθηκε στην Περιτομή, φέρεται μέσα σε ολόκληρη την οικονομία της σωτηρίας — και μόνο στην Ανάσταση αποκαλύπτει πλήρως τη δύναμή του.

4.1. Το Όνομα στον Σταυρό: ο τίτλος και η ταπείνωση του Ονόματος

Η επιγραφή που βάζει ο Πιλάτος στον σταυρό — Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων — σε τρεις γλώσσες (εβραϊκά, ελληνικά, λατινικά) είναι, στη συμβολική λογική των ευαγγελίων, η τελευταία δημόσια αποκάλυψη του Ονόματος την ώρα της σταύρωσης. Ο Ιησούς, που στη Γεθσημανή είχε εκφωνήσει το Εγώ ειμί κάνοντας τους στρατιώτες να πέσουν, είναι τώρα σταυρωμένος με το Όνομα γραμμένο πάνω από το κεφάλι Του. Το Όνομα είναι, παραδόξως, χλευαζόμενο και ομολογούμενο ταυτόχρονα: για τους Ιουδαίους, είναι η μεσσιανική αξίωση για την οποία Τον δικάζουν· για τους ειδωλολάτρες, είναι ο τίτλος ενός καταδικασμένου· για τον Πατέρα, είναι το Όνομα του αγαπητού Υιού που πηγαίνει στον θάνατο.

Ο Άγιος Ιωάννης επιμένει σε αυτή τη λεπτομέρεια: «Τούτον ουν τον τίτλον πολλοί ανέγνωσαν των Ιουδαίων, ότι εγγύς ην της πόλεως ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Ιησούς· και ην γεγραμμένον Εβραϊστί, Ελληνιστί, Ρωμαϊστί. Έλεγον ουν τω Πιλάτω οι αρχιερείς των Ιουδαίων· Μη γράφε “Ο βασιλεύς των Ιουδαίων”, αλλ’ ότι εκείνος είπε· Βασιλεύς ειμί των Ιουδαίων. Απεκρίθη ο Πιλάτος· Ο γέγραφα, γέγραφα» (Ιω. 19, 20–22). Το Όνομα γράφτηκε, και παραμένει. Ο Πιλάτος — χωρίς να το ξέρει — σφραγίζει σε τρεις γλώσσες, για τις τρεις μεγάλες παραδόσεις του αρχαίου κόσμου, την ομολογία του ενσαρκωμένου Ονόματος. Ο γέγραφα, γέγραφα: ό,τι είναι γραμμένο για το Όνομα παραμένει γραμμένο, στην ιστορία και στην αιωνιότητα.

Οι Πατέρες θα εκμεταλλευτούν με αγάπη αυτή τη λεπτομέρεια. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στις ομιλίες του στο κατά Ιωάννην, παρατηρεί ότι ο ίδιος ο Σταυρός είναι, μέσω του αίματος που χύθηκε πάνω του, «σφραγίδα του Ονόματος» — ο τόπος όπου το ενσαρκωμένο Όνομα αποδεικνύει δια του πάθους ότι είναι πράγματι Γιαχβέ-σώζει. Το Όνομα Ιησούς δεν είναι, λοιπόν, ένα τυχαίο όνομα ενός τυχαίου παιδιού μιας τυχαίας μητέρας· είναι το Όνομα Εκείνου που, για να εκπληρώσει ό,τι λέει το Όνομά Του, ανεβαίνει στον σταυρό. Το Γεσουά — «ο Γιαχβέ σώζει» — είναι το Όνομα που πράττει ό,τι λέει. Ο Σταυρός είναι η εκπλήρωση της ετυμολογίας.

4.2. Η κάθοδος στον Άδη: το Όνομα στα βάθη

Η πατερική και λειτουργική παράδοση του Μεγάλου Σαββάτου διακηρύσσει, με έναν θεολογικό ρεαλισμό που εκπλήσσει τους σύγχρονους αναγνώστες, ότι στο διάστημα ανάμεσα στη σταύρωση και στην ανάσταση ο Ιησούς κατέρχεται στον Άδη — με το σώμα στον τάφο, με την ψυχή στα βάθη της γης, με τη θεότητα παντού — και εκεί κηρύττει (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 3, 19· 4, 6). Τι κηρύττει; Το ενσαρκωμένο Όνομα. Η επίγεια πνοή του Ονόματος Ιησούς σταμάτησε τη στιγμή του θανάτου επί του Σταυρού, αλλά η υποστατική εκφώνηση του Ονόματος — η αιώνια σύμπτωση ανάμεσα στο Πρόσωπο και το Όνομα — συνεχίζεται στα βάθη.

Τα τροπάρια του Μεγάλου Σαββάτου και της Αναστάσεως κάνουν αυτό το μυστήριο άξονα της δικής τους θεολογίας. «Εν τάφω σωματικώς, εν Άδου δε μετά ψυχής ως Θεός, εν Παραδείσω δε μετά ληστού, και εν Θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός και Πνεύματος, πάντα πληρών ο απερίγραπτος» — αυτή η προσευχή από την ακολουθία της Λειτουργίας (κατά την ανάγνωση του καθίσματος μετά την Προσκομιδή) είναι μια συμπυκνωμένη ομολογία της ενεργού πανταχού παρουσίας του ενσαρκωμένου Ονόματος. Το Όνομα Ιησούς, που λήφθηκε σε ένα σώμα, είναι παντού — επειδή το Πρόσωπο που το φέρει είναι το Πρόσωπο του αιώνιου Υιού.

4.3. Η Ανάσταση: η δημόσια αποκάλυψη του Ονόματος

Στην Ανάσταση, το Όνομα βγαίνει από την κρυφότητα του ταπεινωμένου σώματος, του θανάτου, του Άδη, και αποκαλύπτει το πλήρωμά του. Είναι η ακριβής στιγμή που ο Παύλος συνοψίζει στο Φιλ. 2, 9–11 — περικοπή στην οποία έχουμε ήδη επανέλθει, αλλά που αξίζει εδώ μια προσεκτικότερη ανάγνωση, επειδή είναι η summa της αποστολικής θεολογίας του Ονόματος:

«Διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσεν και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός.» (Φιλ. 2, 9–11)

Κατ’ οικονομίαν δωρεάΤο Όνομα φανερώνεται δημόσια στο αναστημένο σώμα, χωρίς να προστίθεται στην ουσία του Υιού.
ΟμολογίαΤο «Ιησούς Χριστός είναι Κύριος» σημαίνει Κύριος με την ισχυρή έννοια του θείου Ονόματος.
Κοσμική δύναμηΤο Όνομα ομολογείται από τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια.

Τρία πράγματα πρέπει να επισημανθούν εδώ. Το πρώτο: «εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα» — το ελληνικό ρήμα εχαρίσατο σημαίνει «δώρισε διά της χάριτος» (από το χάρις). Το Όνομα δεν είναι ένα γνώρισμα που προστέθηκε στην ουσία του Ιησού, αλλά είναι το Όνομα που, ανήκοντας σε Αυτόν εξ αιώνος, αναγνωρίζεται τώρα δημόσια από τον Πατέρα ως δικό Του, στο αναστημένο σώμα. Είναι μια «δωρεά» στην τάξη της οικονομίας, όχι στην τάξη της ουσίας.

Το δεύτερο: «πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός». Όπως είδαμε, ο Κύριος είναι η απόδοση των Εβδομήκοντα για το YHWH. Ο Παύλος διαβεβαιώνει, λοιπόν, ότι η κεντρική χριστιανική ομολογία — ο Ιησούς είναι Κύριος, Ιησούς Κύριος — είναι η μέγιστη χριστολογική ομολογία: ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος με την ισχυρή έννοια του θείου Ονόματος, ο ενσαρκωμένος Υιός όντας ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα, ο Θεός του Ισραήλ που αποκαλύπτεται τώρα στο Πρόσωπο του Υιού. Αυτή η ομολογία, που ήταν, κατά πολλούς σχολιαστές, ο αρχαιότερος βαπτισματικός τύπος της Εκκλησίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 9: «ότι εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση»), είναι, εξ αρχής, η πλήρης τριαδική ομολογία του ενσαρκωμένου Προσώπου.

Το τρίτο: «επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Το ενσαρκωμένο Όνομα έχει δύναμη πάνω στα τρία επίπεδα του αρχαίου κόσμου — ουρανούς, γη, Άδη. Είναι ο Παντοκράτωρ: Εκείνος που κρατά τα πάντα, δια του Ονόματός Του.

4.4. Πράξ. 4, 12: δεν υπάρχει υπό τον ουρανόν άλλο Όνομα

Σε αυτό το πλαίσιο κατανοείται ακριβώς η δήλωση του Αγίου Πέτρου ενώπιον του Συνεδρίου: «και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ούτε γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πράξ. 4, 12). Ο σύγχρονος αναγνώστης, διαπαιδαγωγημένος στον θρησκευτικό σχετικισμό, δελεάζεται να διαβάσει αυτή τη δήλωση ως αποκλειστικιστική αξίωση — και να νιώσει άβολα. Η λογική της, όμως, είναι άλλη: ο Πέτρος δεν λέει ότι ο Ιησούς είναι ένα καλύτερο όνομα από τα άλλα· λέει ότι δεν υπάρχει άλλο Όνομα, με απόλυτη έννοια — επειδή το Όνομα Ιησούς είναι το ενσαρκωμένο Όνομα του μόνου αληθινού Θεού.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έναν ανταγωνισμό ανάμεσα σε θεία ονόματα, τον οποίο θα μπορούσαμε να διαιτητεύσουμε· πρόκειται για την ίδια τη μοναδικότητα του Θεού. Σεμά Γισραέλ, Γιαχβέ Ελοχένου, Γιαχβέ εχάδ — «Άκουε, Ισραήλ· Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις εστιν» (Δευτ. 6, 4). Η ομολογία της μοναδικότητας του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται, στη Νέα, ομολογία της μοναδικότητας του Ονόματος Ιησούς — επειδή το Πρόσωπο που φέρει αυτό το όνομα είναι το Πρόσωπο του ενσαρκωμένου Υιού, ομοούσιου με τον Πατέρα και το Πνεύμα, δια του Οποίου ο μοναδικός Θεός του Ισραήλ αποκαλύπτεται πλήρως. Το Πράξ. 4, 12 είναι, λοιπόν, στο βάθος του, η μεσσιανική Σεμά — όχι ένας άλλος Θεός δίπλα στον Γιαχβέ, αλλά ο Γιαχβέ που αποκαλύπτεται πλήρως στο Πρόσωπο του ενσαρκωμένου Υιού.


V. Το ενσαρκωμένο Όνομα στα λειτουργικά κείμενα

Η ορθόδοξη λειτουργική παράδοση είναι, ίσως περισσότερο από τις θεολογικές πραγματείες, ο τόπος όπου φαίνεται καθαρά τι πίστεψε η Εκκλησία για το Όνομα Ιησούς. Lex orandi, lex credendi — ο τρόπος με τον οποίο προσεύχεται η Εκκλησία είναι ο τρόπος με τον οποίο πιστεύει. Και στη λατρεία, το ενσαρκωμένο Όνομα βρίσκεται στο κέντρο.

5.1. Η Περιτομή και η Ονοματοθεσία: εορτή του Ονόματος

Την 1η Ιανουαρίου, η Εκκλησία εορτάζει την κατά σάρκα Περιτομή του Κυρίου — εορτή που, στην πατερική παράδοση, κατανοείται όχι μόνο ως εκπλήρωση του Νόμου, αλλά ως εορτή της Ονοματοθεσίας του Ιησού. Η ακολουθία αυτής της εορτής είναι ένας συνεχής στοχασμός για το Όνομα: τροπάρια, κοντάκια, στιχηρά επαναλαμβάνουν, σε διαρκώς μεταβαλλόμενα ύφη, το μυστήριο ότι το Βρέφος των οκτώ ημερών λαμβάνει τώρα, με τη δημόσια ονοματοθεσία, το Όνομα που ήταν δικό Του εξ αιώνος.

Στα Μηναία ψάλλονται, την 1η Ιανουαρίου, διατυπώσεις αξιοσημείωτης θεολογικής πυκνότητας — το Βρέφος που έχει φτάσει σε πλήρεις ημέρες λαμβάνει το Όνομα που δεν έχει αρχή, ο Απέραντος ονομάζεται με ανθρώπινο Όνομα, Εκείνος που δίνει σε όλους το όνομα λαμβάνει τώρα ένα Όνομα που προφέρεται από ανθρώπινες φωνές. Αυτά τα τροπάρια είναι λειτουργικό υπόμνημα στο Φιλ. 2, 9: το Όνομα το υπέρ παν όνομα αποκαλύπτεται στην ταπείνωση της περιτομής.

5.2. Η Λειτουργία: συναπτή, αναφορά, Άγιος ο Θεός

Οι αρχαιότερες λειτουργικές δομές της Εκκλησίας είναι χτισμένες γύρω από την επίκληση του Ονόματος. Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς — ο Τρισάγιος Ύμνος — είναι, κατά την παράδοση, ύμνος που παραλήφθηκε δι’ αποκαλύψεως στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού (5ος αι.), και το περιεχόμενό του είναι η τριαδική επίκληση του Ονόματος. Το Κύριε ελέησον — που σημειώνει όλες τις συναπτές — είναι η επίκληση του Ονόματος Κύριος, που, όπως είδαμε στην ενότητα I, είναι η ελληνική απόδοση του Τετραγράμματου.

Η αναφορά της Λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αρχίζει με την επίκληση του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι, αλλά φτάνει στο αποκορύφωμά της στη μεταβολή, όπου ο ιερέας ζητά την κάθοδο του Πνεύματος επί τα Δώρα «ώστε να γίνουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού Σου» — και εδώ το Όνομα Χριστός επικαλείται ως θεμέλιο της τέλεσης του μυστηρίου. Η ίδια η Βάπτιση τελείται «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) — και οι Πατέρες (ο Μέγας Βασίλειος, στο Περί του Αγίου Πνεύματος) θα επιμείνουν με έμφαση ότι η τριαδική εκφώνηση του Ονόματος είναι το μυστήριο, ο τόπος όπου το έργο της χάριτος συναντά τον άνθρωπο που το δέχεται.

5.3. Ο Ακάθιστος Ύμνος στο Όνομα του Κυρίου Ιησού

Υπάρχει, στη λειτουργική ορθόδοξη παράδοση, ένα κείμενο που αξίζει ιδιαίτερη αναφορά: ο Ακάθιστος Ύμνος στον Γλυκύτατο Ιησού, που αποδίδεται κατά την παράδοση στον Άγιο Μητροπολίτη Πέτρο Μογκίλα (17ος αι.), αλλά που επαναλαμβάνει πολύ παλαιότερες δομές και διατυπώσεις, παρούσες στη βυζαντινή υμνογραφική παράδοση. Ο ακάθιστος είναι, στο σύνολό του, μια επίκληση του ενσαρκωμένου Ονόματος, που εναλλάσσει τον τύπο «Ιησού, Υιέ του Θεού, ελέησόν με» με αμέτρητα επίθετα — Ιησού πανθαύμαστε, Ιησού γλυκύτατε, Ιησού που με έπλασες, Ιησού που με λύτρωσες.

Για την ησυχαστική παράδοση, ο ακάθιστος δεν είναι υποκατάστατο της Προσευχής του Ιησού, αλλά μια λυρική μορφή της ίδιας θεολογίας: το Όνομα Ιησούς, που προφέρεται σε διαρκώς νέα ύφη, είναι η κλήση του προσώπου προς το Πρόσωπο. Κάθε επίθετο προσθέτει ένα επίπεδο συναισθηματικής γνώσης (με την έννοια της πατερικής γνώσεως, όχι του σύγχρονου συναισθηματισμού): γνωρίζεις τον Ιησού μέσω του Ονόματός Του, και γνωρίζεις το Όνομά Του μέσω των έργων Του.

5.4. Τα δίπτυχα: το Όνομα ως συμμετοχή στη σωτηρία

Η πρακτική των διπτύχων — η μνημόνευση των ονομάτων στην Προσκομιδή, η εξαγωγή μερίδων για κάθε όνομα που εκφωνείται — είναι κι αυτή μια συγκεκριμένη λειτουργική θεολογία του Ονόματος. Το όνομα του ζώντος ή κεκοιμημένου πιστού τίθεται, με την επίκληση του ιερέα, σε σχέση με το Όνομα του Ιησού που είναι παρόν στην Αγία Θυσία. Αυτή η σχέση δεν είναι συμβολική, αλλά πραγματική: το όνομα του ανθρώπου, φερόμενο ενώπιον της Θυσίας του Χριστού, εισέρχεται σε λειτουργική κοινωνία με το Όνομα Εκείνου που σώζει, λαμβάνοντας, διά της χάριτος, μετοχή στη σωτηρία που επιτελέστηκε εν Χριστώ.

Αυτή η φαινομενικά απλή πρακτική προϋποθέτει τη θεολογία που αναπτύξαμε μέχρι εδώ: ότι το Όνομα Ιησούς είναι ο πραγματικός φορέας του σωτήριου έργου, και ότι η εκφώνησή του στη λειτουργική πράξη δεσμεύει την ίδια την παρουσία του Προσώπου.


VI. Θεολογική σύνθεση: πέντε θέσεις για το ενσαρκωμένο Όνομα

Φτάνοντας εδώ, μπορούμε να συγκεντρώσουμε τη μελέτη σε λίγες προτάσεις σύνθεσης, που θα χρησιμεύσουν ως γέφυρα προς το Μέρος Γ΄ (Το Όνομα στην αρχαία Εκκλησία) και κυρίως προς το Μέρος Δ΄ (Η Προσευχή του Ιησού και ο ησυχασμός).

1. Το Όνομα Ιησούς είναι το κατ’ οικονομίαν όνομα του ενσαρκωμένου Υιού — όχι μια τυχαία ιστορική ετικέτα, αλλά ούτε και το αιώνιο Όνομα του Υιού ως γλωσσική μορφή. Ο αναγνώστης που θα κρατήσει ένα μόνο πράγμα από αυτό το άρθρο ας κρατήσει αυτή τη διάκριση. Το Πρόσωπο του Υιού είναι αιώνιο, η θεότητά Του είναι εξ αιώνος, ο Λόγος είναι από αιώνος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Το Όνομα Ιησούς — στην αραμαϊκή γλώσσα της Θεοτόκου, Γεσουά — δεν είναι, ωστόσο, το αιώνιο όνομα του Υιού ως ήχος· είναι το όνομα που λήφθηκε στην Ενανθρώπηση, το κατ’ οικονομίαν όνομα στο οποίο αποκαλύπτεται το έργο για το οποίο ο Υιός έγινε άνθρωπος: ο Γιαχβέ σώζει. Το κατ’ οικονομίαν όνομα και το αιώνιο Πρόσωπο δεν χωρίζονται — το Πρόσωπο είναι Εκείνο που φέρει το όνομα, το όνομα λέει το έργο του Προσώπου — αλλά δεν συγχέονται σε μια απλή γλωσσική εξίσωση.

2. Το ενσαρκωμένο Όνομα είναι, κατά συνέπεια, προσιτό στον άνθρωπο με τρόπο πραγματικά θείο, χωρίς να χάνει την αγιότητά του. Εκείνο που ήταν κρυμμένο κάτω από το πέπλο του Ναού, εκείνο που ήταν άρρητο στον ύστερο ιουδαϊσμό, γίνεται, εν Χριστώ, προφερόμενο — αλλά όχι βεβηλωμένο. Η αγιότητα του Ονόματος παραμένει· ο τρόπος της παρουσίας αλλάζει. Το Όνομα που, υπό την Παλαιά Διαθήκη, αγίαζε μέσω της απόστασης, αγιάζει τώρα μέσω της εγγύτητας.

3. Το ενσαρκωμένο Όνομα είναι πραγματικός φορέας του θείου έργου (ενεργείας). Η πατερική παράδοση, ακολουθώντας την καππαδοκική διάκριση ανάμεσα σε ουσία και ενέργειες, δηλώνει ότι το Όνομα Ιησούς δεν είναι η θεία ουσία (που παραμένει ακατάληπτη), αλλά φέρει το έργο της. Γι’ αυτό το Όνομα ενεργεί: θεραπεύει, σώζει, αγιάζει. Όχι με μαγεία, αλλά μέσω της πραγματικής σύμπτωσης ανάμεσα στο Όνομα και το Πρόσωπο.

4. Το ενσαρκωμένο Όνομα είναι επικλητό, και αυτή η επίκληση είναι οντολογική συνάντηση, όχι απλώς ευλαβική ανάμνηση. Αυτή είναι η πρακτική συνέπεια για τον σημερινό χριστιανό. Το να προφέρει κανείς το Όνομα Ιησούς δεν σημαίνει ότι υπενθυμίζει ένα απόν πρόσωπο· σημαίνει ότι καλεί ένα Πρόσωπο παρόν. Το Πρόσωπο του Ιησού, ανυψωμένο στα δεξιά του Πατρός αλλά παρόν στην Εκκλησία διά του Πνεύματος, απαντά στην επίκληση του Ονόματός Του, επειδή δεν παραμένει αδιάφορο για το δικό Του Όνομα.

5. Ολόκληρη η θεολογία της Προσευχής του Ιησού, που θα αναπτύξουμε στο Μέρος Δ΄, είναι η πρακτική εξέλιξη αυτών των τεσσάρων θέσεων. Οι νηπτικοί πατέρες δεν επινόησαν μια τεχνική διαλογισμού· συνήγαγαν την έσχατη συνέπεια της θεολογίας της Ενανθρώπησης. Αν το Πρόσωπο του Ιησού, που καλείται με το κατ’ οικονομίαν όνομα Ιησούς, είναι το Πρόσωπο του ενσαρκωμένου Υιού — ομοούσιου με τον Πατέρα και το Πνεύμα — τότε η συνεχής εκφώνηση αυτού του Ονόματος είναι η συνεχής κλήση του Προσώπου Εκείνου που σώζει. Η νήψη, η ησυχία, η μονολογία (η προσευχή με μία μόνο λέξη) — όλα είναι μορφές με τις οποίες ο άνθρωπος εισέρχεται, δια του Ονόματος, σε μόνιμη σχέση με το Πρόσωπο του Κεκλημένου.


Ο πρακτικός πυρήνας

Το Όνομα δεν είναι τεχνική, φόρμουλα ή δόνηση. Το Όνομα ενεργεί επειδή ενεργεί το Πρόσωπο που επικαλούμαστε, και ο άνθρωπος δέχεται αυτό το έργο μέσω της πίστης, της μετάνοιας, της ταπείνωσης και της ζωής εν Εκκλησία.

VII. Το Όνομα Ιησούς: κατ’ οικονομίαν όνομα, όχι μαγική φόρμουλα

Πριν κλείσουμε, οφείλουμε να διατυπώσουμε μια διάκριση που ολόκληρη η ανατολική παράδοση διατήρησε με τη μεγαλύτερη προσοχή, και χωρίς την οποία όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ κινδυνεύουν να παρεξηγηθούν.

Το Όνομα Ιησούς δεν ενεργεί ως αυτόνομη φόρμουλα, αποκομμένη από την πίστη, τη μετάνοια και τη ζωή της Εκκλησίας. Η δύναμη του Ονόματος δεν είναι η μαγεία του ήχου, η επανάληψη μιας συλλαβής, η δόνηση μιας λέξης με κρυμμένες ιδιότητες. Η δύναμη του Ονόματος είναι η παρουσία του Προσώπου που επικαλούμαστε — και αυτή η παρουσία γίνεται προσιτή μόνο στη ζωντανή σχέση με τον Χριστό που κηρύσσεται, ομολογείται και παραλαμβάνεται στην Εκκλησία διά του Βαπτίσματος και της Ευχαριστίας.

Αυτή η διάκριση πρέπει να λεχθεί με έμφαση, επειδή στην ιστορία της πνευματικότητας υπήρξαν και ολισθήματα. Αφενός, υπάρχει ο πειρασμός του ονοματισμού — του να χωρίζεται το Όνομα από το Πρόσωπο, να θεωρείται ο Ιησούς μια αφηρημένη ανάμνηση και το Όνομά Του μια απλή λέξη μνήμης. Αυτόν τον πειρασμό τον αντιμετωπίζει ολόκληρη η πατερική μαρτυρία που αναπτύξαμε: το Όνομα είναι άρρηκτα δεμένο με το Πρόσωπο μέσω του έργου. Αφετέρου, υπάρχει ο αντίθετος πειρασμός — ο μαγισμός — του να θεωρείται το Όνομα μια αυτόνομη δύναμη, που ενεργεί από μόνη της, ανεξάρτητα από την πίστη και τη ζωή. Αυτός ο πειρασμός είναι εξίσου ξένος προς τους νηπτικούς πατέρες. Για αυτούς, το Όνομα ενεργεί επειδή ενεργεί το Πρόσωπο, και το Πρόσωπο ενεργεί μέσα στον χριστιανό που δέχεται αυτό το έργο μέσω της μετάνοιας, της ταπείνωσης, της ζωής εν Εκκλησία.

Γι’ αυτό οι Πατέρες δεν χωρίζουν ποτέ την επίκληση του Ονόματος από την ορθή πίστη, τη μετάνοια, το Βάπτισμα, την Ευχαριστία και την κάθαρση της καρδιάς. Ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει: «μάστιζε τους εχθρούς με το όνομα του Ιησού» — αλλά ο ίδιος Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος οικοδομεί ολόκληρη την Κλίμακα γύρω από τη σταδιακή κάθαρση της καρδιάς, χωρίς την οποία το Όνομα που προφέρεται μένει στα χείλη και δεν κατεβαίνει στα βάθη. Ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος ζητά δάκρυα, ταπείνωση, φυγή από την κενοδοξία — και μόνο μέσα σε αυτό το ασκητικό πλαίσιο μιλά για την εκφώνηση του Ονόματος. Ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, συνθέτοντας την ησυχαστική παράδοση, θα συνδέσει αδιάρρηκτα την Προσευχή του Ιησού με τη ζωή εν Εκκλησία, με τα Άγια Μυστήρια, με την υπακοή σε έναν πνευματικό πατέρα.

Το να προφέρει κανείς το Όνομα χωρίς μετάνοια σημαίνει να το μετατρέπει σε τεχνική ή σε ξόρκι. Το να το προφέρει με πίστη, με ταπείνωση, μέσα σε μια ζωή μετάνοιας, σημαίνει να εισέρχεται σε ζωντανή σχέση με το Πρόσωπο του Κεκλημένου. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο δεν είναι διαφορά έντασης, αλλά διαφορά φύσης.

Αυτή η διάκριση είναι ζωτική για όλα όσα θα πούμε στο Μέρος Δ΄ για τον ησυχασμό. Οι νηπτικοί πατέρες δεν προτείνουν μια αυτόνομη πνευματική τεχνική· δεν λένε: «πρόφερε αυτή τη λέξη και θα έχεις φωτισμό». Λένε: «μπες, μέσω της μετάνοιας, της ταπείνωσης, της υπακοής στον πνευματικό και της ζωής εν Εκκλησία, στη ζωντανή σχέση με το Πρόσωπο του Ιησού, και η εκφώνηση του Ονόματος θα σε διατηρεί σε αυτή τη σχέση». Το Όνομα είναι πύλη, όχι δύναμη· είναι κλήση, όχι φόρμουλα. Εκείνος που απαντά στην κλήση είναι το ίδιο το Πρόσωπο του Ιησού, διά του Πνεύματος, το οποίο οδηγεί τους Δικούς Του προς τον Πατέρα.

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα αναγνωρίσει εδώ την κατ’ οικονομίαν δομή ολόκληρης της ανατολικής θεολογίας: δεν συγχέουμε ποτέ την ουσία του Θεού με το έργο Του, δεν συγχέουμε το Πρόσωπο με το όργανο μέσω του οποίου το Πρόσωπο καλείται, δεν συγχέουμε την κλήση με την απάντηση. Το Όνομα Ιησούς είναι, στην οικονομία της σωτηρίας, ο τρόπος με τον οποίο το Πρόσωπο του ενσαρκωμένου Υιού είναι επικλητό· αλλά Εκείνος που απαντά είναι το Πρόσωπο, μέσω του έργου Του, στην ελευθερία της χάριτος. Όποιος επικαλείται το Όνομα, επικαλείται τον Κύριο· Εκείνος που σώζει είναι ο Κύριος.


Επίλογος: προς την αρχαία Εκκλησία

Αρχίσαμε αυτό το άρθρο με το ερώτημα: πώς μπορεί το Όνομα του Γιαχβέ, φυλαγμένο κάτω από πέπλο, να γίνει Όνομα που προφέρεται και σώζει; Την απάντηση την παρακολουθήσαμε μέσα από τη βιβλική φιλολογία (το κατ’ οικονομίαν όνομα Ιησούς = «ο Γιαχβέ σώζει»), μέσα από τη δυναμική της Ενανθρώπησης (ο Λόγος, ο φορέας και αποκαλυπτής του Ονόματος του Πατρός, σαρξ εγένετο και έλαβε το όνομα Ιησούς· έστησε τη Σκηνή Του μέσα μας), μέσα από τη μαρτυρία των Πατέρων (από τον Ιγνάτιο ως τον Δαμασκηνό) και μέσα από τα λειτουργικά κείμενα (από την Περιτομή ως τα δίπτυχα).

Το συμπέρασμα δεν είναι αφηρημένο: είναι πρακτικό. Το Όνομα Ιησούς, που προφέρουμε δεκάδες φορές την ημέρα — στην προσευχή, στο άκουσμα μιας κακής είδησης, χωρίς να το σκεφτόμαστε — είναι το κατ’ οικονομίαν όνομα του ενσαρκωμένου Υιού: το όνομα που λήφθηκε στην Ενανθρώπηση, μέσω του οποίου το Πρόσωπο του Υιού, ομοούσιου με τον Πατέρα και το Πνεύμα, είναι επικλητό· είναι το Όνομα που ομολογήθηκε από τον Πατέρα στη Βάπτιση, που έλαμψε στο Θαβώρ, που επιτέλεσε την ανάσταση. Ο εκχυδαϊσμός αυτού του Ονόματος — η χρήση Του ως επιφώνημα, ως σχήμα λόγου, ως στοιχείο «θρησκευτικής ατμόσφαιρας» — είναι, στην αυστηρή λογική της πατερικής θεολογίας, μια σοβαρή απώλεια. Ο π. Κλεόπας Ηλίε, όπως και ο π. Αρσένιος Παπατσιόκ, όπως και όλοι οι νηπτικοί πατέρες της Φιλοκαλίας, δεν έπαυαν να το κηρύττουν: το Όνομα Ιησούς προφέρεται με τρόμο, επειδή δι’ αυτού καλείται το Πρόσωπο Εκείνου που σώζει.

Το Μέρος Γ΄ αυτής της σειράς παρακολουθεί πώς βιώθηκε αυτό το Όνομα στην αρχαία Εκκλησία: στις Πράξεις των Αποστόλων, στη μετα-αποστολική γραμματεία και στις πρώτες μορφές της αιγυπτιακής μοναχικής προσευχής.

Και το Μέρος Δ΄ — η θεολογική καρδιά της σειράς — θα δείξει πώς ο αθωνικός ησυχασμός, που συνέθεσε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα, δεν είναι τίποτε άλλο από τη βίωση, σε πληρότητα, των θέσεων που διατυπώσαμε εδώ: το ενσαρκωμένο Όνομα, που επικαλούμαστε στην ησυχία της καρδιάς, ανοίγει στον άνθρωπο την πραγματική μετοχή στο έργο (την ενέργεια) του Θεού — αυτό που ονομάζουμε, στην πατερική γλώσσα, θέωση.

Μέχρι τότε, μια πρακτική πρόταση: προφέρετε τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, σιγά και με προσοχή, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν. Όχι ως μέθοδο, αλλά ως ομολογία. Σε αυτή την εκφώνηση περιέχεται ολόκληρη η θεολογία που αναπτύξαμε εδώ. Και — ό,τι είναι περισσότερο — περιέχεται η συνάντηση με Εκείνον που ονομάζεται.


Ενημερωτικό δελτίο OrtodoxWay
Λάβετε τα νέα άρθρα του OrtodoxWay

Ένα σύντομο μήνυμα όταν δημοσιεύεται νέο άρθρο για την Ορθοδοξία, την προσευχή και την πνευματική ζωή. Χωρίς spam.

Αφήστε ένα σχόλιο

Τα σχόλια ελέγχονται πριν από τη δημοσίευση. Οι σύνδεσμοι στα σχόλια αντιμετωπίζονται ως περιεχόμενο χρηστών.